Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Επιστρέφοντας στις Σολωνικές αλήθειες

Ο Σόλων παραδίδει τους νόμους του στους Αθηναίους (πίνακας του 16ου αιώνα)

 Επιστρέφοντας στις Σολωνικές αλήθειες

 «Αλήθειαν ανέχου» έλεγε ο Σόλων και σε μιαν εποχή που θεωρούμε την αλήθεια απόλυτη σα δόγμα, αυτή η έννοια της ανοχής απέναντι στην αλήθεια μας ξενίζει. Μάθαμε ότι την αλήθεια την υπερασπιζόμαστε με κάθε κόστος, γιατί είναι υπέρτατο αγαθό. Όμως οι έλληνες καθόρισαν την αλήθεια πολύ διαφορετικά από αυτό που σήμερα ορίζουμε με αυτή την λέξη.
Αλήθεια από το στερητικό άλφα και τη λήθη, είναι αυτό που δε μπορείς να ξεχάσεις. Έτσι η αλήθεια γίνεται πολύ υποκειμενική, αφού καθένας μας διατηρεί στη μνήμη του εντελώς διαφορετικά πράγματα και έχει εντελώς διαφορετικές ανάγκες. Με την αρχαιοελληνική έννοια το αντίθετο της αλήθειας ποτέ δεν είναι το ψέμα, (που είναι η σκόπιμη διαστρέβλωση μιας αλήθειας) αλλά πάντα μια άλλη αλήθεια. Γιαυτό και οι έλληνες ανακάλυψαν το διάλογο για να αναζητήσουν ποια αλήθεια είναι κοινή και ποια μπορεί να διαγραφεί από τη μνήμη των περισσοτέρων. Η αλήθεια απλώς αντανακλά μια πραγματικότητα την ώρα, που το ψέμα παράγει μια νέα, ενώ ο μύθος δεν είναι ψέμα, αλλά καλά κρυμένες αλήθειες, που αέναα συδιαλέγονται με τον Λόγο. Η πραγματικότητα είναι πάντα υποκειμενική, αφού καθορίζεται από αυτά που καθένας μας αισθάνεται και πιστεύει. Έτσι η αλήθεια ποτέ δεν είναι ίδια για τον καθένα μας και η διαφορά ανάμεσα στις θρησκείες και την επιστήμη είναι ότι η θρησκευτική αλήθεια θεωρείται αναλοίωτο δόγμα, ενώ η επιστημονική αλήθεια είναι πιο αντικειμενική επειδή μπορεί και μεταβάλλεται σύμφωνα με τις επαναλαμβανόμενες επαληθεύσεις. Άλλωστε τα λάθη είναι συγχωρητέα -δεν είναι αμαρτήματα και δη προπατορικά- γιατί προέρχονται από την ίδια ρίζα (λανθάνω) και έτσι σαν αστοχίες της μνήμης μπορούν εύκολα να λησμονηθούν.
Σύμφωνα με τη Μυθολογία μας πολύ σοφά, η Αλήθεια ήταν κόρη του Δία ή του Κρόνου και της Δικαιοσύνης και μάννα τη Αρετής.
Όλη η φιλοσοφία από τον Πλάτωνα (με την κλασσική αλληγορία του σπηλαίου) και τον Αριστοτέλη (που προσπάθησε να την ορίσει λογικά) μέχρι τις Αλγέβριες εφαρμογές τού λογισμικού και των ηλεκτρονικών συστημάτων των κομπιούτερ, ασχολείται με το πρόβλημα της αλήθειας.
Σήμερα, που άνθρωποι αυτοκτονούν ή δολοφονούνται στο όνομα της παράλογης πίστης  για την επικράτηση της δικής τους αλήθειας, θρησκευτικής ή πολιτισμικής, είναι καιρός να ξανασκεφθούμε τις σοφές αλήθειες του Σόλωνα. Και δεν είναι μόνο τα κλασσικά γνωμικά του «μηδένα προ του τέλους μακάριζε», «μηδέν άγαν», «γηράσκω αεί διδακόμενος» και «τέρμα οράν βιότοιο» που όλοι με αυτά μετράμε την προσωπική μας ζωή. Είναι ο παγκόσμια σωστός -αν και ακόμη ανεκπλήρωτος- αφορισμός ότι «η καλύτερη διακυβέρνηση είναι εκείνη που ο λαός υπακούει στους άρχοντες και οι άρχοντες στους νόμους». Είναι κυρίως η επαναστατική του νομοθεσία, που θωράκισε την δημοκρατία, γιατί όπως ο ίδιος έλεγε για την διακυβέρνηση «ισότης στάσιν ου ποιεί», «απορίαν γαρ δει βοηθείν, ουκ αργίαν εφοδιάζειν» αλλά και για τους ηγέτες «άρχεσθαι μαθών, άρχειν επιστήσει», «ανδρών δ’ εκ μεγάλων πόλις όλεται».
 Ίσως η Ευρώπη -αν θέλει να συνεχίσει να υπάρχει σαν Ένωση- χρειάζεται κάποιο σοφό νομοθέτη, όπως ο Σόλων, που μηδενίζοντας με τη Σεισάχθεια, θα θεσπίσει εξ αρχής τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ενεργών πολιτών μιας νέας πολυπολιτισμικής, δημοκρατικής, ανεκτικής κοινωνίας.

Από το αξιόλογο ψηφιακό μουσείο στην Ακαδημία Πλάτωνος, στην Αθήνα, όπου καθένας μπορεί να διδαχθεί και την κλασσική αλληγορία για την Αλήθεια του "σπηλαίου"
Μετάφραση ρητών                                                            

Μηδένα προ του τέλους μακάριζε = κανένα μη καλοτυχίζεις πριν δεις το τέλος του
Μηδέν άγαν = τίποτε να μην είναι υπερβολικό, όλα με μέτρο
Γηράσκω αεί διδακόμενος= γερνώ πάντα μαθαίνοντας
Τέρμα οράν βιότοιο= να βλέπεις (σκέφτεσαι) πάντα το τέλος της ζωής
Ισότης στάσιν ου ποιεί= η ισότητα δεν προκαλεί επανάσταση
Απορίαν γαρ δει βοηθείν, ουκ αργίαν εφοδιάζειν= Πρέπει να βοηθούμε τους φτωχούς, όχι να ενισχύουμε τους τεμπέληδες.
Άρχεσθαι μαθών άρχειν επιστήσει= όταν μάθεις να διοικείσαι, τότε θα μάθεις να διοικείς.
Ανδρών δ᾿ εκ μεγάλων πόλις όλλυται= η πόλις καταστρέφεται από τους μεγάλους άντρες

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου



Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει


Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει

Και νάμαστε ξανά στην εθνική γιορτή μας. Και τι καινούριο θα μπορούσε ν’ ακουστεί; Τα ίδια κάθε χρόνο. Το μάθαμε το παραμύθι. Ελευθερία ή θάνατος και Σούλι και Γραβιά και Κολοκοτρωναίοι και Καραϊσκάκηδες και Φιλική Εταιρεία και ίσως ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. Το λάβαρό του αμφισβητείται σαν γνήσιο πιστοποιητικό της γέννησης της επανάστασης. Ίσως να είναι μόνο η ημερομηνία, που το βρέφος δηλώθηκε στο ληξιαρχείο της Ιστορίας. Ίσως λοιπόν λάθος ημέρα γιορτάζουμε.
Η 25η μαρτίου διαλέχτηκε αργότερα από τους κρατούντες. Πώς θα τραγουδούσαμε «Χαρείτε αδέλφια την τρανή διπλή γιορτή, που είναι η γιορτή της πίστης και της λευτεριάς»; Πώς θα μπλεκόταν ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου με τον ευαγγελισμό του Γένους; Και γιατί όχι δηλαδή; Η Ελλάδα κοιλοπονούσε αυτή την ώρα από τα στιγμή που σκλαβώθηκε. Το αξιοθαύμαστο δεν είναι το 1821, αλλά η αδιάκοπη αλυσίδα των αποτυχημένων εξεγέρσεων, που κορυφώθηκε το ’21. Και μην αφήνουμε κανένα να μας πει ότι η λευτεριά μας χαρίστηκε από τους ξένους χάρη στη ναυμαχία του Ναυαρίνου, ότι έτσι που τρωγόμαστε μεταξύ μας οι τούρκοι θάπνιγαν κι αυτή την επανάσταση στο αίμα.
Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Ότι κι αν γινόταν η Ελλάδα θα ξαναγεννιόταν. Τι είμαστε; Μια μπουκιά λαός πεισματικά ριζωμένοι σε ξερά βράχια. Το μόνο που καλλιεργήσαμε ήταν το πνεύμα. Αυτό και παραδώσαμε σε όλη τη γη. Συνάξαμε κόμπους σοφίας από τους αρχαιότερους πολιτισμούς και στήσαμε ένα θαύμα ανεπανάληπτο, που απλώθηκε σε όλη την οικουμένη. 
Την πρώτη φορά καβάλα στο Βουκεφάλα θριαμβευτικά με το Μεγαλέξανδρο η Ελλάδα έφθασε μέχρι τις εσχατιές της Ανατολής, όπου επιβιώνει μέχρι και σήμερα. Τη δεύτερη αναγκάστηκε να υποταχθεί. Υποδουλώθηκε η Ελλάδα στους ρωμαίους για να ριζώσει τον πολιτισμό της παντού. Η Ρώμη δεν ήταν παρά  η γέφυρα για το Βυζάντιο, μια ρωμαϊκή αυτοκρατορία, που κατέληξε σε πλήρη εξελληνισμό και σε γόνιμη σύζευξη του κλασσικού πνεύματος με την ορθοδοξία. Η Ελλάδα στο Βυζάντιο στάθηκε ο προμαχώνας της Ευρώπης, ο πυρήνας και η κιβωτός του πολιτισμού σε μια περίοδο που το σκοτάδι σκέπαζε τα πάντα και οι ορδές των βαρβάρων χτυπούσαν από παντού. Βαρύς χειμώνας. Έπρεπε να θυσιαστεί το Βυζάντιο για νάρθει η άνοιξη στην ανθρωπότητα. Η διασπορά του Βυζαντίου έφερε την Αναγέννηση. Μην αφήνουμε λοιπόν ποτέ τους ξένους να ξεχνούν πόσα οφείλουν σε αυτή τη χώρα.
400 χρόνια σκλαβιά. 400 χρόνια κάτω από τον οθωμανικό ζυγό, τα πιο γόνιμα στην ιστορία της Ευρώπης. 400 χρόνια επανάστασης. Από την πρώτη κιόλας στιγμή. Και βέβαια μας χρησιμοποίησαν οι ξένοι. Όλοι τους. Όπως το συνηθίζουν μέχρι τις μέρες μας. Μοίρα των μικρών να γίνονται πιόνια στη σκακιέρα των ισχυρών. Το σπαθί του Λάμπρου Κατσώνη σύμβολο. Μέσα στο Αιγαίο. Από ένα μονάχα έλληνα που διαφέντευε την ελληνική θάλασσα και δεν άφηνε τούρκικο πλοίο να ξεμυτίσει από τα Δαρδανέλια για κάμποσα χρόνια. Να το θυμόμαστε πάντα το σπαθί του Κατσώνη, που στοιχειώνει το Αιγαίο. Ειδικά σήμερα.
Μοίρα λοιπόν αυτού του τόπου να τη διαγουμίζουν οι λογής λογής προστάτες που μόνο το καλό μας θέλουν; Ποιοι είμαστε και πού πηγαίνουμε, εμείς οι περήφανοι ρωμιοί που στεκόμαστε με τόνα πόδι στην Ευρώπη και με τ’ άλλο στα Βαλκάνια; «Του έλληνα ο τράχηλος ζυγόν δεν υπομένει». Το θυμόμαστε;
«Ελευθερία ή θάνατος» Πόσο μετρούν αυτές οι λέξεις σήμερα; Γιατί θα πεθαίναμε; Πεθαίνουμε γιατί μας αρέσει να τρέχουμε στους δρόμους, γιατί παρατρώμε και παθαίνουμε καρδιοπάθειες, γιατί δεν προσέχουμε και κολλάμε ίσως AIDS.
Θα πεθαίναμε για να υπερασπιστούμε τούτη την όμορφη γλώσσα; Τούτη την ευαίσθητη ιδέα; Πού είναι το όριο ελευθερίας και ασυδοσίας; Πότε θα νιώσουμε ξανά την ανάγκη να θυσιαστούμε λεύτερα για το μέλλον αυτού του τόπου, για τα’ αγέννητα παιδιά μας;
Ζούμε την εποχή του εγωκεντρισμού. Όλοι νιώσαμε προδομένοι από την Ιστορία όταν η κατάρρευση της Σοβιετικής αυτοκρατορίας συμπαρέσυρε τις ελπίδες για ένα δικαιότερο κόσμο. Όλοι πάψαμε να έχουμε οράματα, να επενδύουμε σε πολιτικούς στόχους. Σλόγκαν της εποχής «Όλοι ίδιοι είναι, όλοι τα ίδια κάνουν, ας κοιτάξει ο καθένας το συμφέρον του».
Είμαστε στο Μεσαίωνα ξανά; Η Ιστορία, το μάθαμε πια, δεν τραβάει ευθεία την ανηφόρα. Ανελίσσεται ευτυχώς, αλλά με κύκλους που μας αποθαρρύνουν. Όμως γιατί; Τούτο το χώμα έγινε γόνιμο από το αίμα που το πότισε. Καμιά θυσία δεν πάει χαμένη στον κόσμο μας. Είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο. Χρειάζεται να πεθάνει κάποιο αστέρι για να γεννηθεί ένας άνθρωπος. Πρέπει να υπάρξει μια μαύρη τρύπα για να γεννηθεί ένα αστέρι.  Ο κόσμος μας δεν είναι παρά ένας θαυμαστός κύκλος δημιουργίας και καταστροφής και είναι πάντα τα όνειρα που καρτερούν τη στιγμή που θα εκδικηθούν τη σκληρή πραγματικότητα. Και τίποτε δεν είναι πιο επικίνδυνο για το σκοτάδι από την επανάσταση των ονείρων.
Είμαστε στο τούνελ. Πόσα χρόνια ακούμε το ίδιο ρεφραίν; Βαρεθήκαμε να περιμένουμε τις καλύτερες μέρες, γιαυτό και γίναμε πρωταθλητές στην παράνομη κονόμα και το καυχιόμαστε.
Και όμως. Υπάρχει κίνδυνος ν’ απαιτηθούν ακόμη μεγαλύτερες θυσίες. Υπάρχει πιθανότητα να χρειαστεί ξανά ν’ ανεμίσουμε λάβαρα στράτευσης. Ας μη φοβόμαστε. Αρκεί να προσευχόμαστε.
«Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ και μυρσίνη εσύ δοξαστική, μη, παρακαλώ σας, μη λησμονάτε τη χώρα μου»
Το 1821 ζει μέσα μας και στο αίμα των παιδιών μας. Και η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει.

23-3-1994 (ομιλία μου για την εθνική γιορτή της 25ης Μαρτίου στον Οίκο Ναύτου, όπου τότε δούλευα) 
Ακόμη επίκαιρη!!!!! 

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου


Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Η Ζωή

πίνακας του Edward Burne Jones  "τα βάθη της θάλασσας" 1887
Η Ζωή

Τα ταξίδια πάντα φέρνουν ρομαντική διάθεση. Φταίνε βέβαια κι οι τρυφερές υπάρξεις, εγχώριας και αλλοδαπής προέλευσης που σειούνται και λυγιούνται στο κατάστρωμα, μισόγυμνες και προκλητικές, ξεροψημένες κι αφράτες σα φραντζόλια.
Φταίει και τ’ αγέρι της θάλασσας, που σου πλημμυρίζει τα πνευμόνια με διάθεση για δράση. Φταίει και το κύμα που αφρίζει κάτω από την κίνηση του καραβιού, φταίει κι η αλμυρή δροσιά που σου διαπερνά το μεδούλι, φταίει και η γοητεία του επαγγέλματος.
Ένας καπετάνιος με την ολόασπρη ατσαλάκωτη στολή του με τα χρυσά σειρήτια με το καπέλο και το ύφος του άρχοντα που όλο διαταγές δίνει, είναι πάντα αντικείμενο θαυμασμού και πειρασμός για όλα τα θηλυκά που μπαινοβγαίνουν σ’ ένα βαπόρι, που κάνει γραμμή στα τουριστικά μας νησιά. Ένας καπετάνιος είναι βασιλιάς, πρωθυπουργός ή κάτι παραπάνω, απόλυτος άρχοντας στο σκαρί που κουμαντάρει. Όλοι, σα στρατιώτες μπροστά του, στέκονται σούζα και κανένας δεν αμφισβητεί ή σχολιάζει το αλάθητο των εντολών του.
Βέβαια ακούς για περιπτώσει ανταρσίας, μα μόνο σε καράβια εμπορικά πάντα μακρυά απ’ τη ζεστή ατμόσφαιρα του ζεστού μας λιμανιού. Για τον καπετάνιο είναι πιο ξεκούραστο να κυβερνά μεγάλο πλοίο αντίς για ποστάλι, που κάθε λίγο σταματά σε λιμάνι και σε βάζει σε όλο το μπελά της μανούβρας, όμως άλλο να κουμαντάρεις το πλήρωμά σου και άλλο να φαντάζεις σε τόσα υπέροχα πλάσματα, που σε κοιτούν και τρέχουν τα σάλια τους, λες και είσαι ξερολούκουμο.
Η αλήθεια είναι πως δεν είχα ερωτευθεί ποτέ μου. Πιστεύω πως υπάρχουν άνθρωποι, που είναι πλασμένοι να ερωτεύονται και να βασανίζονται και άλλοι να περιγελούν και να βασανίζουν. Άλλοι που νιώθουν έρωτα πάντα ανικανοποίητο και άλλοι που κυκλώνονται από ερωτευμένες καρδιές και όμως είναι ανίκανοι να ανταποκριθούν. Τέλος υπάρχει και η πιο συνηθισμένη περίπτωση, η δική μου: έρωτας για να περνά η ώρα και σπανιότατα υπάρχει και ο τέλειος έρωτας ψυχών και σωμάτων, που μόνο εκλεκτοί απολαμβάνουν, αν μπορεί να θεωρηθεί απόλαυση η γεύση του ίδιου φαγητού, οσονδήποτε εκλεκτού, ανελλιπώς κάθε ημέρα.
Ο γάμος μου ήταν καθαρά θέμα κρίσης. Νέα, ωραία, με προίκα και βολικό σόι, ηθική, όσο ξέρω, τουλάχιστον. Σε αυτό το θέμα είμαι ελαστικός. Αδιφορώ για τις εξωσυζυγικές της περιπέτειες, εφ’ όσοσν δε μου δημιουργούν προβλήματα. Είμαι δημοκρατικός και υπέρ της ισότητας των φύλων. Μου αρκεί πως σαν γυρίζω δείχνει πάντα διψασμένη για τα χάδια μου στο κρεβάτι. Άλλωστε ούτε εκείνη με ρωτά αν της είμαι πιστός και αν με ρωτούσε φυσικά και δε θα μάθαινε την αλήθεια. Ο γάμος είναι μια εμπορική υπόθεση. Αναλαμβάνω τα εξοδα του σπιτιού, του φαγητού, των διασκεδάσεων, των κοσμημάτων και των φορεμέτων της κι εκείνη το μόνο που έχει να κάνει για μένα είναι ν’ ανέχεται την ολιγοήμερη παρουσία μου στο σπιτικό της και να μεγαλώνει τα παιδιά μου.
Ευτυχώς που διάλεξα ένα τέτοιο επάγγελμα γιατί μου είναι αδύνατο να ζω συνέχεια πλάι στο ίδιο θηλυκό, που θα βρωμά κεφτέδες ή φασολάδα, με τα κουτσούβελα να κρέμονται στη φούστα της, να δέχομαι τις εκρήξεις της οργής για την κατάντια της, τη γκρίνια για τη γκρινια μου, την ανία της για την ανία μου. Έτσι είναι πιο καλά. Σαν γυρίζω είναι πάντα φρεσκοπλυμένη κι από το κομμωτήριο. Όλα στο σπίτι στην εντέλεια και τα παιδιά προσεκτικά, μη με κουράσουν. Κι έπειτα πάμε κάπου τετ α τετ κι ώρες ώρες νιώθω πως είμαι ερωτευμένος. Τι διάολο, στο κάτω κάτω πρέπει να ήμουν ερωτευμένος για να την παντρευτώ.
Η αληθινή μου όμως ζωη ταξιδεύει πάνω στο πλοίο. Πάνω στη γέφυρά του εκπληρώνονται όλες μου οι επιθυμίες. Λες και γίνομαι άλλος άνθρωπος. Είμαι το πρόσωπο της ημέρας, ο εκλεκτός. Δεν έχω παρά να απλώσω το χέρι μου για ν’ αδράξω τους καρπούς της ευτυχίας μου. Η καπίνα μου συχνά γίνεται γκαρσονιέρα για τα τρυφερά θύματα που επιζητούν με αγωνία το θύτη τους. Προτιμώ τις ξένες και τις παντρεμένες. Είναι πάντα πιο απελευθερωμένες και σίγουρες πως στο τέλος του ταξιδιού τελειώνει και η ωραία μας περιπέτεια.
Αν δουλεύεις με διακριτικότητα και συνέπεια δεν κινδυνεύεις να σε πιάσουν στα πράσα. Γιαυτές τις δουλειές όμως απαιτείται επιδεξιότητα και μεράκι, ειδάλλως υπάρχει κίνδυνος να τα κάνεις θάλασσα και να γίνεις ρεζίλι και των σκυλιών.
Καλά περνούσα στο ποστάλι, τι μου ήλθε να μμπω σε αυτό το υπερωκεάνιο; Υπεραυτόματο, σου λέει ο άλλος, ξεκούραστο, άνετο, πολυτελές, καινούριο, ασφαλές. Κι έπειτα βαριέσαι όλο τα ίδια στο ποστάλι. Έμπαινε και ο χειμώνας και το Αιγαίο με αυτές τις σκυλοπνίχτρες καταντά επικίνδυνο. Ο «Πολικός» θα διέσχιζε τον Ατλαντικό ως το Μπουένος Άιρες.
Η γυναίκα μου δεν είχε αντιρρήσεις. Ο λόγος μου είναι προσταγή, άλλωστε από κει θάχε πιο μεγάλο έμβασμα, πράγμα που ήταν και το μόνο της ελάττωμα, το ξεκοκκάλιζε μ’ εκπληκτική ταχύτητα.
Μετέφερα χώμα από τη Μήλο στην Αμερική. Με αυτό το χώμα, λέει φτιάχνουν φάρμακα, καλλυντικά, μονώσεις και το ακριβοπληρώνουν. Φοβόμουνα τη μοναξιά του μακρινού του ταξιδιού. Ονειρευόμουνα Χογκ Κογκ, Ιαπωνίες, Ισπανίες με κοπέλες εξωτικές και μαγεμένες, μα το Μπουένος Άιρες δε μου μύριζε τίποτε το καλό, έξω από τις συνηθισμένες πληρωμένες παστρικιές, εμφίβολης καθαριότητας των καμπαρέ και των υπογείων.
Διαβάζοντας τον κατάλογο του πληρώματος το μάτι μου έμεινε σ’ ένα όνομα «Ζωή Λάμπρου : ασυρματίστρια» . Τη φανταζόμουνα στυφή και κακομούτσουνη γεροντοκόρη ή έστω στεγνή ξεζουμισμένη γυναίκα μιας κάποιας ηλικίας και ξύνισα τα μούτρα μου.
-Να και ο εκπρόσωππος του ωραίου φύλου στο ταξίδι μας για να μας κόβει την όρεξη.
Μα σαν την είδα, έμεινα άφωνος. Έδειχνε καμιά 20ρια και είχε μεγάλα πράσινα μάτια και φωτεινά καστανόξανθα μαλλιά που τύλιγαν το πρόσωπό της μαλακά κι αγράτα σα φωτοστέφανο. Η κοπέλα ήταν καλλονή για καλλιστεία. Τι γύρευε αυτό το πλάσμα στον «Πολικό» για το μπουένος Άιρες; Όλο το πλήρωμα, το πρόσεχα, την κοίταγε στα μάτια. Όλοι απ’ τον πιο σοβαρό ως και το πιο ρεμέλι της έκανα τσιριμόνιες πριν καλά καλά σηκώσει άγκυρα το καράβι. Μα κείνη έδειχνε ψυχρή κι απρόσιτη σαν πάγος. Η τακτική μου είναι σοφή. Στην αρχή κάνω το δύσκολο κι έπειτα δείχνω ενδιαφέρον κι έτσι σίγουρα κατακτώ το στόχο μου. Έτσι έγινε και με τη Ζωή. Στην αρχή της φέρθηκα ψυχρά. Την πρώτη βδομάδα μάλιστα την είχα όπως το χειρότερο μούτσο. Μα αυτή δεν έδειχνε να νοιάζεται. Έκανε τη δουλειά της κι έπειτα σαν ο καιρός ήταν καλός ρέμβαζε με τις ώρες στην κουπαστή, υπέροχη στο στενό της παντελόνι και το εφαρμοστό μπλουζάκι, μόνη, πάντα μόνη, αποφεύγοντας ευγενικά την παρέα όλου του πληρώματος, από τον υποπλοίαρχο ως τον τελευταίο ναύτη, που φορτικά αποζητούσαν τη συντροφιά της.
Κι έπειτα για πρώτη φορά παράτησα τις τεχνικές κι έριξα τον τουπέ μου και της μίλησα ευγενικά. Την κάλεσα να πιουμε και κανένα πιοτό στην καμπίνα μου. Μα τίποτε. Εκείνη ευγενικά αρνήθηκε κι εγώ άρχισα να σκυλιάζω. Ποια νόμιζε τέλος πάντων πως είναι, η ξιπασμένη; Εδώ, άλλες κι άλλες, κυρίες του καλού κόσμου, πολύ καθώς πρέπει θα το θεωρούσαν μεγάλη τους τιμή ακόμη και να τις κοιτάξω κι αυτή να μου κάνει τη δύσκολη!
Βγίνοντας από το Γιβλαρτάρ έπιασε η φουρτούνα. Μια καταιγίδα πρωτόφαντη, μας έσπαγε τα νεύρα.
Εκείνη στον ασύρματο κι εγώ στη γέφυρα ολονυχτίς κι ολημερίς παλεύαμε να βγούμε απ’ αυτή την κόμαση και τότε έγινε το χειρότερο. Αρπάξαμε φωτιά, δίχως να βρούμε την αιτία και πάνω που τη σβύσαμε σταμάτησαν κι οι μηχανές. Παραδέρναμε αβοήθητο στην καταιγίδα του Ατλαντικού τρία ολάκερα μερόνυχτα.
Οι ναύτες άρχισαν να βρίζουν. Έψαχναν να βρούνε τον ένοχο κι ο μάγειρας, που ήταν προληπτικός, τους βρήκε τη Ζωή για φταίχτη τούτης της μεγάλης συμφοράς.
-Δεν τόχετε ακούσει που λένε «πυρ, γυνή και θάλασσα»; Για να λευτερωθούμε απ’ το σατανά και να τριτώσει το κακό πρέπει να βγάλουμε από τη μέση το κορίτσι. Αυτή φταίει για όλα. Δε βλέπετε τι μυστήρια φέρεται; Μπορεί να είναι μάγισσα. Δε θα γλιτώσουμε με αυτή πάνω στο καράβι.
Αμέσως πήγα στην καμπίνα της. Πάλευε για να κοιμηθεί μέσα στην κοσμοχαλασιά ώσπου νάρθει η βάρδια της κι ενώ ο ουρανός φίνονταν νάχει γίνει ένα με τη θάλασσα. Σα με είδε προσπάθησε να κρύψει το γυμνό της μπούστο μα γω την πήρα βιαστικά από το χέρι και την τράβηξε, έτσι όπως ήταν, με τις νυχτικιές δίχως εξηγήσεις στην καμπίνα μου. Στο μεταξύ ήλθαν και οι άλλοι και ξέσπασαν στο μούτσο, που τους πρόδωσε, τον τουλουμιάσανε στο ξύλο, το φουκαρά κι έπειτα ήλθαν απειλητικά έξω από την καμπίνα μου. Εγώ τους πρόσμενα με το ερίστροφο στο χέρι.
Η αήθεια είναι πως όλοι τους δεν πήραν έτσι αψήφιστα την απόφαση που πήραν. Έμαθα πως τσακώθηκαν. Πως ήλθαν στα χέρια. Ο Πέτρος μάλιστα, ένας νταής μηχανικός, προσπάθησε με θάρρητα να τη γλιτώσει. Μα αλίμονο, ο μάγειρας με σύμμαχο του έναν αιγύπτιο, το Μουσταφά, πήρανε την πλειοψηφία. Εμένα μυ το κάρφωσε ο μούτσος, που φαίνεται την είχε συμπαθήσει γιατί του φερνόταν γλυκά και μαλακά, ενώ όλοι οι άλλοι τούδιναν σφαλιάρες.
-Τι τρέχει, καλόπαιδα; τους ρώτησα.
-Το και το, μούπε ο μάγειρας. Αποφασίσαμε να την πετάξουμε στη θάλασσα να ξορκίσουμε το κακό.
-Βρε ηλίθιοοι, τους λέω. Πρώτη φορά σε πλοίο τυχαίνει κάτι τέτοιο; Δε ντρέπεστε, βρε ρεμάλια; τους λέω, να θέλετε να ξεσπάσετε στο κορίτσι γιατί δεν έχετε τι να κάνετε τ’ απαυτά σας;
Τους είδα και λουφάξανε.
-Δρόμο, δουλειά, στις μηχανές για να γλιτώσουμε.
Η Ζωή στεκότανε κλαμένη στην καμπίνα μου, με τα μεγάλα μάτια της ολάνοιχτα απ’ την τρομάρα.
-Μείνε εδώ, της είπα. Μη φοβάσαι. Όλα τελειώσανε. Ετούτοι οι παληκαράδες δεν τολμάνε άλλο.
 Σε μιαν ωρίτσα οι μηχανές άρχισαν πάλι να δουλεύουν κι η κααιγίδα έμοιαζε να έχει κουραστεί. Ήμουν ευτυχισμένος, σίγουρος πια για την επιτυχία των σκοπών μου, τώρα που τη γλίτωσα από του Χάρου τα δόντια.
Ξεκλείδωσα την καμπίνα παίρνοντας το πιο γοητευτικό μου χαμόγελο. Ήμουν ο ήρωας.
Πάνω στο κρεβάτι μου πεσμένη, βρίσκονταν η Ζωή, πνιγμένη στο δικό της αίμα. Με το πιστόλι είχε τινάξει το ωραίο της κεφάλι στον αέρα και τα ματωμένα της μυαλά πιτσίλιζαν τους τοίχους. Πάνω στο γραφείο μου βρήκα το γράμμα της.
«Εγώ φταίω για όλα. Δεν έπρεπε ποτέ να διαλέξω αντρικό επάγγελμα. Ο Θεός με καταράστηκε γιατί αρνήθηκα το φύλο μου, γιατί πήγα κόντρα στη φύση. Στο πρώτο μου ταξίδι έγινε ναυάγιο και όλοι πνίγηκαν, εξόν από μένα. Στο δεύτερο πήραν φωτιά κι όλοι καήκαν, μοναχά εγώ γλίτωσα. Τα παιδιά είχαν δίκιο. Έπρεπε να φύγω εγώ για να γλιτώσετε. Από την αρχή σας αγαπούσα. Πρέπει να φύγω για να σας σώσω. Σας το χρωστώ.
Αντίο
Ζωή»

Την άλλη μέρα ξαστέρεψε. Θάψαμε τη ζωή στο βυθό της θάλασσας, καταπώς ταιριάζει σε ναυτικούς. Και από τότε κάθε γυναίκα που συναντώ θαρρώ πως είναι η Ζωή, όχι η Ζωή όμορφη και ζωντανή, όπως την πρωτόδα, μα η Ζωή με τιναγμένα τα μυαλά, όπως τη βρήκα μισόγυμνη στο κρεβάτι της καμπίνας μου.


περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων "Ο θηλυκός άνθρωπος"

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Ζητείται σύγγραμμα για συγγραφέα

Ζητείται σύγγραμμα για συγγραφέα

«Ζητείται σύγγραμμα για συγγραφέα» Κάπως έτσι θα έγραφαν στις εφημερίδες στη στήλη με τις Μικρές αγγελίες, πλάι στο «Ζητείται οικιακή βοηθός», «Απωλέσθη κανίς χρώματος λευκού, ακούει στο όνομα Μπιμπί, ο ευρών αμοιφθήσεται» πλάι στο «Νέος ευπαρουσίαστος, οικονομικώς ανεξάρτητος, 45 ετών ζητεί νέαν απαραιτήτως ωραίαν, μορφωμένην, καλλιεργημένην, γνωρίζουσα πιάνο και ρυθμικήν, φιλόζωον, με γαλανούς οφθαλμούς και μελαχροινήν όψιν, με προίκα τριόροφον εις κεντρικήν περιοχή, όχι μεγαλυτέρα των 25, σκοπός ο γάμος», πλάι στα αμέτρητα «ζητείται» των ανέργων και τα λιγοστά «ζητείται» κάποιων εργοδοτών, που έχουν πιθανότατα ήδη προσλάβει τους «ζητείται» τους. Μα κει κάπου κάτω κάτω στη γωνία με μικρά γράμματα θα τόβαζαν και θα πλήρωνα το αντίτιμο της δημοσίευσής του.
Γιατί όχι; Όλα τα προσόντα τα είχα. Χρήμα, τ’ όνομα του μακαρίτη του πατέρα μου (μέγας δημοσιογράφος τω καιρώ εκείνω) οι παλιές γνωριμίες να ντεμπουτάρουν στην τηλεόραση κι η ερωμένη μου μεγάλη σταρ στο σινεμά. Έγραψα και πεντέξι χαζοσήριαλ, που τάχαωαν σαν κουραμπιέδες, με τη γνωστή πετυχημένη συνταγή: ο άπορος νέος, η πλούσια κόρη, οι κακοί γονείς, η άπονη κοινωνία, το έκθετο παιδί που τελικά έχει πλούσια οικογένεια.. (Πάντα ο λαουτζίκος ηδονίζεται στη σκέψη ότι μόνο οι πλούσιοι παρεκτρέπονται σεξουαλικά, λες και το σεξ είναι βολική πόρτα εισόδου στην καλή κοινωνία) η πόρνη που πάντα είναι άγγελος που παραστράτησε και δε θέλει να κάνει ότι κάνει, λίγο σεξ, λίγο δάκρυ, λίγο γέλιο και με μιας το έργο γράφεται και προβάλεται στο τρεμάμενο φως της τηλεοπτικής λυχνίας μια φορά τη βδομάδα!
Σκάρωσα και μια δεκαριά τόμους με διηγήματα «παρμένα από την ίδια τη ζωή» κέρδισα τον τίτλο του μεγάλου συγγραφέα. Όνομα είχα, φήμη απόκτησα, πήρα και θέση στην Ακαδημία πράμα καθόλου δύσκολα, αν ειχες για συμμαθητή (και τα κολέγια γιαυτό υπάρχουν) κοτζάμ πρωθυπουργό και μάλιστα από αυτούς που δεν εκλέγονται κάθε 4 χρόνια. Μ’ έκαναν και διευθυντή σε μια από αυτές τις μεγάλες εταιρείες ακαθορίστου αρμοδιότητας, έχτισα βίλα στο Κεφαλάρι, πλάι στους πολιτικούς (για να τους μπαίνω στη μύτη) πήρα και λιμουζίνες, μια για μένα και δυο για τη νεαρή σύντροφό μου (η όμορφη νέα σύζυγος πρέπει νάχει όλες τις ανέσεις, ως και ιδιόκτητη γκαρσονιέρα για να μπορεί διακριτικά να σε απατά) και τώρα δα στη δύση της ζωής μου (τι μ’ έπιασε;) να θέλω κάτι να φτιάξω λέει σημαντικό, να μείνει αθάνατο σαν θα πεθάνω.
Σκέφθηκα, σκέφθηκα, λοιπόν και τ’ αποφάσισα. Διάβασα άπληστα όποιο νέο βιβλίο άγνωστου συγγραφέα έβγαινε στην πιάτσα, ξεχώρισα κάνα δυο που μου φάνηκαν σημαδιακά κι άρχισα τις βολιδοσκοπήσεις, τα παζάρια, τους εκβιασμούς. Οι πιο πολλοί ήταν απένταροι, μα ήτανε τόσο κουτοί, που πίστευαν ότι κάποτε η αξία τους θα λάμψει στον κόσμο των τενεκέδων, που τους κυκλώνει. ‘Αλλοι είχαν χρήματα κι άλλοι φάνηκε ότι κάπποιος άλλος έγραφε γιαυτούς (αυτοί θα πρόκοβαν, είχαν μπει απ’ την αρχή στα κόλπα του επαγγέλματος.
Τελικά έπεσα στην περίπτωση. Ήτανε μια μικρή μόλις 18 χρόνων. Μούφερε -στο χειρόγραφο η ανόητη- για να κρίνω το έργο της, ένα μυθιστόρημα, που όμοιό του δε διάβασα τα τελευταία 50 χρόνια. Αν το τύπωνε εκείνη κανείς δε θα το διάβαζε. Γιατί να διαβάσει κάποιος τα παιδιαρίσματα ενός παιδιού; Με το δικό μου όνομα όμως σίγουρα θα γίνονταν μπεστ σελερ. Έβαλα λοιπόν την υπογραφή μου δίχως αναβολή (ούτε χτένισμα δε χρειάστηκε η δακτυλογράφηση) και με καθαρή συνείδηση τόστειλα στον εκδότη μου. Σε λίγο οι χιλιάδες τα αντίτυπα δεν προλάβαιναν να εξαντλούνται.
Η μικρή δεν τόλμησε νάρθει να μου ζητήσει το λόγο, άλλωστε δεν είχε καμμιάν απόδειξη πως έγραψε αυτό το έργο κι έπειτα ποιος θα την πίστευε; Σε τέτοιες δουλειές το παν είναι η νομική κάλυψη.
Δεν την ξανάδα και ούτε πια θυμάμαι το πρόσωπό της. Είχε ένα άχαρο σουλούπι. Θυμάμαι μόνο το ειρωνικό χαμόγελο της γυναίκας μου, όταν την είδε στο γραφείο μου. Είναι αλήθεια. Δεν ξέρω να διαλέγω τις φιλενάδες μου, όπως αυτή τους εραστές της. Πάντα μου τόλεγε και πάντα με εκνεύριζε. Μα τ’ όνομά της το κράτησα. Όνομα κοινό κι ασήμαντο, όπως κι εκείνη. Όνομα απρόσωπο κομένο και ραμένο στα μέτρα μιας γυανίκας πλασμένης για τη μετριότητα. Κούλα Κουλούρη. Θα παντρευόταν κάποιο γελοίο υποκείμενο, θα στρωνόταν στην κουζίνα, θ’ αράδιαζε καμια ντουζίνα παιδιά, δεν έχασε και πολλά πράγματα απ’ τη ζωή της. Γιατί, ναι, ξέχασα να το αναφέρω, προχθές διάβασα στις εφημερίδες, με μικρά γράμματα, στη στήλη απέναντι από τις μικρές αγγελίες, πως μια μικρή Κούλα Κουλούρη, αυτοκτόνησε, κόβοντας τις φλέβες της. Τι κοινός τρόπος αυτοκτονίας! Δίχως καμμία πρωτοτυπία, δίχως καμμιάν ομορφιά.
Έτσι είναι σε αυτό τον κόσμο. Τα λιοντάρια πρέπει να βασιλεύουν, τα φιδια να σέρνονται, τα ελάφια να πεθαίνουν. Αδύνατο να γυρίσει κανείς τον κόσμο ανάποδα. Αλίμονο αν κάποιος τα κατάφερνε!
Όσο για τη μικρή νοιώθω ικανοποιημένος. Τουλάχιστον είχε την ικανοποίηση πως το έργο της πέρασε στην αθανασία, έστω και με τη δική μου υπογραφή. Έπρεπε να το ξέρει. Αλιώτικα δε γίνονταν.

 περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων "Ο Θηλυκός άνθρωπος"


Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Οι Στόχοι του ΟΗΕ για καλή υγεία και ευημερία για όλους σύμφωνοι με τον Ιπποκρατικό κανόνα

M. Αρβανίτη Σωτηροπούλου, Κάρεν Χάλοους, Παύλος Ναθαναήλ, Γιάννης Σχιζας
Οι Στόχοι του ΟΗΕ για καλή υγεία και ευημερία για όλους σύμφωνοι με τον Ιπποκρατικό κανόνα
  
 Εισήγηση στην Εκδήλωση που διοργάνωσε το ΠΑΔΟΠ για την προώθηση των 17 Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ στις 16 Μαρτίου 2017  στο αμφιθέατρο Αντώνης Τρίτσης του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Αθηναίων (Ακαδημίας 50)

      Ο ΟΗΕ προωθεί 17 στόχους για τη βιώσιμη ανάπτυξη. Από αυτούς ο 3ος που αφορά την καλή υγεία συνδέεται και με τον 1ο και 2ο (καθώς δε μπορείς να έχεις καλή υγεία σε συνθήκες φτώχειας και λιμοκτονίας), όσο και με τον 16ο (καθώς η ειρήνη είναι βασική προϋπόθεση για την επιβίωση των ανθρώπων) όσο και με όσους συνδέονται με το περιβάλλον (7,11,13 και 14) (αφού η ανθρώπινη υγεία -όπως πρώτος ο Ιπποκράτης ανέδειξε- έχει απόλυτη σχέση με το περιβάλλον στο οποίο ζει).
Παρά την τεράστια τεχνολογική πρόοδο η ανισότητα στην ανθρωπότητα έχει διευρυνθεί και είναι πλέον ορατή σε όλους.
   Σήμερα -περισσότερο από ποτέ- ο πόλεμος απειλεί την επιβίωση, όχι μόνο του ανθρώπου, αλλά και ολόκληρου του πλανήτη. Και δεν είναι μόνο τα πυρηνικά όπλα, που όχι μόνο εξακολουθούν να επιτρέπονται, αλλά και αναβαθμίζονται. Τη στιγμή που εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν από λιμούς και λοιμούς από ιάσιμες ασθένειες, υπάρχουν επιστήμονες που καλλιεργούν συστηματικά ιούς και στελέχη σε πολεμικά εργαστήρια.
Ενώ στις δυτικές χώρες όχι μόνο το προσδόκιμο επιβίωσης έχει εντυπωσιακά αυξηθεί, αλλά και με πανάκριβες τεχνικές γεννούν υπέργηρες (σε λίγο θα μπορεί να κυοφορούν και κάποιοι άνδρες τα κλωνοποιημένα τέκνα τους) στις φτωχές χώρες πάνω από 6 εκατομμύρια παιδιά εξακολουθούν να πεθαίνουν πριν κλείσουν τα 5 χρόνια τους. Την ώρα που οι προνομιούχοι ξοδεύουν περιουσίες για πλαστικές επεμβάσεις,  κάποιοι άλλοι στην ίδια χώρα δεν έχουν ν’ αγοράσουν ούτε Ασπιρίνη. Την ώρα που δήθεν «ευαισθητοποιημένοι» φανατικοί στη Δύση προπαγανδίζουν κατά των εμβολίων, χάρη στην ΠΟΥ του ΟΗΕ μόνο από το 2000 μέχρι σήμερα 15,6 εκατομμύρια θάνατοι έχουν προληφθεί χάρη στο εμβόλιο της Ιλαράς.
Οι στόχοι για την καλή υγεία του ΟΗΕ καλύπτουν όλους τους ανθρώπους, σε όλη τη γη. Έτσι επικεντρώνουν όχι μόνο στην τραγωδία των λιμοκτονούντων στον Τρίτο κόσμο και στους αμάχους που σφαγιάζονται στα πεδία πολέμων, στα στρατόπεδα προσφύγων ή αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής, αλλά και στους προνομιούχους, που λόγω κακής διατροφής ή επιβλαβών πρακτικών συνεχίζουν ν’ αυτοκτονούν καθημερινά.
Έτσι για ολόκληρη την ανθρωπότητα ο ΟΗΕ στοχεύει να μειώσει, έως το 2030, κατά το ένα τρίτο την πρόωρη θνησιμότητα από μη-μεταδόσιμες ασθένειες μέσω της πρόληψης και της θεραπείας και να προωθήσει την ψυχική υγεία και την ευημερία
Να ενισχύσει την πρόληψη και τη θεραπεία σχετικά με την κατάχρηση ουσιών, όπως ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλ.
Να μειώσει στο μισό, έως το 2020, τον αριθμό των θανάτων που οφείλονται σε τροχαία ατυχήματα
Να διασφαλίσει, έως το 2030, την ουσιαστική μείωση του αριθμού των θανάτων και των ασθενειών που οφείλονται σε επικίνδυνες χημικές ουσίες καθώς και στη ρύπανση και τη μόλυνση του αέρα, των υδάτων και του εδάφους .
Προωθώντας την δικαιοσύνη στοχεύει να ενισχύσει την έρευνα και την ανάπτυξη εμβολίων και φαρμάκων για μεταδόσιμες και μη ασθένειες, οι οποίες επηρεάζουν κυρίως τις αναπτυσσόμενες χώρες και να παράσχει πρόσβαση σε προσιτά και απαραίτητα φάρμακα και εμβόλια.
Αυτοί οι στόχοι του ΟΗΕ, είναι σύμφωνοι με τον Ιπποκρατικό κανόνα ότι η ζωή είναι υπέρτατη αξία και κανείς δεν έχει δικαίωμα να επιλέγει ανάμεσα σε φίλους ή εχθρούς, νέους ή γέρους, πλούσιους ή φτωχούς. Η άσκηση της Ιατρικής είναι μια πολιτική πράξη και ο γιατρός καλείται να υπερασπιστεί την ποιότητα ζωής του ασθενή του. Σύμφωνα με τους αφορισμούς του Ιπποκράτη ο γιατρός δικαιούται ν' απαιτήσει για τον ασθενή του το σωστό διαιτολόγιο, το υγιεινό περιβάλλον, την με μέτρο άθληση και σύμφωνα με τον 16ο αφορισμό "σε ελλιπή διατροφή λιγότερη εργασία". Αν αναλογιστούμε ότι για τον ιπποκρατικό γιατρό ο αφέντης κι ο δούλος μετρούσαν το ίδιο σε μια δουλοκτητική κοινωνία καταλαβαίνουμε το βάρος της κοινωνικής ευθύνης κάθε γιατρού σήμερα, που η εμπορευματοποίηση της Ιατρικής θέτει στο γιατρό τραγικά διλήμματα επιλογών από τα ράντζα των νοσοκομείων μέχρι τις λίστες αναμονής των μεταμοσχεύσεων. Με την Ιπποκρατική φιλοσοφία η Ιατρική από το λίκνο της γίνεται ο φυσικός προμαχώνας της Ειρήνης. Ο Ιπποκράτης δεν αρκέστηκε στο να περιθάλπει τους αθηναίους στο λοιμό του Πελλοπονησιακού πολέμου. Αν και κοντά στους πολιτικούς ηγέτες της εποχής, δε διστάζει ν' αποταθεί στο λαό της Θεσσαλίας με τον "Επιβώμιο" λόγο του, όταν οι αθηναίοι απείλησαν την Κω και ν' αποτρέψει έτσι εκείνος, o πρώτος γιατρός, για πρώτη φορά, ένα πόλεμο. Στα βηματά του η Εταιρεία μας με σλόγκαν το Ιπποκρατικό «Κάλλιον έστι το προλαμβάνειν του θεραπεύειν» πρωτοστάτησε στον αντιπυρηνικό αγώνα και γιαυτό τιμήθηκε με Νόμπελ Ειρήνης το 1985
Οι στόχοι του ΟΗΕ είναι ιδιαίτερα φιλόδοξοι. Εμείς, ειδικά οι γιατροί από τη χώρα, που γέννησε τον Ιπποκράτη, νιώθουμε την ανάγκη να συστρατευθούμε ακόμη μια φορά, ελπίζοντας σε ένα καλύτερο μέλλον για ολάκερη την ανθρωπότητα.
Έτσι θεωρούμε καθήκον μας να υπενθυμίσουμε στην ελληνική κυβέρνηση ότι οι υπέρογκοι στρατιωτικοί εξοπλισμοί, σπαταλούν πολύτιμους, για την κοινωνία, πόρους και δεν διασφαλίζουν την ειρήνη. Ειδικότερα τα πυρηνικά δε συμβάλουν στην ασφάλεια του πλανήτη. Αυτό ο ΟΗΕ το αντιλαμβάνεται και γιαυτό σύμφωνα με την ιστορική απόφαση της Ολομέλειας την 23 Δεκεμβρίου 2016 ξεκινά στις 27 Μαρτίου 2017 συζήτηση για «τη δημιουργία εντός του 2017 ενός δεσμευτικού νομικού οργάνου για την απαγόρευση των πυρηνικών όπλων με στόχο την πλήρη τους εξαφάνιση».
Νιώθουμε βαθύτατα απογοητευμένοι επειδή η παρούσα κυβέρνηση δεν τήρησε την υπόσχεση, που επανειλημμένα έδωσε ότι θα παλέψει για ένα κόσμο ελεύθερο από πυρηνικά.
Σύμφωνα με την επίσημη απάντηση, που μας δόθηκε από τον κο Κωνσταντίνο Κοδελλιά  πρώτο γραμματέα της μόνιμης επιτροπής στον ΟΗΕ 
    "Η Ελλάδα δεν θα συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις επειδή πιστεύει ότι υπάρχουν άλλες συμφωνίες!!! που επιτρέπουν τον πυρηνικό αφοπλισμό"
Έτσι όμως η χώρα μας, μποϊκοτάροντας την διαδικασία στον ΟΗΕ, εμφανίζεται ότι δεν είναι πλέον διατεθειμένη να εφαρμόσει το άρθρο VI της ισχύουσας ΝΡΤ (την οποία υπέγραψε) σύμφωνα με το οποίο «είναι υποχρεωμένη να στηρίζει κάθε διαδικασία που γίνεται με καλή πίστη για τον πυρηνικό αφοπλισμό».
Αν και κατανοούμε την ιστορική συγκυρία, (με τους δανειστές να μην κλείνουν την αξιολόγηση και την Τουρκία να απειλεί διαρκώς τα σύνορά μας) περιμένουμε από την ελληνική κυβέρνηση, να αναθεωρήσει τη στάση της, και σύμφωνα με την επιθυμία του ελληνικού λαού και τις εξαγγελίες της, να συνταχθεί με την πλειοψηφία των χωρών του ΟΗΕ, που τώρα νομοθετούν στον ΟΗΕ την πλήρη απαγόρευση των πυρηνικών όπλων ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου
Πρόεδρος της «Πανελλήνιας Ιατρικής Εταιρείας κατά της πυρηνικής και βιοχημικής απειλής»

 Στην ίδια εκδήλωση ομιλητές ήταν οι κκ 

                          Γιάννης Αμανατίδης, Υφυπουργός Εξωτερικών
ο υφυπουργός ΥΠΕΞ κ Γιάννης Αμανατίδης στο βήμα

     Karen Hallows, εκπρόσωπος της συνεργαζόμενης με τον ΟΗΕ διεθνούς οργάνωσης PEACE BOAT
η κα Κάρεν Χάροους στο βήμα

       Γιάννης  Σχίζας, συγγραφέας - στέλεχος του Οικολογικού κινήματος

Συντόνιζε ο Παύλος Ναθαναήλ,  δημοσιογράφος –  πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Συγγραφέων
Παρεμβάσεις έκαναν οι Πάνος Τριγάζης Πρόεδρος ΠΑΔΟΠ, 

ο κος Τριγάζης στο βήμα

Σοφία Τζιτζίκου πρόεδρος UNICEF, 
η κα Τζιτζίκου στο βημα

Νίκος Λιούσης πανεπιστημιακός.
ο κος Λιούσης στο βήμα

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου


Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Ένα μοναχικό κορίτσι


Ένα μοναχικό κορίτσι

ΡΕΝΑ: Ζούσαμε μαζί σαν αντρόγυνο δυο χρόνια πριν παντρευτούμε. Εκείνος σπουδαστής στο Πολυτεχνείο κι εγώ γιατρός στην εκκόλαψη. Είχα δοκιμάσει και με άλλους το πείραμα.
Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη ιδανική για τέτοιους πειραματισμούς της νεολαίας. Μυρμηγκιά ο φοιτητόκοσμος, επαρχιωτάκια λεύτερα πια από τον πατρικό ζυγό.
Ήταν ο πιο τέλειος συγκάτοικος που γνώρισα. Έπλενε τα ρούχα του, συμμάζευε τα πράματά του, μαγειρεύαμε κι οι δυο μαζί, συγυρίζαμε, ψωνίζαμε κι οι δυο, διαβάζαμε, διασκεδάζαμε παρέα.
Θυμάμαι που και που μέναμε ως αργά ακούγοντας τζαζ απ΄ το σαραβαλάκι το πικ απ που τούστειλε ο πατέρας του και βούιζε η πολυκατοικία.
-Σκασμός, γαϊδούρια… Έχουμε και διάβασμα! Ακούγονταν τέλος από τον ακάλυπτο και τότε ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια, κλείναμε το πικ απ, σβήναμε τα φώτα και κάναμε έρωτα κατάχαμα πάνω στη φλοκάτη της μάνας μου.
Όμορφα χρόνια, γεμάτα συγκινήσεις. Ο πατέρας μου, ένας γέρος παλιών ξεπερασμένων αντιλήψεων, τόξερε μα έκανε πως δεν το ξέρει. Τρεις κόρες είχε ο άμοιρος. Αλίμονο αν γύρευαν όλες προίκα. Μούστελνε τακτικά το μηνιάτικο και τα φιλιά του και ήταν ευχαριστημένος που δεν έχανα χρονιά και θάβγαινα κάποτε γιατρίνα. Οι δικοί της ήταν πιασμένοι πολιτικοί μηχανικοί, λεφτάς ο γέρος του κι η μάνα του της αριστοκρατίας. Μοναχογιό τον είχανε. Στην αρχή δεν είπαν τίποτε μη του χαλάσουνε τη ζαχαρένια. «Παιδί είναι, ας κάνει καμια τρέλα» έλεγαν. Μα αυτός ήτανε φαίνεται πολύ τρελός κι έτσι στα ξαφνικά, δίχως καν να τους ειδοποιήσουμε παντρευτήκαμε σ’ ένα ξωκλήσι, αφού τσακωθήκαμε με τον παπά που γύρευε παραπάνω λεφτά για ν’ ανάψει τον πολυέλαιο.
Ο πατέρας μου χάρηκε, χάρηκε πολύ κι έστειλε τη μάννα και την αδελφή μου με χωριάτικες χυλοπίτες και τραχανά για γαμήλιο δώρο και στριμωχτήκαμε στο δυαράκι μας για τη βδομάδα του μέλιτος. Ήτανε τότε που ο πατέρας έπαψε πια να μου στέλνει χαρτζιλίκι. Οι υποχρεώσεις του τελείωσαν τη στιγμή που με φόρτωσε στους ώμους του Άρη.
Οι δικοί του θύμωσαν, μα έκαναν πως αγνοούν το γεγονός και τούστελναν τόσα ώστε τα κουτσοβολεύαμε τον πρώτο καιρό. Μετά μας βοήθησαν, από μακρυά πάντα με τις γνωριμίες και τα μέσα τους να βρούμε καλές δουλειές κι έτσι το δεύτερο κιόλας χρόνο του γάμου μας ματσωνόμαστε καλά.
Πιάσαμε πιο ευρύχωρο δαμέρισμα, αγοράσαμε μοντέρνα έπιπλα, στέρο, μπόλικα λουλούδια πούκαναν το μπαλκόνι να μοιάζει με ζούγκλα, αγόρασα φορέματα και λούσα, αγόρασε φωτογραφικά κι εμφανιστήριο. Ζούσαμε μούρλια. Μόνο που φοβάμαι να κάνω παιδί. Με τη δουλειά που κάνω είδα τόσα….Όσα ξέρει κανείς τόσο το χειρότερο. Φοβάμαι τον πόνο. Μισώ τον θάνατο.
Μα ένα παιδί δικό του να τρέχει και ν’ αναστατώνει το διαμέρισμα είναι κάτι το υπέροχο! Κι έπειτα ο Άρης όλο φωτογραφίες παιδιών κρεμάει στους τοίχους…. Εκείνος θέλει τόσο ένα παιδί! Σκέφθηκα να του κάνω το χατήρι.


ΑΡΗΣ: Αφ’ ότου η Ρένα έμεινε έγκυος χάσαμε τα νερά μας. Ούτε εκδρομές πια, ούτε μπουάτ, ούτε χορός, ούτε τίποτε. Έμεινε στο κρεβάτι, ήταν δύσκολη, λέει η εγκυμοσύνη της, χλώμιαζε σα λεμόνι κι όλο έκανε εμετούς μα έκανε κουράγιο κι η καρδιά της χόρευε από περηφάνια όσο έβλεπε την κοιλιά της να φουσκώνει. Δεν έβγαινε έξω όπως οι άλλες για να το δείξει κι η μοναδική της απόλαυση ήταν σαν έβαζα το χέρι μου στην κοιλιά της όταν ο μπόμπιρας κλωτσούσε. Τους γέρους τους έφερα με το ζόρι να τη δούνε. Ήταν συγκινητικά. Όλοι έκλαιγαν. Βέβαια το εγγονάκι θα είχε τ’ όνομά μας.

Πλησίαζε ο καιρός για να γεννήσει κι άξαφνα είχε αίμα, πολύ αίμα. Αιμορραγούσε, στράγγιζε.
Ήταν όλοι φίλοι, συνάδελφοί της στο νοσοκομείο. Πάλεψαν, πάλεψαν πολύ. Δεν τους κατηγορώ. Μα εκείνη χάθηκε. Στράγγισε και την τελευταία σταγόνα αίμα της για να μ’ αφήσει ένα μωρό στην αγκαλιά, ένα σερνικό μωρό που θάχει τ’ όνομα της οικογένειας.
Μα εγώ δεν θέλω το μωρό. Θέλω εκείνη. Να τσακωθούμε, να φιλιώσουμε, ν’ αγαπηθούμε, να σμίξουμε με τη ζωώδικη ορμή που μας έδενε όσο ζήσαμε μαζί
Ήταν κάποτε μια μοναχική κοπέλα, που την έλεγαν Ρένα και συνάντησε ένα μοναχικό αγόρι, εμένα, κι αποφάσισαν να φτιάξουνε ένα καινούριο κόσμο, μα στο τέλος γέννησαν ένα φριχτό μωρό, ένα μωρό που έζησε από το θάνατο της ίδιας του της μάννας.
Είναι άδικο! Οι γέροι μου είναι ευχαριστημένοι. Όλα τελείωσαν καλά για την οικογένεια. Πήρε η μάννα μου το παιδί να το αναθρέψει όμοια κι απαράλλαχτα με μένα.
Κι εγώ…Εγώ θα τρέχω για σπουδές στο εξωτερικό. Θα μου πλασάρουν νύφες πολυπροικούσες. Θα μπω στο κατεστημένο. Θα γίνω σκληρός, απάνθρωπος. Θα δείξω τη γροθιά μου στο θεό. Δεν είχε το δικαίωμα να τα τελειώσει έτσι. Δεν είχε το δικαίωμα να φτιάξει έτσι τον κόσμο.

Ήταν κάποτε ένα μοναχικό κορίτσι που το κλάδεψαν άγουρα.

 Περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων "Ο Θηλυκός άνθρωπος"


Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Ο Κυριακάτικος περίπατος


Ο Κυριακάτικος περίπατος

Ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι καπνίζοντας κι αναθυμιόταν κείνα τα πρώτα χρόνια. Γέρασε κιολας στα 35 του. Και όμως μικρόδειχνε. Κανείς δεν τον περνούσε πάνω από 30 κι αυτό στη δουλειά του ήταν κακό. Πώς να εμπιστευθείς τη ζωή σου σε ένα παιδαρέλι;
Ο γιος του τσακώνοντας με την κόρη του. Οι τσιριχτές φωνές τους του τρυπούσαν τα μηνίγγια.
-Πάψτε επιτέλους, άκουσε τη φωνή της γυναίκας του. Ο μπαμπάς θέλει να κοιμηθεί.
Μια πόρτα έκλεισε με πάταγο κι ο θόρυβος απομακρύνθηκε. Τα παντζούρια κλειστά εμπόδιζαν το φως του καταμεσήμερου να πλημμυρίσει το υπνοδωμάτιο.
-Η καημένη η Χάρη! συλλογίστηκε ο Κώστας. Πόσα θα περίμενε σαν με παντρεύτηκε και τι βρήκε…. Κι οι γονείς της μούτρωσαν. «Δεν πήρα ούτε ντοκτορά» της λένε « και ούτε και καλός επαγγελματίας είναι. Κρίμα στην προίκα που του δώσαμε!» Και χαρά στην προίκα! Ένα διαμέρισμα δυάρι κι ένα μαγαζί κι αυτό απόμερο και συνέχεια ξενοίκιαστο και το διαμέρισμα δε φθάνει και πρέπει να πληρώνουμε ενοίκιο.
Δεν είμαι καταφερτζής, πάει τελείωσε. Δεν είμαι κομπιναδόρος. Μα ούτε και ιεραπόστολος είμαι, ούτε μπορώ να γίνω. Φταίει το σύστημα. Γνωστό. Φταίει το σύστημα.
Αν δούλευε η Χάρη; Όμως αν δούλευε, θάθελα γυναίκα για δουλειές γυναίκα για να φυλάει τα μωρά… τόσα έξοδα. Βλέπεις κι η πεθερά μόνο λόγια είναι, δε δίνει και κάνα χεράκι. Αν ζούσε η μάννα μου!!!! Μα δε βαριέσαι. Ποιον θα πρωτοκοιτούσε και κείνη η δύστυχη; Πέντε παιδιά ανάστησε κι ένα ζόρικο άντρα…. Ο πατέρας, αυτός την έθαψε. Οι παλιέ γυναίκες, βλέπεις ήταν βράχοι υπομονής. Ενώ η Χάρη, καλή, χρυσή, μα για τόλμησε να της πεις πως το φαΐ είναι καμένο, βγάζει μια γλώσσα δέκα πήχες και στο τέλος βάζει και τα υστερικά της κλάματα, έτσι που σε κάνει να νιώσεις τόσο δυνάστης, τόσο καταπιεστής…
Και τώρα, να στο νοσοκομείο, έκαναν το Χρήστο επιμελητή, ποιόν; το Χρήστο που δεν ξέρει πόσα απίδια βάζει ο σάκος, που από Ανατομία έχει μελετήσει μόνο τα βρωμοθήλυκα που μπάζει στη Μερσεντές του, που αν δεν ήταν ο μπάρμπας του καθηγητής, ποτέ δε θάχε πάρει το ρημάδι το πτυχίο. Και τώρα ο Χρήστος επιμελητής! Ο Χρήστος, που δεν κόπιασε για να μπει στο Πανεπιστήμιο, μα ήλθε μέσω Ιταλίας, αφού έκανε ένα χρόνο τουρισμό δίχως να ξέρει κατά που πέφτει το Ιταλικό Πανεπιστήμιο, έπαθε λέει μελαγχολία, θυμήθηκε την πατρίδα του και λόγω υγείας, μας ήλθε με μετεγγραφή στο πρώτο έτος.
Και συ δόλιε Κώστα, φτύσε αίμα για να μπεις και πάλι καλά που μπήκες με την πρώτη! Ο Γιώργος, πιο διαβασμένος και πιο έξυπνος μπήκε με την Τρίτη. Και κάτσε να διαβάζεις, κορόιδο Κώστα, όταν ο Χρήστος γύρναγε στις ταβέρνες και κάτσε να μαθαίνεις με τα ψηλάσου ιδανικά, πώς να υπηρετήσεις τον άνθρωπο.
Βλακείες, βλακείες για να τις χαύουν οι ηλίθιοι!
Άνθρωπος πρώτα απ’ όλα είμαι εγώ, άνθρωποι και τα παιδιά μου, η γυναίκα μου. Ποιος θα νοιαστεί γιαυτούς; Το κράτος; Μα αυτό μόνο κάποιους σαν το Χρήστο ξέρει να αμείβει. Είδες κανένα δίχως μέσον ή γλύψιμο να προκόβει;
Μα εγώ είμαι από περήφανη γενιά. Σιχαίνομαι να γλύφω τα’ άπλυτα του ενός και του άλλου. Τόσα ξενύχτια, απλήρωτα τόσα ξενύχτια! Τι κέρδισα; Άφηνα τη γυναίκα μου μόνη στο κρεβάτι, τα παιδιά μου άρρωστα και πήγαινα εκεί, δίχως μισθό να χειρουργώ ολονυχτίς, γιατί;
Έγινα καλύτερος χειρουργός. Κι έπειτα; Ποιος το εκτιμά; Οι προϊστάμενοι έκαναν το Χρήστο επιμελητή. Ήταν, λέει, από γνωστή οικογένεια κι ειχε κάνει κι ένα χρόνο στην Ευρώπη. Οι άρρωστοι… Αλήθεια πώς τους σκεπτόταν τους αρρώστους στην αρχή. Πώς έτρεμε για τη ζωή που του εμπιστεύονταν. Κι όταν πετύχαινε κι όταν νικούσε πώς χτυπούσε η καρδιά από ευτυχία! Μα τι γρήγορα που διάβαιναν τούτες οι συγκινήσεις. Μόλις συνέρχονταν ο άρρωστος, ο ετοιμοθάνατος, που εγώ είχα γλιτώσει από του Χάρου τα δόντια που εγώ είχα παλέψει ολονυχτίς να τον κρατήσω στη ζωή, ζήταγε το διευθυντή να κάνει συμβούλιο και τον πλήρωνε όσα όσα, τον άνθρωπο που πρώτη φορά αντίκριζε και για μένα δεν είχε ούτε ένα ευχαριστώ…
Θυμάμαι τα παλιά μυθιστορήματα του Κρόνιν, που διάβαζα παιδί. Αυτός ο ψυχοπλάνος μ’ έκανε να παθιαστώ με την Ιατρική. Δίχως λεφτά, δίχως ανάπαψη. Χαλάλι, σκεφτόμουν τότε. Παιδιακίσιες σκέψεις. Δίχως φαΐ, κανείς δε ζει. Δίχως λεφτά κανείς δε σε υπολογίζει. Ο Χρήστος έχει Μερσεντές. Έτσι κάνει κάθε γιατρός που σέβεται τον εαυτό του, λέει. Κι ο Τάκης ξέρει να λέει μεγάλες κουβέντες και να πληρώνεται. Είναι λοιπόν μεγάλη τέχνη να μπορείς να πείσεις τον άλλο πως είσαι σπουδαίος επιστήμονας, να μπορείς να δώσεις φάρμακα που δεν πρέπει, δίχως ντροπή, με ύφος δέκα προφεσσόρων, να μπορείς να λες ψέμματα δίχως να κοκκινίζεις. Ίσως αυτό τελικά να είναι η πιο μεγάλη σοφία της ζωής. Ο άλλος όσο σε πληρώνει, τόσο εκτιμά την αξία σου! Βλέπεις τα μαγαζιά. Τρέχουν σαν τρελοί στις μπουτικ πολυτελείας ν’ αγοράσουν πανάκριβα, ότι θα μπορούσαν να βρουν πάμφθηνα. Μα βλέπεις, έχει τη σφραγίδα του τάδε οίκου μόδας, έχει τη φίρμα. Και στην εποχή μας οι φίρμες βασιλεύουν. Μα ίσως δεν έχει άδικο ο κόσμος. Στη φίρμα αναζητά τη χαμένη του πίστη, την εμπιστοσύνη στο γνήσιο. Και πάνε για τσεκ απ στις πανάκριβες κλινικές γιατί φοβούνται τις μικρές, γιατί δε μπορούν να μπουν στα νοσοκομεία, και πάνε για γέννα στα πολυτελή τα Μαιευτήρια για νάναι σίγουρες ότι γιατρός θα τις ξεγεννήσει. Τρέλα του κόσμου; Και όμως την ίδια στιγμή οι ίδιοι τσιγκουνεύονται και την παραμικρή πεντάρα, Σε πληρώνει το νοσοκομείο σου λένε, σάμπως να μπορεί να ζήσει κάποιος με αυτό τον ξερό, ελάχιστο μισθό…
Ένοιωσε ένα δροσερό χέρι ν’ ακουμπά το μέτωπό του.
-Κοιμάσαι αγάπη μου; Είχες το τσιγάρο αναμμένο. Θα μας βάλεις φωτιά..
Κουλουριάστηκε πλάι του σα γατούλα κι έχωσε το πρόσωπό της στ’ ανοιχτό του στήθος.
-Τι μου κρύβεις; Μουρμούρισε παραπονιάρικα.
-Τίποτε, στέναξε κείνος. Απλώς σκεπτόμουν….
Γονάτισε πάνω στο κρεβάτι και τον κοίταξε με ψεύτικη σοβαρότητα.
-Είσαι κουτός, του είπε κι έπειτα από λίγο.. Τα πράγματα είναι υπέροχα!
Ο Γιαννάκης μπήκε τρέχοντας. Σκαρφάλωσε στο κρεβάτι και τρύπωσε ανάμεσά τους. Ξωπίσω του μπήκε και η Αννούλα. Αυτή προτίμησε να καβαλήσει το μαξιλάρι του κι άρχισε να του τραβάει τα μαλλιά.
-Μη παλιόπαιδο, της φώναξε γελώντας.
-Θέλω ντεντένι, μπαμπά, είπε ψελλίζοντας και καβάλησε το στήθος του.
-Είδες, που στάλεγα, είπε η Χάρη, ενώ στα καστανά της μάτια λαμπύριζε η ευτυχία. Όλα είναι υπέροχα!
-Δε ζηλεύεις, αγάπη μου; Της φώναξε ενώ κουνούσε ρυθμικά τα μωρά που τσίριζαν και γελούσαν ευτυχισμένα.
Έσκυψε και τον φίλησε παθιασμένα.
-Ξέρεις πότε θα ζηλέψω και πολύ μάλιστα. Πρόσεξε, λοιπόν κακομοίρη μου.
Πήδηξε απ’ το κρεβάτι. Τα παιδιά κρεμάστηκαν στα πόδια του.
-Μα δε σε πάω ούτε ένα θέατρο.
-Θα πάμε όταν μεγαλώσουν. Μου το ορκίζεσαι;
-Σ’ αγαπώ, Χάρη, το ξέρεις. Ωχ Πάλι λείπει το κουμπί απ’ το πουκάμισο.
Τα παιδιά είχαν κρεμαστεί τώρα πάνω της.
-Για πού τόβαλες; του είπε.
=Πάω στο νοσοκομείο. Κείνος ο φουκαράς ο γέρος που εγχειρήσαμε χθες, τη βγάζει, δεν τη βγάζει. Και ήταν τόσο συμπαθητικός!
-Λες να σου δώσει τίποτε ο γιος του;
-Μπα, δεν πιστεύω. Τα πήρε όλα ο Χρήστος. Υποσχέθηκε να του σώσει τη ζωή, ξέρεις.
-Πάντως αν πάρεις τίποτε έξτρα λεφτά, την Κυριακή θα πάμε βόλτα και θα φάμε έξω. Μου το υπόσχεσαι;
-Ναι αγάπη μου, Αντίο.
Ο γέρος ψυχορραγούσε. Δεν είχε καμιάν ελπίδα πια.
-Καλέσαμε τον κύριο καθηγητή. Θα γίνει συμβούλιο, είπε ο γιος του. Όταν ήλθε ο καθηγητής ο γέρος ήταν κιόλας νεκρός, όμως φυσικά ο γιος του πλήρωσε. Ολόκληρος καθηγητής είχε κάνει τόσο δρόμο για να τον σώσει, άλλο τώρα τ’ ότι δεν πρόλαβε. Ίσως γιαυτό να φταίει το γιατρουδάκι που μπλέχτηκε στα πόδια μας…
Ο γιος έφυγε θλιμμένος δίχως να πει ούτε ένα ευχαριστώ κι ο Κώστας ξενύχτησε πάλι δίχως πληρωμή. Είχαν βλέπεις έκτακτο χειρουργείο. Κάποιος έπρεπε να βοηθήσει. Θα πέθαινε ο φουκαράς ο άρρωστος. Κι η Χάρη μόνη στο κρεβάτι θα πρόσμενε τον κυριακάτικο περίπατο. Ποιος ξέρει; Ίσως την άλλη Κυριακή…

περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων "Ο θηλυκός άνθρωπος"

Πρόλογος
Τούτο το βιβλίο είναι πέρα για πέρα αληθινό.
Είναι ότι η γυναικεία μου διαίσθηση κατάφερε να φωτογραφίσει από τις καθημερινές στιγμές των ομόφυλών μου. Φωτογραφίες τόσο αλλιώτικες, μα τόσο ίδιες. Η Εύα, πολύμορφη σαν τη θάλασσα, πάντα γοητευτική και ζωογόνα, πάντα καταπιεσμένη, από τα γεννοφάσκια ως τη θανή της, πάντα θύμα εκμετάλλευσης μα πάντα τολμηρή κι έτοιμη ν’ αντιδράσει με όποια δύναμη της είναι βολετό.
Γυναίκες ηρωίδες, μα και γελοίες, σκληρές, κακές ή αδύνατες, μα πάντα προδομένες από παντού, ακόμη κι από το φύλο ή τα παιδιά τους.
Γυναίκες παγιδευμένες σε μιαν εποχή επανάστασης, που πριν προλάβουν να γευτούν τη γλύκα των καρπών της, τις φόρτωσε με νέες ευθύνες.
Γυναίκες πελαγωμένες από τις τόσες θεωρίες, που τέλεια ανοργάνωτα παλεύουν κι αντιδρούν, υπακούοντας τυφλά στην παρόρμηση και τις εμπειρίες τους.
Γυναίκες τόσο όμοιες στον πόνο και την αγάπη, τόσο ευαίσθητες κι υπεύθυνες μπροστά στην ίδια τη ζωή.
Τούτες οι φωτογραφίες παρθηκαν με αγάπη και γνήσιο ενδιαφέρον. Είθε να βοηθήσουν να βρει επιτέλουν η Εύα το χαμένο της πρόσωπο, την αληθινή της ταυτότητα. Είθε να γίνει κάποτε η Εύα αυτό που πάντα ήταν. Ο Θηλυκός άνθρωπος.
Πειραιάς 1981

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου