Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Ο πρίγκηπας


 Ο πρίγκηπας

Τον αγάπησε. Και τι μ’ αυτό;
Ήταν στα 15. Τι πιο φυσικό, πιο όμορφο από την αγάπη των 15 χρόνων. Πίστευε στα ιδανικά και τη θυσία. Πίστευε τον άνθρωπο με όλη την αγνότητα, με όλη την άγνοια 15 χρόνων ζωής. Όλοι την καταδίκασαν. Όλοι είχαν πείρα. Εκείνη ήταν άπειρη. Όλοι έβλεπαν ενώ εκείνη ήταν τυφλή.
Όμορφη η αγνή ζωή της παρθενιάς, λένε τα βιβλία. Λευκό, άσπιλο χιόνι, άλικο τριαντάφυλλο. Και δάγκωνε τις νύχτες το μαξιλάρι της να μη ξεσπάσει σε λυγμούς και πέταγε ο νους σε μαγικά παλάτια γιομάτα πριγκηπόλουλα, πλούσια, όμορφα, ευγενικά, δυνατά. Όλα τόσο αγνά, όλα μυρίζουν λεμονανθούς, όλα τελειώνουν με γάμο.
Κι εκείνος μες την εκκλησιά, τι πιότερη σιγουριά μπορούσε να ζητήσει; Έψελνε, ο δάσκαλος του χωριού, ο άνθρωπος που καθημερινά θυσιάζεται στο βωμό της γνώσης, ο ήρωας των ονείρων της, ο υπεράνθρωπος που ολονυχτίς κι ολημερίς πάλευε με το κακό και το νικούσε. Πόσο υπέροχος φάνταζε στην εκκλησιάς το βήμα! Πόσο σοφός κι ενάρετος!
Και όλοι την καταδίκασαν. Όλοι. Κι η μάννα που διάβασε κρυφά το ημερολόγιο κι οι φίλες, που άκουσαν την εξομολόγησή της.
-Είναι χωριάτης. Δεν τον ακούς πώς μιλά; Είναι φαφλατάς. Ένας δασκαλάκος. Χαρά στο πράμα! Για σένα, την όμορφη, πλούσια Ξένια, ολάκερος ο κόσμος θα σωριαστεί στα πόδια σου για να διαλέξεις. Αξίζει τον κόπο να νοιαστείς για έναν ασήμαντο ψωριάρη;
Δεν τους πίστεψε. Τι κι αν ήταν δασκαλάκος; Ίσα ίσα στα μάτια της αυτό μετρούσε πιότερο. Ο δάσκαλος! Τι έργο ιερό! Τι τιμημένο επάγγελμα! Και στ’ αλήθεια μπροστά του όλες τον γλυκοχαιρετούσαν και τόβλεπε, όλοι τον επαινούσαν και τ’ άκουγε. Τι είχε προλάβει τάχατες να μάθει από την ανθρώπινη υποκρισία;
Αγαπούσε τόσο το χωριό! Πρόσφερε παντού και πάντα ολάκερο τον εαυτό του. Ήταν καλός, ήταν ο ήρωάς της. Και κείνος δεν της έριχνε ούτε μια ματιά κι ας ήταν τόσο όμορφη, τόσο έξυπνη, τόσο πλούσια. Στα μάτια του θα φάνταζε τόσο ασήμαντη! στοχάζονταν. Παράξενη που είναη η αγάπη! Τι κι αν σε θαυμάζει όλος ο κόσμος, όταν εκείνος που αγαπάς δε σ’ έχει στην καρδιά του!
Κάποτε επιτέλους ήλθε στ’ αρχοντικό τους. Ένα αρχοντικό, σαν όλα τα νησιώτικα αρχοντικά, με την απλόχωρη αυλή με τις αλιτάνες, με τις διπλές στέρνες, τη μεγάλη κάναβα και τα ευρύχωρα ομορφοστολισμένα δωμάτια.
Όμορφη μέρα, Κυριακή, μετά την εκκλησία. Πολλοί συνήθιζαν να παίρνουν τον καφέ τους στ’ αρχοντικό του Μαρή κι ήταν αληθινός άρχοντας ο πατέρας της. Είχαν να το λένε για την κουβαρντοσύνη του σε όλη την καλή κοινωνία του τόπου.
Κάθισαν στην πρόχειρη τη σάλα, τη μικρή, δίπλα στην επίσημη τραπεζαρία. Εκείνη σέρβιρε τον καφέ με τα εφτάζυμα παξιμαδάκια και το γλυκό του κουταλιού μες την κρυστάλλινη τη γυάλα. Πήρε το ασημένιο κουταλάκι, έφαγε μια κουταλιά από το βάζο, κατά τις συνήθειες, πήρε τα’ ολοκάθαρο ποτήρι να ευχηθεί στους νοικοκύρηδες. Δεν της έριξε ούτε ένα βλέμμα. Εκείνη έτρεμε κι ένιωθε πως όλοι την κοιτούσαν. Ήταν ακόμη μικρή. Δεν επιτρεπόταν να μένει στο σαλόνι σαν κουβέντιαζαν οι μεγάλοι. Συνήθως κουτσομπόλευαν σιχαμένες υποθέσεις ή διηγιόνταν πιπεράτα σκάνδαλα του παρελθόντος.
Περνώντας στο χολάκι στην κρεμάστρα είδε το σακάκι του. Ένα σακάκι καφέ, μοντέρνο, ομορφοραμμένο. Πλησίασε ντροπαλά, το χάιδεψε με τ’ ακροδάκτυλά της κι έπειτα ακούμπησε το φλογισμένο μάγουλό της στην απαλή του επιφάνεια. Μύριζε όμορφα κολόνια ακριβή κι ένιωσε να ζαλίζεται από τη μαγεία της δικής του κολόνιας, που ίσως τόσες άλλες φορές είχε ξαναοσμιστεί.
Έπειτα κλείστηκε στο δωμάτιό της κι αναλύθηκε σε λυγμούς. Δεν ήξερε πώς ένιωθε, αν ήταν χαρούμενη ή λυπημένη. Ήταν απλά ερωτευμένη και όλα μπερδεύοντας στο μυαλό της. Μια μόνο φωνή ηχούσε πια ξεκάθαρα εντός της. Η κραυγή της καρδιάς της. «Τον αγαπάς. Είσαι τρελή γιαυτόν. Τον αγαπάς». Όλα τ’ άλλα ήταν τόσο ασήμαντα και μακρινά. Θαρρείς και σταμάτησε ο χρόνος. Θαρρείς και ανθίζει η αιώνια άνοιξη. Ο πρώτος έρωτας!
Στο τραπέζι, το ίδιο κι όλας μεσημέρι τούτη η καρδιά η ματωμένη απ’ αγάπη βρέθηκε να σωριάζεται σε θρύψαλα.
-Ξέρεις, γυναίκα, είπε ο πατέρας, ανάμεσα σε τόσα σοβαρότερα που κουβεντιάστηκαν κείνη τη μέρα. Ο δάσκαλος φεύγει. Αρραβωνιάστηκε με μια δασκάλα. Θα πάει στο χωριό της να μένουν εκεί όταν παντρευτούν.
Το έδαφος υποχωρούσε κάτω απ’ τα πόδια της, τα μάτια της έκαιγαν τα’ αυτιά της βούιζαν και όμως συνέχισε να ρουφά αμίλητη τη σούπα της, ωραία ψαρόσουπα κατάλληλη για γιορτινό τραπέζι.
Σε δυο βράδια έφευγε για την κατασκήνωση της Μητρόπολης στο γειτονικό νησί. Ο μπαμπάς ήταν τόσο θρήσκος, τάχε καλά με τους δεσποτάδες κι ήθελε να δώσει στη μοναχοκόρη του τη γνήσια χριστιανική αγωγή. Θα πήγαινε μόνη της με το βαπόρι. Ήταν κάτι σαν τεστ ανεξαρτησίας. Οι γονιοί της πίστευαν στην αγνότητα και την εξυπνάδα της, της είχαν αρκετήν εμπιστοσύνη. Άλλωστε όλο κι όλο το ταξίδι θα βαστούσε δυο ώρες. Απέναντι περίμεναν οι θειάδες της, αδελφές της μαμάς κι αυτές τόσο θεοσεβούμενες και ηθικές πούχαν μείνει ανύπαντρες, για να προσφέρουν τα πάντα για το θεάρεστο έργο της Ιερής τους Μητρόπολης.
Μα να που η τύχη μπλέκει παράξενα το δίχτυ της γύρω από τους ανθρώπους. Σε αυτό το ίδιο το καράβι, την ίδια μέρα βρέθηκε κι εκείνος. Πήγαινε στην Αθήνα, ίσως για να ρυθμίσει τη μετάθεση στο νησί της αρραβωνιαστικιάς. Βρέθηκαν μόνοι, τελείως μόνοι, φυλακισμένοι σ’ ένα καράβι, ριγμένο στην πιο απέραντη θάλασσα, τριγυρισμένοι από αγνώστους.
Τότε της πρωτομίλησε. Ήταν οι συνηθισμένες ευγενικές, τυπικές κουβέντες δυο ξένων σ’ ένα καράβι. Έτσι για να περνά η ώρα, καθώς κάθεσαι στο κατάστρωμα και χαζεύεις με τους γλάρους, που πότε πετούν και πότε κρεμιούνται στον αέρα, ακολουθώντας το ρέμα απ΄το καράβι, καθώς αφαιρείσαι στο πάφλασμα της θάλασσας κάτω από τη δυναμικότητα της μηχανής του πλοίου, καθώς ξεκουράζεσαι ακούγοντας το μακρινό βουητό της μηχανής σταθερό και ήρεμο σαν την καρδιά σου, να σμίγει με το βούισμα του υγρού ανέμου.
Έμαθε σε ποια τάξη πηγαίνει, αν της αρέσει η κατασκήνωση, αν σκοπεύει να σπουδάσει, τι της αρέσει να κάνει τις ελεύθερες ώρες της.
-Γράφω και ημερολόγιο, του είπε.
-Κι εγώ έγραφα, της αποκρίθηκε με ενθουσιασμό.
Ένα κοινό σημαδάκι στους δρόμους τους. Ένα ημερολόγιο. Είναι τόσο προσωπικό, τόσο εξομολογητικό.
Κι έξαφνα άρχισε να νιώθει τους ήχους του ρολογιού να χτυπούν στην καρδιά της. Φάνηκε η απέναντι στεριά. Τον έχανε για πάντα. Τον έχανε δίχως καν να πολεμήσει για να τον κατακτήσει.
-Θέλω να γίνω κι εγώ δασκάλα, τόλμησε μ’ ένα βιαστικό χαμόγελο.
-Σ’ αρέσει;
-Ναι, είναι κι αυτό, μα είναι και κάτι άλλο.
-Αλήθεια, Ξένια, ερωτεύτηκες ποτέ; της είπε τολμηρά. Ξαφνιάστηκε, κοκκίνισε, χαμήλωσε το βλέμμα.
-Τι σημασία έχει; Έμαθα πως είναι αρραβωνιασμένος, αποκρίθηκε.
-Και αν δεν είναι; της είπε προκλητικά.
Τον κοίταξε κατάματα για πρώτη φορά ως τότε. Είχε κάτι ρυτίδες γύρω απ’ τα μάτια και στο μέτωπο ο ήλιος του καλοκαιριού τις είχε σκάψει βαθύτερα. Δε θάταν πάνω από 30 και όμως της φάνηκε γέρος.
Άραγε τον αγαπούσε εκείνη τη στιγμή; Τον ένιωθε τόσο μακριά, τόσο ξένο! Της έπιασε το χέρι, χάιδεψε το χέρι, χάιδεψε απαλά τα μαλλιά της πούπαιζαν τρελά στο ακατάστατο φύσημα του υγρού αγέρα. Έκανε ψύχρα.
-Θέλω μια χάρη, της είπε. Να μου χαρίσεις το ημερολόγιό σου. Θέλω να δω τι γράφεις για μένα…
Δεν ήθελε να το χαρίσει σε κανένα κείνο το ημερολόγιο και προπάνων σε αυτόν. Κει μέσα έγραφε χωρίς ντροπή όλες τις ανησυχίες και τα ξεσπάσματα που δε θα τολμούσε να ομολογήσει στον ίδιο της τον εαυτό. Κει ακόμη έγραφε όλες τις κατηγόριες που του έσερναν όλοι οι γνωστοί της κι αυτές που δεν πίστευε, μα έτσι τις ανάφερε για την ιστορική αλήθεια της αφήγησης.
Αυτός επέμενε στην απαίτησή του κι εκείνη η κουτή φοβήθηκε μήπως πιστέψει ότι δεν τον αγαπούσε στ’ αλήθεια! Τι εύκολα σβήστηκε η άλλη από το μυαλό της! Το γρήγορα πίστεψε στον έρωτά του! Πόσο φθηνά ξεπούλησε την καρδιά της!
-Θα μου γράφεις; της ψιθύρισε καθώς το βαπόρι έμπαινε στο λιμάνι και αυτός στην τσέπη του κρατούσε το ευαγγέλιο της ίδιας της καρδιάς της.
Ζαλισμένη βγήκε στην αποβάθρα και μέσα από σύννεφα θαρρείς αντίκρισε τις θειάδες της με τ’ αγέρωχο στρατιωτικό παράστημα. Άραγες οι καρδιές τους ξύπνησαν ποτέ; αναρωτήθηκε. Την φρόντισαν με ιδιαίτερη αγάπη, το δείπνο ήταν τόσο φροντισμένο και η κοινή τους προσευχή στο ειδικό δωμάτιο – προσευχητάρι με το τρεμάμενο καντήλι να μισοφέγγει τ’ αυστηρά πρόσωπα των αγίων, τόσο κατανυκτική! Μα φαίνεται δεν έφερε το ποθούμενο αποτέλεσμα γιατί εκείνη έμεινε ξάγρυπνη όλη νύχτα να τον συλλογιέται. Δεν μετάνοιωνε για τίποτε, μόνο που θάθελε να την είχε φιλήσει. Ενοιθε περιέργεια γιαυτό το πρώτο φιλί, που τόσο υμνούν οι ποιητές κι οι συμμαθήτριές της.
-Μα καλύτερα, σκεπτόταν, δε με φίλησε γιατί με σέβεται, με υπολογίζει, με αγαπά.
Εκεί στην κατασκήνωση τόλμησε να το πρωτοπεί σε μια της φίλη. Ήταν συμμαθήτρια και πίστευε ότι μπορούσε να της έχει εμπιστοσύνη.
-Ανόητη! Της αποκρίθηκε με τη φωνή της λογικής. Κάθισες και πίστεψες τις ψευτιές του; Τώρα θάναι με την αρραβωνιαστικιά του. Θα γελά με το πάθημά σου. Ξέρει τι τόθελε το ημερολόγια; Απόδειξη της κουταμάρας σου. Να το δείχνει στους φίλους του και να σε κοροϊδεύουν. Να λέει « Να, Είδατε, με ερωτεύτηκε η κόρη του μεγάλου αφεντικού, του Μαρή με τ’ όνομα!!!»
Τα λόγια της ξύπνησαν και της Ξένιας τη λογική, μα όχι αρκετά. Η γνώση θέλει εμπειρία. Έκανε λες και της υπαγόρευαν ότι της είπε η καλή της φίλη. Τούστειλε ένα ψυχρό γράμμα που ζητούσε συγνώμη για την επιπολαιότητα και απαιτούσε την επιστροφή του ημερολογίου της. Περίμενε μάταια 15 ολάκερες μέρες μα δε λάβαινε καμμιά απόκριση.
Τότε αποφάσισε να εξομολογηθεί στον παπά της κατασκήνωσης. Αυτός της έβαλε Κανόνα να μη κοινωνήσει δυο χρόνια για την αμαρτία της και απαιτούσε την επιστροφή του ημερολογίου της. Έγραψε μάλιστα μόνος του μια νέα επιστολή σε αυτό τον «κύριο», -όπως συνήθιζε να τον αποκαλεί με την αντιπαθητική φωνή του- που την έστειλε συστημένη με δικά του έξοδα. Τι χριστιανική θυσία, τι ανυπόκριτη αγάπη! Τα πάντα για τη διαφύλαξη της τιμής και της υπόληψης της γυναίκας!
Μα κείνη πια ένοιωθε μόνο κούραση. Δεν την ένοιαζε πια το ημερολόγιο. Ας το έκανε ότι θέλει. Εκείνη ήθελε μονάχα να ξεχάσει, να τρέξει, να ξεφύγει. Ένιωθε την καρδιά της θρύψαλα, τα σωθικά της ματωμένα, το στήθος της σα μέγγενη κι εκείνοι πάλευαν για μια τιμή που της ήταν άχρηστη, για μιαν υπόληψη που της ήταν αδιάφορη.
Και η φίλη της της έλεγε.
-Πώς θα φανεί στον άντρα που θα πάρεις, να βρίσκονται τα γραφτά σου στα χέρια κάποιου άλλου; Είναι σα να ξεπαρθενεύτηκες με το νου γυμνώνοντας τ’ άδυτα της ψυχής σου μπροστά σε έναν άγνωστο!
Και η Ξένια δάκρυσε από ντροπή, όσο και αν πίστευε πως το καλό πριγκηπόπουλο των ονρίρων της σίγουρα θα της το συγχωρούσε. Μα τώρα πια είχε αρχίσει ν’ αμφιβάλει για τα τόσο ζωντανά της όνειρα. Είδε μια φορά τον πρίγκηπα, μα ξεγελάστηκε και τώρα που πέταξε τη μάσκα, το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό και οι ρυτίδες του ουλές, σημάδια της κακίας. Και όμως η καρδιά της δεν κρατούσε κάκητα. Εκείνος φέρθηκε όπως οι περισσότεροι άνδρες στη γη. Εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία. Ενώ εκείνη φταίει, το κρίμα της βαρύ και όχι γιατί του μίλησε, γιατί φέρθηκε έτσι, γιατί του χάρισε το ημερολόγιο – όπως οι άλλοι την κατέκριναν- μα γιατί λάθεψε στα σημάδια, γιατί πίστεψε σε λάθος πρίγκηπα, γιατί αγάπησε λάθος όνειρο.
Μα τι παράξενο! Δεν ένοιωθε μετανιωμένη. Δεν ένιωθε κουρασμένη να ξαναγαπήσει, να ξαναλαθέψει. Κείνο που την κούραζε μέχρι θανάτου ήταν η καταδίκη για ένα έγκλημα που δεν αναγνώριζε, η κατακραυγή για μια πράξη που κίναγε από τα πιο ξάστερα μονοπάτια της καρδιάς της.
Έτσι πέρασε άλλος ένας ολάκερος μήνας. Ήλθε το φθινόπωρο. Και μια μέρα ο σεβάσμιος ιερέας αναγκάστηκε να επισκεφθεί τον πατέρα της. Ήταν κι αυτή μια πράξη θυσίας, μια απόφαση ηρωική, ίσως και μια πράξη εκδούλευσης στον άρχοντα του τόπου.
Ο πατέρας ήλθε στο δωμάτιό της λυπημένος έως θανάτου. Τα λόγια του μαχαίρι, την έσφαζαν αργά και συνετά. Ήταν πάντα τόσο λογικός! Ποτέ του δε φερνόταν με ξεσπάσματα. Πίστευε ότι η ψυχραιμία είναι η μεγαλύτερη αρετή στον άνθρωπο. Και τώρα, τι απογοήτευση από τη δική του κόρη! Τι πόνος αβάσταγος για έναν άνθρωπο της δικής του αρετής, του δικού του ήθους!
-Δε ντράπηκες, παιδί μου, το τιμημένο μας όνομα, που γενιές ολάκερες κανείς δεν τόλμησε να πει κουβέντα, που σε άλλους καιρούς τόσα φονικά γινόντουσαν για κάτι τέτοιες ατιμίες….Τι τιμωρία να αρμόζει σ’ ένα παιδί, που έδειξε τέτοιαν αχαριστία σε τόσες γενιές έντιμων προγόνων; Μα ξέρω πως μετάνιωσες. Μου τόπε ο πνευματικός σου! Μα είναι δυνατόν αυτά που κατακρίνουμε να τα γευόμαστε στο ίδιο μας το σπίτι; Να γευόμαστε τις πομπές των άλλων;
Η Ξένια έκλαιγε βουβά. Δεν έβρισκε κάτι ν’ απαντήσει. Δεν ήταν ώριμη να επαναστατήσει. Δεν ήταν παρά ένα άβουλο κοριτσόπουλο, χαμένο κάτω από την πατρική εξουσία.
Η μάννα της αν και γεμάτη πανικό και δάκρυα στα μάτια της μίλησε πιο στοργικά.
-Φαντάσου, κοριτσάκι μου, νάσαστε κάπου μόνοι, τι θα μπορούσε να σου κάνει ο αχαΐρευτος!!!
Η μητρική καρδιά έτρεμε μπροστά σε τέτοιαν απειλή. Η Ξένια δεν τολμούσε να ρωτήσει τι εννοούσε. Σκέφτονταν τάχατες με τη μητρική διαίσθηση το φιλί που ευχήθηκε η κόρη της ή κάτι πιο πολύ; Μα γιαυτό το κάτι πιο πολύ η Ξένια ορκιζόταν πως ποτέ δε θα το δεχόταν, γιατί πάντα το πίστευε αναπόσπαστα δεμένο με την τελετή στην εκκλησία, γιατί οι πόθοι της δεν ήταν ακόμη συγκεκριμένοι, γιατί δεν έψαχνε για εραστή, αλλά για ήρωα και με τους ήρωες των παραμυθιών κανείς δεν κάνει έρωτα.
Τα Χριστούγεννα ο πατέρας πήγε και τον βρήκε, παντρεμένο πια στο χωριό της γυναίκας του. Ήταν μεγάλη απόφαση για έναν άνθρωπο σαν το Μαρή, μα μπροστά στην οικογενειακή τιμή κάθε υποχώρηση στις αρχές μας φαίνεται λίγη. Κανείς δεν ξέρει τι ειπώθηκε μεταξύ τους, μα ο Μαρής γύρισε θριαμβευτής με το ημερολόγιο στο χέρι.
Το άλλο καλοκαίρι ο δάσκαλος κι η γυναίκα του ήλθαν να παραθερίσουν στο χωριό μας. Στο σχόλασμα της εκκλησιάς που τους απάντησαν χαιρετήθηκαν τόσο ευγενικά και πολιτισμένα! Ήταν ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους! Μα ένα μεσημέρι που απαντήθηκαν άξαφνα σ’ ένα ασβεστωμένο δρομάκι και βρέθηκαν αναγκαστικά πρόσωπο με πρόσωπο, ο δάσκαλος της γύρισε επιδεικτικά τις πλάτες δίχως μια καλημέρα.
Τον άλλο κιόλας χρόνο έμαθαν πως χώρισε γιατί η γυναίκα του τον έπιασε στα πράσα ν’ αποπλανά μια μαθήτρια της Ε τάξης.
Κι η Ξένια χρειάστηκε να περάσουν άλλα πέντε χρόνια για νάβρει τη δύναμη και τη γνώση να γράψει στο ημερολόγιό της.
«Η αγνότητα! Μια ηθική για κάποιες ηλικίες. Πώς μπορεί να τη βαφτίζουν αρετή; Πώς μπορεί το καλό νάναι καλό για τον ίδιο άνθρωπο μόνο για μια περίοδο της ζωής του κι έπειτα να ξεφτά, να παραμορφώνεται, να γίνεται κακό;
Ανθρώπινες δικολαβίες που φυλακίζουν τους ανθρώπους σε κλουβιά. Οι αληθινά ακατάλυτες ιδέες, τα γνήσια ιδανικά μένουν αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά, από φυλή σε φυλή, από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ότι αλλάζει μορφή είναι κάλπικο, είναι για τα σκουπίδια.
Και όμως.. ίσως όλες οι αξίες τελικά είναι απόψεις μιας στιγμής, έπειτα φεύγουν και αλλάζουν κι άλλες παίρνουν τη θέση τους. Η ομορφιά λατρεύεται σε μια στιγμή κι αμέσως μαραίνεται. Η καλοσύνη κρατά όσο κι η στιγμή της καλής πράξης, καλής σκέψης, καλής χειρονομίας κι ο έρωτας υπάρχει μονάχα στις μεγάλες προσδοκίες μας…»

  
Περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων "Ο Θηλυκός άνθρωπος"

Πρόλογος      
Τούτο το βιβλίο είναι πέρα για πέρα αληθινό.
Είναι ότι η γυναικεία μου διαίσθηση κατάφερε να φωτογραφίσει από τις καθημερινές στιγμές των ομόφυλών μου. Φωτογραφίες τόσο αλλιώτικες, μα τόσο ίδιες. Η Εύα, πολύμορφη σαν τη θάλασσα, πάντα γοητευτική και ζωογόνα, πάντα καταπιεσμένη, από τα γεννοφάσκια ως τη θανή της, πάντα θύμα εκμετάλλευσης μα πάντα τολμηρή κι έτοιμη ν’ αντιδράσει με όποια δύναμη της είναι βολετό.
Γυναίκες ηρωίδες, μα και γελοίες, σκληρές, κακές ή αδύνατες, μα πάντα προδομένες από παντού, ακόμη κι από το φύλο ή τα παιδιά τους.
Γυναίκες παγιδευμένες σε μιαν εποχή επανάστασης, που πριν προλάβουν να γευτούν τη γλύκα των καρπών της, τις φόρτωσε με νέες ευθύνες.
Γυναίκες πελαγωμένες από τις τόσες θεωρίες, που τέλεια ανοργάνωτα παλεύουν κι αντιδρούν, υπακούοντας τυφλά στην παρόρμηση και τις εμπειρίες τους.
Γυναίκες τόσο όμοιες στον πόνο και την αγάπη, τόσο ευαίσθητες κι υπεύθυνες μπροστά στην ίδια τη ζωή.
Τούτες οι φωτογραφίες παρθηκαν με αγάπη και γνήσιο ενδιαφέρον. Είθε να βοηθήσουν να βρει επιτέλουν η Εύα το χαμένο της πρόσωπο, την αληθινή της ταυτότητα. Είθε να γίνει κάποτε η Εύα αυτό που πάντα ήταν. Ο Θηλυκός άνθρωπος.
Πειραιάς 1981

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Η Ανάσταση

Η Ανάσταση

Η Ρένα ζωγράφιζε τόσο όμορφα, που μερικά της έργα θα ταίριαζαν περίφημα στις σάλες οποιουδήποτε μεγάλου μουσείου τέχνης. Μα η Ρένα ήταν γυναίκα και είχε την ατυχία να ερωτευθεί, όπως ερωτεύονται στην πρώτη νιότη και ν’ αποκτήσει ένα γιο γρήγορα γρήγορα, λες και θα χάνονταν ο καιρός και δε θα πρόφταινε.
Μα η Ρένα ήταν καλλιτέχνης, πνιγόταν στα λασπονέρια του νοικοκυριού της. Πάλευε νάβρει τη στιγμή ν’ αφήσει το σφουγγαρόπανο, να πιάσει το πινέλο, για να λευτερώσει τ’ ανομολόγητα σκιρτήματα της ψυχής της. Κι ο έρωτας ξεθύμαινε σαν ανοιγμένο κρασί στο μπουκάλι κι ο έρωτας ξίνιζε και πίκραινε τη ζωή της. Ο άντρας της πια δεν την κοιτούσε με θαυμασμό, όπως παλιά, δεν την άγγιζε με λατρεία, ο έρωτας έγινε συνήθεια, το ίδιο χιλιοειπωμένο παραμύθι κι έφθασε η στιγμή, που δεν τον ζήλευε κι αδιαφορούσε.
Και όμως υπήρξανε στιγμές που ζήλευε τα’ αγέρι που ανάπνεε. Και όμως υπήρξανε στιγμές που με ρόμο σκεφτόταν πως ίσως κάποια άλλη ακούμπαγε καυτά τα χείλια της στο γυμνό του στήθος.
Μα τώρα δεν την ένοιαζε πια τίποτε. Ένοιωθε πικραμένη, προδομένη κι εκείνος μακρυά κι αδιαφορούσε.
Εκείνος είχε τόσες απαιτήσεις! Παρατηρούσε τόσο προσεκτικά τις λεπτομέρειες του συζυγικού τους βίου για να γνοιαστεί και για τις προσωπικές της απαιτήσεις. Άλλωστε αυτός δεν ήταν παρά ένας υπάλληλος, το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να ζήσει μια συμβατική ζωή όπως όλος ο κόσμος και να βολευτεί όσο μπορούσε καλύτερα στη θέση που του όριζαν οι παραδόσεις και οι νόμοι μιας πατριαρχικής κοινωνίας. Την κατηγορούσε τόσο εύκολα για τόσα πράγματα χωρίς αξία!
-Ρένα, το φαγητό δεν ήταν καλοβρασμένο. Ρένα, ούτε πατάτες δεν έμαθες να τηγανίζεις, τόσο καιρό παντρεμένη. Ρένα είσαι ακατάστατη. Ρένα δεν προσέχεις το παιδί, όσο πρέπει. Ρένα, έχεις αρχίσει να γερνάς. Ρένα, το στήθος σου μαράθηκε κι έχεις γραμμώσεις στην κοιλιά.
Η Ρένα μόνο σώπαινε δίχως να απαντά, Η σιωή είναι κακός σύμβουλος, σε ποτίζει δηλητήριο, σε κάνει να μισείς θανάσιμα. Κοίταγε τους φίλους του, είδε ποιοι της άρεσαν, ήξερε σε ποιους αρέσει. Άρχισε να τους φλερτάρει φανερά, χαίρονταν σαν απαντούσαν στις προκλήσεις της, σαν της μιλούσαν πονηρά, σαν της χάριζαν κοπλιμέντα. Ήταν όμορφη, το ήξερε, δεν ήταν ανάγκη να της το πουν, ήταν μόνο 30!
-Ρένα, άρχισες να γερνάς, της είπε εκείνος στο τέλος. Σου αρέσει να σαλιαρίζεις με τον ένα και τον άλλο για ν’ αποκτήσεις αυτοπεποίθηση.
Κάθε βράδυ στο όνειρό της τον απατούσε και ξυπνούσε με τη γεύση της ανείπωτης ηδονής να την τυλίγει. Κάθε βράδυ στο όνειρό της ήταν ερωτευμένη. Μα ήταν και το παιδί. Τόσφιγγε στην αγκαλιά της κι ευτό χωνόταν σαν το πουλάκι στη φωλιά του, βαθιά στον κόρφο της. Δε μπορούσε ν’ απατήσει τούτο το παιδί, δε μπορούσε, ούτε ήταν πια τόσο ερωτευμένη για να παλέψει για την ευτυχία. Ήταν μια κατάσταση τυραννική, που τη χάραζε πινελιά πινελιά πάνω στους μουσαμάδες. Θάθελε νάχει όλο δικό της τον καιρό στη μοναξιά της, μα το μικρό έπιανε στα μικρά χεράκια του τα βρεμένα έργα της και με μιας χάλαγε κόπους τόσων ωρών! Μα δεν το μάλωνε. Πώς να θυμώσει με ένα παιδί;
Άρχισε να ζωγραφίζει κρυφά τη νύχτα σαν όλοι κοιμόντουσαν κι ας ένοιωθε την κούραση να βαραίνει το κορμί κι ας έβγαιναν τα έργα της θαμπά και γκρίζα. Άραγε μήπως έτσι δεν ήταν κι η ψυχή της; Γιατί τάχατες οι πίνακες να ξέρουν να γελούν; Στα χρώματα καθρέφτιζε την πίκρα μιας γενιάς από γυναίκες που πάλεψαν για να λευτερωθούν, μα βρέθηκαν διπλά σκλαβωμένες μ’ ένα παιδί στη αγκαλιά, μ’ έναν άντρα αφέντη, με μια καρδιά να σπαρταρά για λίγο ανοιχτό ουρανό, λίγο ξάστερο ήλιο, λίγο καθάριο αγέρι.
Του ζήτησε να βρει κάποια δουλειά.
-Ρένα, τα οικονομικά μας δεν αντέχουν για μπειμπι σιτερ και παραδουλέφτρα. Ο μισθός σου αποκλείεται να υπερκαλύψει αυτούς τους δυο μισθούς, άρα είναι ανόητο να ζητάς τέτοια πολυτέλεια. Σου μιλώ λογικά και πρέπει να φανείς λογική. Ο άνθρωπος απλώνει τα πόδια του όσο φθάνει το πάπλωμα του.
Μα εκείνη πάλευε να πετάξει, να πετάξει μακρυά, αδιάφορη αν θ’ άντεχαν τα φτερά της. Ας πέταγε κι ας έπεφτε σαν τον Ίκαρο. Ας έφθανε τον ήλιο κι ας έλιωναν τα κερένια της φτερά. Άρχισε να ζωγραφίζει σκοτεινές φιγούρες, γυναίκες να χορεύουν θριαμβευτικά, άνδρες να σφαγιάζονται στο βωμό κάποιου ολέθρου.Τ’ αύριο, πως θα ξημερώσει το αύριο; Πού τ’ όνειρο, ο έρωτας, η ευτυχία; Η παλιά αγάπη, η υποταγή του θηλυκού στον άντρα αφέντη, πούφερνε το γλυκό ψωμί, που πήγαινε να σκοτωθεί στον πόλεμο, που γύρναγε θριαμβευτής στο σπιτικό του να γευτεί το καλομαγειρεμένο φαγητό, την υποτακτική ματιά και το γλυκό χαμόγελο, την ανέραστη κλίνη της γυναίκας με τι τάχατες θ’ αντικατασταθούν όλα τούτα;
Σήμανε η επανάσταση και είναι αδύνατο κανείς πια να γυρίσει πίσω. Απίστευτο. Όταν συζητάνε για ισότητα δε βάζουν μέσα τη γυναίκα κι όσοι χειροκροτούν τη γυναικεία χειραφέτηση το κάνουν μόνο έξω απ’ τα δικά τους σπίτια. Είναι πιο βολικό, πιο εύκολο να παίζεις το ρόλο που σε δίδαξαν από παιδάκι απ’ το να ψάχνεις να βρεις την αληθινή σου αποστολή.
Κι έπειτα κουράζεσαι να πολεμάς. Το σπίτι πρέπει νάναι το αποκούμπι για τις ώρες της γαλήνης, της ανάπαυσης. Μόνο που έτσι είναι μόνο για τους άντρες. Για τις γυναίκες είναι και θάναι τόπος πολέμου και αγωνίας, εξευτελισμού και πίκρας. Η γυναίκα στο βασίλειό της, η γυναίκα στο Γολγοθά της, η γυναίκα στην Ανάσταση της.
Η Ρένα έσφιξε το γιο της βαθιά στον κόρφο της.
-Ίσως αύριο κι αυτός νάταν κάποιος Μεσσίας!
Αν μάθαινε ν’ αγαπά όμοια γυναίκες κι άντρες, αν μάθαινε να εκτιμά όλες τις γυναίκες ίδια, αν μάθαινε να μετρά όλες τις γυναίκες όμοια στην ηθική την αγνότητα, τον έρωτα, το γάμο, αν μάθαινε να εξυπηρετεί τον εαυτό του, να μην εκμεταλλεύεται τη θέση του, αν ήξερε να κοιτά ανθρώπινα τους ανθρώπους, ίσως κάτι ν’ άλλαζε, ίσως μια καινούρια ελπίδα.
Θυμήθηκε με τι πόνο, με τι χαρά τον έφερε στη ζωή, με τι ελπίδες! Λες κι ολάκερος ο κόσμος κρέμονταν στο μικρό του προσωπάκι. Όλα τα μωρά μοιάζουν μεταξύ τους όταν γεννιούνται γιατί όλες οι ελπίδες είναι μία, γιατί κάθε παιδί είναι κι ένας Χριστός, ένας Χριστός που μετά τον καλουπώνουν, τον σφραγίζουν, τον παραμορφώνουν να φαίνεται Ιούδας, να γίνει Ιούδας.
Μα το δικό μου το μωρό δε θα τ’ αφήσω να χαλάσει. Θα τον πλάσσω επαναστάτη, οδηγητή, μάγο, βασιλιά. Θα τον φτιάξω σύντροφο, αδελφό, όχι τύραννο.
Γιατί όχι; Κάθε γυναίκα πλάθει τους άντρες της αυριανής γενιάς κι έχει καθήκον τα αυριανά κορίτσια να είναι πιο ευτυχισμένα από κείνη, να ζούνε πιο ειρηνικά. Φίλησε τα σφραγισμένα ματάκια του μικρού και το σκέπασε τρυφερά στο κρεβατάκι του.Ένα παιδάκι κοιμισμένο μοιάζει με άγγελο.

Ξαναγύρισε στο τελάρο της και τότε, για πρώτη φορά έπιασε χρώμα φωτεινό, χρώμα χαρμόσυνο, να πλάσσει την Ανάσταση, μιαν Ανάσταση ενός Μεσσία θηλυκού μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά, μωρό αγγελούδι, λευκό και έγχρωμο μαζί, κορίτσι και αγόρι, πνεύμα και σάρκα, νου και καρδιά, μωρό ανθρώπινο, τίποτε άλλο, μωρό άνθρωπο!

περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων "Ο θηλυκός άνθρωπος"

Πρόλογος      
Τούτο το βιβλίο είναι πέρα για πέρα αληθινό.
Είναι ότι η γυναικεία μου διαίσθηση κατάφερε να φωτογραφίσει από τις καθημερινές στιγμές των ομόφυλών μου. Φωτογραφίες τόσο αλλιώτικες, μα τόσο ίδιες. Η Εύα, πολύμορφη σαν τη θάλασσα, πάντα γοητευτική και ζωογόνα, πάντα καταπιεσμένη, από τα γεννοφάσκια ως τη θανή της, πάντα θύμα εκμετάλλευσης μα πάντα τολμηρή κι έτοιμη ν’ αντιδράσει με όποια δύναμη της είναι βολετό.
Γυναίκες ηρωίδες, μα και γελοίες, σκληρές, κακές ή αδύνατες, μα πάντα προδομένες από παντού, ακόμη κι από το φύλο ή τα παιδιά τους.
Γυναίκες παγιδευμένες σε μιαν εποχή επανάστασης, που πριν προλάβουν να γευτούν τη γλύκα των καρπών της, τις φόρτωσε με νέες ευθύνες.
Γυναίκες πελαγωμένες από τις τόσες θεωρίες, που τέλεια ανοργάνωτα παλεύουν κι αντιδρούν, υπακούοντας τυφλά στην παρόρμηση και τις εμπειρίες τους.
Γυναίκες τόσο όμοιες στον πόνο και την αγάπη, τόσο ευαίσθητες κι υπεύθυνες μπροστά στην ίδια τη ζωή.
Τούτες οι φωτογραφίες παρθηκαν με αγάπη και γνήσιο ενδιαφέρον. Είθε να βοηθήσουν να βρει επιτέλουν η Εύα το χαμένο της πρόσωπο, την αληθινή της ταυτότητα. Είθε να γίνει κάποτε η Εύα αυτό που πάντα ήταν. Ο Θηλυκός άνθρωπος.
Πειραιάς 1981

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Το σίδερο


Το σίδερο

Σιδέρωνε. Πάντα βαριόταν τα σιδέρωμα. Είναι τόσο άχαρο να πηγαινοέρχεται τα καυτό σίδερο σ’ ένα κομμάτι πανί, τόσο μηχανικό! Βιαζόταν να τελειώσει. Ο γιος της την τράβαγε από τη φούστα, η κόρη της τσίριζε στην κούνια, το φαΐ μύριζε στην κουζίνα.
-Ωραία εικόνα! σκέφθηκε. Και μου τάλεγαν τόσο ρομαντικά! Μια αγγελική εικόνα, η μάννα να κρατά αγκαλιά το κοιμισμένο αγγελούδι της. Αλήθεια, κάτι θάξεραν για να το βάζουν πάντα να κοιμάται!
Έριξε νερό στο φαΐ. Τα κλάματα του μωρού δυνάμωσαν. Έτρεξε στο δωμάτιό του. Ο Κωστάκης του τραβούσε τα αυτιά.
-Κακό παιδί είσαι Κωστάκη; Δεν αγαπάς το μωρό μας; Τούδωσε δυο στα μαλακά κι αυτός άρχισε να κλαίει τσιριχτά. Δεν πίστευε πια στην αγωγή των ψυχολόγων και παιδαγωγών για την ολέθρια επίδραση του ξύλου στον ψυχισμό των παιδιών Όλοι αυτοί με δαύτες τις ωραίες θεωρίες, σίγουρα ποτέ τους δεν απόκτησαν παιδιά. Ας τους έκλειναν κάνα μήνα σ’ ένα δυάρι με κάνα δυο κουτσούβελα και θάβλεπαν για πότε θ’ άλλαζαν πεποιθήσεις. Άλλωστε κι εγώ, σκέφτονταν, τις έτρωγα συχνά από τους δικούς μου, με ποτέ δεν τους κράτησα κακία γιατί πάντα ήταν δίκαιο και λογικό. Η τιμωρία και η ανταμοιβή είναι μέσα στο παιχνίδι της ζωής και μια ξυλιά στην κατάλληλη στιγμή είναι πολύ αποτελεσματικότερη από οποιαδήποτε άλλη τιμωρία κατόπιν εορτής. Όσο για τα περίφημα ψυχικά τραύματα κάποτε θάρθουν σίγουρα. Και όσο αργότερα τόσο βαθύτερα πληγιάζουν την ψυχή. Παράδειγμα η ίδια. Έζησε σ’ ένα κόσμο όλο σύννεφα ρόδινα, γαλανά και άσπρα σα μπαμπάκι. Και ήλθε μια βροχή και βρέθηκε βουτηγμένη σ’ ένα μαύρο τέλμα δίχως ελπίδα να ξεφύγει. Της έλεγαν πως τα  νιάτα είναι η αρχή της ζωής, το χάραμα κι ενώ πρόσμενε το μεσημέρι ήλθε το σούρουπο δίχως να καταλάβει πώς.
Έζησε έναν έρωτα. Πίστευε πως ο γάμος ήταν η ευτυχισμένη κατάληξη. Και όμως σιγά σιγά κάτι άλλαζε. Ο άντρας δε μπορεί να θαυμάζει μια γυναίκα που τη βλέπει να πλένει πιάτα, νάναι αγουροξυπνημένη, πασαλειμμένη με τα φαγιά που τάιζε τους κανακάρηδες του. Την θέλει όμορφη, καλοντυμένη δίχως να ξοδεύει, τη θέλει ξεκούραστη κι ευδιάθετη, με το σπίτι πεντακάθαρο, τα παιδιά φρόνιμα και καθαρά, τα ρούχα καλοσιδερωμένα, το φαΐ καλομαγειρεμένο στην ώρα του.
Ο άντρας της ήταν προοδευτικός. Δεν έπαυε να κηρύσσει την ισότητα των φύλων. Δεν τον κακολογούσε γιατί δεν τα εφάρμοζε. Όλη του η ζωή διδάσκονταν να φέρεται σαν άντρας σκληρός, τυραννικός κι αφέντης.
-Δεν την αγαπάς την αδελφούλα σου, Κωστάκη, είπε λυπημένα.
-Την αγαπώ, είπε πρόθυμα ο μικρός. Έτρεξε να φιλήσει το μωρό, μα κείνο τρόμαξε κι άρχισε πάλι να κλαίει.
Το χέρι δουλεύει μηχανικά πάνω κάτω στη σανίδα, -ήθελε τα ρούχα του πάντα τέλεια. Της τάψαλε στο χθεσινό τους καυγαδάκι.
-Δεν τον φροντίζει. Δεν τα κάνει όλα όπως πρέπει. Είναι αδιάφορη.
Δεν την αγαπούσε πια το ίδιο. Αν δεν ήταν παντρεμένοι, αν δεν υπήρχαν τα παιδιά, ίσως να χώριζαν.
Παραλίγο να καεί το πουκάμισο. Το χέρι είχε πάψει να πηγαινοέρχεται στη σανίδα.
Τώρα όμως όλα είναι συνήθεια. Ίσως όχι όλα. Απλώς όλα γίναν πιο πεζά. Τους ενώνει η ώρα που σμίγουν τα κορμιά τους. Έπειτα μονιάζουν οι καρδιές ώσπου να ξημερώσει. Και είχαν πετυχημένο γάμο κι ευτυχισμένο….
Ξανάρχισε το κλάμα το μωρό. Βαρέθηκε κι αυτό να κάθεται. Ήθελε λίγο αγκαλιά. Τυχερά τα μωρά, που μπορούν να κλάψουν. Εκείνη δεν έκλαιγε πια, όση απελπισία κι αν ένοιωθε, όση απογοήτευση κι αν μούσκευε την καρδιά της ως τα κατάβαθά της. Δε θα ξανάκλαιγε ποτέ πια. Δε θα λυτρωνόταν.
Έκλαιγε τότε που είχε όνειρα κι ελπίδες, τότε που ερωτευότανε τα σύννεφα και τη βροχή. Έκλαιγε δίχως αφορμή για την κακία των ανθρώπων, για τη δυστυχία τους, για την ομορφιά της ζωής, της φύσης, του έρωτα.
Πίστευε στον έρωτα πριν τον γνωρίσει. Τον πίστευε σε πείσμα όσων πάλευαν να την πείσουν για την πεζότητα της ζωής. Τον πίστευε αγνό κι αιώνιο, γυμνό από λογική. Ναι ήταν σπάνιος. Μια στους χίλιους, ένα στο εκατομμύριο. Μα υπήρχε η ελπίδα! Εγώ αγαπώ, συλλογίζονταν. Βλέπω την ομορφιά στο γέλιο, το βλέμμα, στ’ αντιφέγγισμα του προσώπου, στην κίνηση, στο περπάτημά του. Πιάνω τον έρωτα στη μυρουδιά του κορμιού του, στο φέγγος που αναδίδεται απ’ τα γήινα χαρακτηριστικά της μορφής του, μεθώ στον ήχο της φωνής του. Γιατί μόνο εγώ; Οράματα! Πόσες φορές ακούραστα σας έχτισα για να γκρεμιστείτε στην πρώτη πνοή το ανέμου!
Οι άντρες γυρεύουν λογική, γυρεύουν χρήμα, γυρεύουν σάρκα. Και όμως ακοίμητη, πεισματική η ελπίδα για το απάντημα εκείνου, που θα τη γνώριζε όπως αυτή τον γνώρισε, εκείνου που θα την αγάπαγε όσο εκείνη ήξερε ν΄αγαπά…
Μα τέσσερα χρόνια γάμου έφτασαν για να γίνουν στάχτη όλα τούτα τα οράματα, όπως οι μούμιες που αντικρίζουν αμείλικτο τα φως.
Κάθισε το μωρό στ’ αριστερό της πόδι και το χόρευε, ενώ με το δεξί της χέρι συνέχισε τον περίπατο του σίδερου στη σανίδα. Ζωή  κι αυτή! Μια κίνηση πέρα δώθε σαν το εκκρεμές ώσπου ναρθεί το τέρμα.
Και τι υποσχέσεις μας μοίραζαν στην αρχή! Είμαστε η ελπίδα του κόσμου, η άνοιξη της ζωής, τα νιάτα! Και όμως τα νιάτα κυλούν τόσο ανούσια και ρηχά, χάνονται στο πρόγραμμα και τη ρουτίνα και σβήνουν όπως χάνονται οι ζάρες του υφάσματος κάτω από τις βόλτες του καυτού σίδερου.
Ο Κωστάκης ζήλεψε. Θέλει κι αυτός αγκαλιά. Όταν είναι και τα δυο χέρια απασχολημένα δε δουλεύει εύκολα κανείς. Μα κανένας άνδρας δε μπορεί κάτι τέτοιο να το καταλάβει. Βλέπει μόνο τις ανάγκες του, τον ύπνο του, το φαί, τη βόλτα, την ξεκούρασή του κι έχει συνηθίσει να τα παίρνει όλα στο χέρι σαν αντίτιμο τη πάλαι ποτέ οικονομικής προσφοράς του στην οικογένεια.
Άρχισε να τους τραγουδά και να τα χορεύει, τόνα καθισμένο στο  ένα γόνατο και τ’ άλλο στο άλλο. Εκείνα χτύπαγαν χαρούμενα παλαμάκια και ξεφώνιζαν ευτυχισμένα.
Το σίδερο έπρεπε να περιμένει ώσπου να κοιμηθούνε.

Περιέχεται στη Συλλογή διηγημάτων "Ο θηλυκός άνθρωπος" 
                       
Τούτο το βιβλίο είναι πέρα για πέρα αληθινό.
Είναι ότι η γυναικεία μου διαίσθηση κατάφερε να φωτογραφίσει από τις καθημερινές στιγμές των ομόφυλών μου. Φωτογραφίες τόσο αλλιώτικες, μα τόσο ίδιες. Η Εύα, πολύμορφη σαν τη θάλασσα, πάντα γοητευτική και ζωογόνα, πάντα καταπιεσμένη, από τα γεννοφάσκια ως τη θανή της, πάντα θύμα εκμετάλλευσης μα πάντα τολμηρή κι έτοιμη ν’ αντιδράσει με όποια δύναμη της είναι βολετό.
Γυναίκες ηρωίδες μα και γελοίες, σκληρές, κακές ή αδύνατες, μα πάντα προδομένες από παντού, ακόμη κι από το φύλο ή τα παιδιά τους.
Γυναίκες παγιδευμένες σε μιαν εποχή επανάστασης, που πριν προλάβουν να γευτούν τη γλύκα των καρπών της, τις φόρτωσε με νέες ευθύνες.
Γυναίκες πελαγωμένες από τις τόσες θεωρίες, που τέλεια ανοργάνωτα παλεύουν κι αντιδρούν, υπακούοντας τυφλά στην παρόρμηση και τις εμπειρίες τους.
Γυναίκες τόσο όμοιες στον πόνο και την αγάπη, τόσο ευαίσθητες κι υπεύθυνες μπροστά στην ίδια τη ζωή.
Τούτες οι φωτογραφίες παρθηκαν με αγάπη και γνήσιο ενδιαφέρον. Είθε να βοηθήσουν να βρει επιτέλουν η Εύα το χαμένο της πρόσωπο, την αληθινή της ταυτότητα. Είθε να γίνει κάποτε η Εύα αυτό που πάντα ήταν. Ο Θηλυκός άνθρωπος.
Πειραιάς 1981


Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Εκδήλωση για τα αγριολούλουδα της Ηλείας στο "Κτήμα Μερκούρη"

Η είσοδος του Κτήματος Μερκούρη 

Στα πλαίσια των εκδηλώσεων με θέμα "Οι ερασιτέχνες παρουσιάζουν" έγινε με μεγάλη επιτυχία την Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017 στην αίθουσα εκδηλώσεων του "Κτήματος Μερκούρη" στο Κορακοχώρι Ηλείας εκδήλωση με θέμα:

"Όμορφα και σπάνια αγριολούλουδα της Ηλειακής γης"

και ομιλητή τον καθηγητή Φυσικής κο Κωνσταντίνο Γιαννόπουλο που είναι αφοσιωμένος ερασιτέχνης φυσιοδίφης.
ο κος Κων/νος Γιαννόπουλος
Στην κατάμεστη αίθουσα εκδηλώσεων αρχικά χαιρέτησε εκ μέρους του "Κτήματος Μερκούρη" ο διοργανωτής  των πολιτιστικών εκδηλώσεων και ιδιοκτήτης κ Χρίστος Κανελλακόπουλος.
ο κος Χρίστος Κανελλακόπουλος

Ακολούθως ο ομιλητής με χρήση πολλών φωτογραφιών ζωντάνεψε τον πλούτο και την ομορφιά της πανίδας της Ηλείας, και ερέθισε πολλούς στο να παρατηρούν και διαφυλάσσουν αυτό το θησαυρό της πατρίδας μας, ενώ στους παρευρισκόμενους δόθηκε και ειδικό φυλλάδιο με φωτογραφίες και την επιστημονική ονομασία αρκετών από αυτά.
Μερικά από τα αγριολούλουδα που ευδοκιμούν στην Ηλεία
Ο καθηγητής μαθηματικών και λυκειάρχης κ Νίκος Μάστορας με την κιθάρα του τραγούδησε γνωστά τραγούδια με θέμα τα φυτά και ενθουσίασε το κοινό που σιγοτραγουδούσε μαζί του.
ο κος Μαστορας  με την κιθάρα του
Στο τέλος, όπως πάντα οι παρευρισκόμενοι γεύτηκαν μεζέδες με συνοδεία άφθονου από το εξαιρετικό κρασί του Κτήματος Μερκούρη. 
Βίντεο με το ένα από τα τραγούδια
Παρευρέθηκαν επίσημοι και υπήρξε η πρέπουσα κάλυψη από τα ΜΜΕ της Ηλείας.
Αυτή η εξαιρετική πολιτιστική εκδήλωση τίμησε όχι μόνο το "Κτήμα Μερκούρη" αλλά και ολόκληρη την Ηλεία αφού σε καιρούς δυσοίωνους και καταθλιπτικούς αποτέλεσε μιαν όαση ομορφιάς και ελπίδας για όσους είχαν την τύχη να παρακολουθήσουν.
Στο χώρο του κτήματος υπάρχουν αλογάκια Πόνυ και ωραιότατα παγώνια, ενώ η Άνοιξη έχει ήδη θρονιάσει στην περιοχή.



Περισσότερα για το "Κτήμα Μερκούρη" δείτε και

http://mariasot.blogspot.gr/2016/06/blog-post_13.html

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Μάννα και κόρη 1981

Μάννα και κόρη

Όνομα πατρός: ορφανή.έτσι πάντα έγραφε το ενδεικτικό της, λες κι ο πατέρας που είχε γνωρίσει δεν είχε όνομα, λες και ήταν μούλικο. Το ενδεικτικό της με πάντα καθαρογραμμένο το «10 ΑΡΙΣΤΑ» της έμοιαζε βρισιά. Λες και χαριστικά της έβαζαν το 10. «Το καημένο το ορφανό!» της έλεγαν με οίκτο κι αυτή μισούσε τη συμπόνοια τους.
Αν ήταν πεθαμένη η μάννα της, ούτε που θα φαινόταν πουθενά (το όνομα της μάννας δεν το γράφουνε στα ενδεικτικά και τους ελέγχους). Και όμως γιαυτήν, αν έλειπε η μάννα της, τόνοιωθε καλά πως όλα θάταν χίλιες φορές χειρότερα. Σάμπως και τον καιρό που ζούσε ο πατέρας της τον είχε περισσότερο στο σπίτι; Ναυτικός ήταν, πάντα ταξίδια έλειπε, και πάνω στα δυο, στα τρία χρόνια ερχόταν φορτωμένος με δώρα σαν αη Βασίλης.
Τις πρώτες μέρες όλα πήγαιναν καλά, όλο φιλιά κι αγάπες, μοσκοβολούσε το σπίτι. Μα πριν καλά καλά κλείσει η πρώτη βδομάδα άρχιζε η γκρίνια και οι καυγάδες κι ευτυχώς που δε στέργιωνε για πολύ. Στο τέλος πάντα η Άννα εύχονταν το φευγιό του. Ίσως και γιαυτό της στοίχισε τόσο σα μαθεύτηκε ο πνιγμός του. Ένοιωσε κάπως ένοχη γιατί δεν έκανε ποτέ ότι περνούσε απ’ το χεράκι της να τον κρατήσει πιότερο κοντά τους. Κι άρχισαν να τη βασανίζουν όνειρα και άρχισε ν’ αδυνατίζει, ήταν κι αυτά τα μαύρα μες στο σπίτι που σου πλακώναν την καρδιά. Της φόρεσαν και κείνης μαύρα. «Τι θα πει 8 χρονων παιδί; Καταλαβαίνει πια. Ένα πατέρα είχε και τι θα πει ο κόσμος;»
Μονάχα τη νύχτα ντύνονταν τ’ άσπρα φανελένια νυχτικά κι ερχόταν η μάννα να τη σοβολιάσει. Τη φίλαγε στα μαλλιά, της σταύρωνε το προσκέφαλο, της τσίμπαγε τη μύτη, και χαμογελώντας πάντα της έσβηνε το φως κι απόμενε το φως του καντηλιού ψηλά στο εικονοστάσι να καθρεπτίζεται στις χρυσαφένιες ρούσικες εικόνες και να σκορπά όλα τα φαντάσματα κι όλους τους ίσκιους. Και όταν κάποιο βράδυ τρομαγμένη ξύπνησε και ανάμεσα σε λυγμούς εξομολογήθηκε τις τύψεις που την τυραννούσαν, η μάννα της τη χάιδεψε απαλά στα σγουρά μαλλιά που κατρακυλούσαν στο λευκό της μέτωπο κι έπειτα ήμερα και σιγαλά σα σε παραμύθι της διηγήθηκε όσα δε μπόραγε να πει, θαρρώντας πως μιλούσε σε παιδάκι.
-Αγαπιόμασταν, καρδούλα μου, με τον πατέρα σου. Ένας θεός μονάχα ξέρει το πόσο αγαπιόμαστε. Για τι άλλα τάχατες μπορούσαμε να κλεφτούμε; Μα βλέπεις, καπετανόπουλο εκείνος, φτωχιά και έρημη εγώ, πώς να το συγχωρέσουν οι δικοί του; Είπαν πως τάχατες εσύ ήσουν η φταίχτρα, πως το παιδί που κάναμε ήταν αιτία για να παντρευτούμε, πως τόκανα ξεπίτηδες για να τον τυλίξω, λες και στον καιρό του πιο τρελού σου έρωτα μπορείς να σκέφτεσαι με το μυαλό σου. Δεν τον απόδιωξαν όμως, δεν τον καταράστηκαν, όπως θάκαναν άλλοι. Αντίθετα τον βάλαν καπετάνιο στα καράβια τους κι έτσι πες πες του άνοιξαν τα μάτια. Από τότε που πίστεψε πως είχε κάνει λάθος πάσχιζε να ξεφύγει από κοντά μας. Όχι, μας αγαπούσε πάντα, μα τούχαν θολωμένο το μυαλό τα λόγια, η γλώσσα, παιδί μου, που κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει, κατά που λέγαν κι οι παλιοί.
Δεν του κρατάμε έχθρητα. Ήταν ο άντρας του σπιτιού μας, ο αφέντης μας. Θυμάμαι ο δικός μου ο πατέρας πως κλαίγοντας με πήγε να με κλείσει στο ίδρυμα, δεν ήμουν 5 χρόνων. Βλέπεις η καινούρια του γυναίκα δεν ήθελε το παιδί της άλλης. Από τότε δεν τον ξανάδα, άκουσα μονάχα πως πέθανε μόνος.
Η ζωή στο ορφανοτροφείο, παντού η ίδια. Λες και με το μονότονο ντύσιμο της στολής, που τόσο θυμίζει φυλακή όλα γίνονται ίδια, όλα σκεπάζονται μ’ ένα γκρίζο στρώμα θλίψης βαριάς σαν καταχνιά, όχι τόσο ασήκωτη που να σε συνθλίβει, μα έτσι φτιαγμένη που να σ’ αναγκάζει να μη κοιτάς τίποτε έξω απ’ τον εαυτό σου. Σου μαθαίνουν πως πρέπει να ευγνωμονείς το κράτος, την εκκλησία, τους βασιλιάδες, τους παπάδες, ολάκερη την κοινωνία που σε ταΐζει αυτό το ξεροκόμματο, πως πρέπει να προσφέρεις πάντα γιατί πάντα χρωστάς. Όλα  τόσο μουντά και άχαρα! Ακόμη και το κτίριο το είχαν βαμμένο σε αυτό το ξεπλυμένο κεραμιδί και τα παράθυρα σ’ ένα καφέ άχαρο και κομμένο. Λες κι είχε θρονιαστεί για πάντα το φθινόπωρο σε αυτούς τους χώρους με τους ατέλειωτους διαδρόμους και τους θαλάμους με τα κιτρινισμένα από το χρόνο άσπρα σιδεροκρεβατα. Δε μπορούσες νάχεις σχέσεις με τη διπλανή σου. Όλες οι ώρες ήταν κοινές. Κοινή δουλειά, κοινή μελέτη, κοινή προσευχή, κοινές διαλέξεις και το σιωπητήριο τόσο αυστηρό!
Σκόπιμα, έλεγαν. Θέλαν ν’ αποφύγουν την κακή επίδραση των μεγαλύτερων στα μικρότερα. Μπορούσες ν’ ακούς τη διπλανή σου να κλαίει με λυγμούς κι εσύ να γυρίζεις από το άλλο πλευρό και να κάνεις την κοιμισμένη. Ήξερες. Σε λίγο θ’ άνοιγε η πόρτα και θάμπαινε η επιστάτρια με το σιρόπι το ηρεμιστικό. «Αυτά έχει η ηλικία» ήταν το σύνθημα του ιδρύματος κι έπειτα από λίγο η διπλανή σου θα κοιμόταν, ενώ εσύ θ’ απόμενες με ορθάνοιχτα τα μάτια στο κενό προσμένοντας να ξημερώσει, μη ελπίζοντας πως η καινούρια μέρα θάφερνε κάτι το σημαντικό σε σένα.
Σα γνώρισα τον Κωνσταντή, τον πατέρα σου ήταν σα να πλημμύρισε άνοιξη η καρδιά μου. Θυμάσαι τον πατέρα σου; Ήταν το πριγκηπόπουλο, που κάθε κορίτσι βλέπει στ’ όνειρό του. Θυμάμαι, φορούσε τη μπλε στολή με το πηλήκιο κι είχε ένα χαμόγελο πειραχτικό στα χείλια. Σοβάρευε απότομα σα με κοιτούσε. Εγώ δε θάμουν όμορφη. Πώς νάμαι όμορφη τυλιγμένη στη γκρίζα μου στολή; Μούπε πως τα μάτια μου ήταν θεώρατα και βιολετιά, πως τέτοια μάτια σ’ ολάκερο τον κόσμο δεν είχε ματαδεί. Ήτανε σούρουπο και τα σγουρά μαλλιά του είχαν ένα παράξενο φλογισμένο μαύρο χρώμα. Θυμάμαι τη σιγουριά πούνοιωσα στ’ άγγιγμα του χεριού του ενά τα καράβια σφύριζαν και τα φασαριόζικα αυτοκίνητα βούιχαν στην προκυμαία.
Τον αγαπούσα. Θεέ μου πόσο τον αγαπούσα! Κι αφ’ ότου γέννησα το παιδί του ένοιωσα ότι η ευτυχία μου ήταν τόσο πλατιά κι ασήκωτη για τους αδύνατούς του ώμους.
Ο Θεός είναι δίκαιος. Μοιράζει τις χαρές και τις λύπες με το χρυσό του ζύγι. Για μένα έκρινε πως τόση χαρά μου είναι αρκετή. Και μου τον πήρε. Μου τον πήρε από την αρχή πριν μου τον πάρει για πάντα. Μα τότε είχα την ελπίδα κάτι να γενεί. Δεν ξέρω τι, κανένα θάμα. Να με κοιτάξει ξανά κατάματα σαν τότε με λατρεία, να μου κρατήσει το χέρι σφιχτά….
Μα τώρα, μη στενοχωριέσαι. Έφυγε, πες, για κάποιο μακρινό ταξίδι. Αμέρικα, ας πούμε, ή Κίνα ή Αυστράλια. Κι αν δε γυρίσει, κάποτε εμείς θα πάμε να τον βρούμε, και τότε , τότε σίγουρα θάχει πιο καθάριο βλέμμα. Πάντα χρυσό μου, ο μισεμός μας κάνει ν’ αγαπάμε πιότερο, να μη ξεχνάμε. Ο θάνατος, αγάπη μου, είναι ένας μικεμός. Τίποτε παραπάνω. Μη μου πικραίνεσαι λοιπόν. Εγώ σου παραστέκω. Η μάννα σου θα σου σταθεί και μάννα και πατέρας.
Τη φίλησε ξανά σταυρωτά στα μάγουλα, τη σκέπασε καλά κι έφυγε σαν άγγελος σβήνοντας το φως. Γλυκός που έρχεται ο ύπνος μόλις στερεύει το δάκρυ! Και η Άννα ένιωσε σαν κείνα τα παιδιά στα γλυκανάλατα εικονάκια του κατηχητικού, που στον ύπνο τους παραστέκουν κάτι φουσκομαγούλικα σγουρομάλλικα αγγελάκια κι εκείνα ευτυχισμένα μες τον ύπνο τους χαμογελούν.
Γιατί τάχατες οι κάρτες κι οι εικονίτσες έπειξαν τέτοιο ρόλο στη ζωή της;
Βαστούσε λουλούδια; Ε, τότε φαντάζονταν τον εαυτό της σαν κείνες τις πεντάμορφες στρουμπουλές κοπέλες των ρομαντικών καρτ ποστάλ πούχαν δυο χέρια ενωμένα, δυο καρδιές κι άφθονα χαρωπά λουλούδια σε στεφάνι. Σαν το καλοστοχάζεται βρίσκει πως τέτοιες έστελνε η μάννα στον πατέρα συχνά κι έγραφαν αποκάτω πάντα «Μη με λησμόνει» «Δεν σε ξεχνώ» «Σ’ αγαπώ» και άλλα παρόμοια. Είχαν και περιστέρια, κάτασπρα περιστέρια, σαν κι αυτά που γουργούριζαν στην αυλή τους, ήταν της κυρα Ζηνοβίας, πούχε ολάκερη πολυκατοικία από τα σπιτάκια τους. Ήτανε ήμερα ζωντανά κι η Άννα συχνά άπλωνε τη φούχτα της γιομάτη ψίχουλα ή σταράκι κι αυτά καλοκάθιζαν στην παλάμη της να φάνε. Ο πατέρας έστελνε πάντα κάρτες ξενικές πούδειχναν μέρη αλλόκοτα, απ’ τα πόρτα πούπιανε το καράβι τους κι έγραφε πάντα από πίσω «Απ’ τη Νιου Γιορκ Φιλιά Κώστας». Λίγα λόγια, σταράτα. Λένε πως οι ναυτικοί, επειδής έχουν πολλήν ώρα στα πέλαα, γράφουν ατέλειωτα  γράμματα σε κείνους που αγαπούν. Έχουν τον καιρό να τους θυμούνται όλους για όλα.
Ο πατέρας ποτέ δε θάστειλε γράμμα. Πάντα κάρτα ή τηλεγράφημα. «Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια» συνήθιζε να λέει. Πάντα έστελνε ταχτικά στην Τράπεζα το μηνιάτικο και είχε δώσει εντολές παντού να μη τους λείψει τίποτε. Βέβαια κι η μάννα, η φουκαριάρα, δεν ήταν από κείνες τις λουσούδες, πούχουν το μυαλό στα φιγουρίνια και τις μόδες. Μόνη της συγύριζε τα ρουχαλάκια τους, ήξερε καλή βελόνα, κάτι της έμεινε καλό από το Ίδρυμα, και η Άννα μπορούσε να περηφανεύεται πως ήταν το πιο καλοντυμενο κορίτσι στην τάξη.
Πράματα που για κείνη ήταν φυσικά, η όμορφη Ιταλιάνα κούκλα, η γκέιδα που τραγουδούσε, το κουρδιστό αρκουδάκι, φάνταζαν τόσο περίεργα κι αξιοθαύμαστα στα μάτια των πιο πλούσιων συμμαθητριών της, που την έκαναν να τα εκτιμά πιότερο. Και όλα τούτα τα θάματα έφθαναν σε πακετάκια, όποτε ξεμπαρκάριζε κάποιος από το πλήρωμα, δίχως γραφή με δυο λεξούλες όλες κι όλες πάνω στο κουτί «Για την Άννα».
Από το θάνατό του κι έπειτα, δεν είχε τίποτε πια να λαβαίνει. Μα δεν της έλειψαν πολύ. Δεν τάχε πεθυμήσει τα παιχνίδια, όπως ποτέ της δεν πεθύμησε και το δικό του γυρισμό.
Μα από αυτό το βράδυ κάτι άλλαξε. Σα να τον πρωτογνώρισε, σα να τον πρωτοαγαπούσε.
Θυμήθηκε το μέτωπό του, πάντα σκεφτικό, το χαμόγελό του, πάντα λυπημένο, το χάδι του , πάντα συγκρατημένο.
-Γιατί, πατέρα; συλλογίστηκε, ενώ τα μάτια της έκαιγαν, έτοιμα να δακρύσουν. Και τότε ένιωσε με μιας την πίκρα της ορφάνιας της, την έλλειψη της πατρικής αγκάλης, τη σιγουριά του πατρικού χεριού, κι ένιωσε λυτρωμένη.
Θυμήθηκε τη μάννα της, την αγάπη, την ελπίδα της. Η Άννα ήταν τυχερή. Είχε τουλάχιστον τη μάννα της. Και ίσως, ποιος ξέρει; «Ο θάνατος είν’ ένας μισεμός». Ίσως σαν ξανασμίξουνε να ξαναγαπηθούνε. Ίσως να γνωριστούνε απ’ την αρχή. Ίσως…. Αν υπάρχει ίσως στο θάνατο.

Α Βραβείο Πανελλήνιου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού «Εταιρείας Ιατρών Λογοτεχνών» 1981

Περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων "Ο θηλυκός άνθρωπος"


Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου


Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Μάννα και κόρη

Μάννα  και  κόρη

-Διψώ, έλεγε η γριά με το σβησμένο βλέμμα κι η κόρη της με βιάση άλειβε τα μαύρα μαδημένα χείλια της μ’ ένα μπαμπάκι βουτηγμένο στο τσάι.
-Διψώ, έλεγε η γριά. Καίγομαι, κι οι νοσοκόμες την πασπάτευαν, ψαχούλευαν τα μπλαβά της χέρια να βρούνε φλέβα.
-Θέλει αίμα, ψιθύριζαν νυσταγμένα.
-Διψώ, μουρμούριζε η γριά και πάσχιζε να γυρίσει στο πλευρό της.
-Κάτσε ήσυχα επιτέλους! έβαλαν φωνή. Θα σπάσεις τη φλέβα πάλι. Δέκα ώρες παλεύαμε να τη βρούμε!  Τι μας βασανίζεις νυχτιάτικα;
Η κόρη έτρεξα στο γιατρό με τα μάτια κόκκινα από την αγρύπνια. Η βιάση δεν ταίριαζε στο χοντρό κορμί της, μα εκείνη όλο έτρεχε και όλο έκανε χειρονομίες σα μιλούσε.
-Να φέρουμε κι άλλο αίμα, γιατρέ μου. Να φωνάξουμε κι άλλους γιατρούς. Θα πληρώσουμε. Έχουμε να πληρώσουμε.
«Στα χάλια πούχει η γριά, ότι και να πληρώσετε…» σκέφθηκε ο γιατρός αλλά με αδιάφορο ύφος «Καλά, θα δούμε» ξεστόμισε.
-Διψώ, ψιθύρισε η γριά κι από το στόμα της ανάβλυσε ένα ποταμάκι μαυροκόκκινο αίμα.
-Πάλι έσπασε η φλέβα, γρύλισε η νοσοκόμα. Ξυπνήστε πάλι το γιατρό!
«Άντε να δούμε τι να της κάνω πάλι της γριάς»σκέφτονταν εκείνος καθώς ανέβαινε τα σκαλοπάτια. «Οι κύριοι διευθυντάδες, βλέπεις, χαμηλώνουν τα τηλέφωνα, μήπως χάσουν τον ύπνο τους, τα εργαστήρια κλειστά, άντε τώρα με έξι χρόνια θεωρίες κι ένα μήνα πείρα να γιατρέψω τη γριά.»
Το δέρμα της υγρό κολλούσε, το στόμα της μισάνοιχτο προσπάθαγε δειλά ν’ ανασάνει.
-Αφήστε με να πεθάνω ήσυχα, μουρμούρισε.
-Πρέπει γιαγιά, να κάνεις υπομονή. Πρέπει να πάρεις τα φάρμακά σου, είπε ο νεαρός γιατρός, με όση πειθώ μπορούσαν τα νιάτα του να διαθέτουν.
Τούτος ο γιατρός δεν ακτινοβολούσε και τόση αυτοπεποίθηση κι η κόρη τόνοιωθε.
Αγκάλιασε τη ξερακιανή γριά, σα νάταν μωρό και πάλευε να το κλείσει στον κόρφο της. Της χάιδεψε το ιδρωμένο μέτωπο. Ήταν τόσο κρύο!
Θυμήθηκε τα χρόνια που ήτανε παιδί. Τη ζωντανή αεικίνητη μορφή της να τριγυρνά, να συγυρίζει, να παίζει, να μαγειρεύει, να γνοιάζεται για όλους και για όλα, για την αναδουλειά του πατέρα, τον πυρετό του Γιώργη (και τώρα πια ο Γιώργης στην Αμερική με μια νύφη που να τη δει δε θέλει τη φουκαριάρα τη γριά) τα μαθήματα του Τάκη (τι παρακάλια σ’ αυτούς τους καθηγητές να βγάλει το γυμνάσιο, ο τεμπέλαρος) τα δικά της βασανάκια, τους έρωτες, τις απογοητεύσεις…
Άξια μάννα, ακούραστη, δίχως βαρυγκόμια. Μέχρι τώρα πριν μια βδομάδα, έτρεχε πάνω κάτω, φρόντιζε τα εγγόνια, βόηθαγε τα παιδιά. Πώς θα μπορούσε κείνη να δουλέψει στο εργοστάσιο δίχως τη μάννα της; Η πεθερά; Ούτε λόγος να γίνεται. Γυναίκα; Πού να βρεθεί; Κι έπειτα ζητάνε τόσα που δε θάβγαινε το μεροκάματο. Οι σταθμοί; Μα η κυρα Κατίνα μια βδομάδα το πήγε όλο κι όλο το παιδί και μόνο που δεν τρελάθηκε το φουκαριάρικο.. Και ήταν η γριά ακούραστη, αμίλητη, δίχως παράπονο ή κομπασμό, δίχως διάθεση αναγνώρισης. Κι ας ήτανε μίζερος ο άντρας της κι όλο της έβαζε τις φωνές δίχως κανένα σέβας κι ας βγήκαν τα παιδιά παλιόπαιδα – μοντέρνα σου λέει ο άλλος- κι ούτε σεβασμός, ούτε τίποτε. Η γριά πάντα αμίλητη τους υπηρετούσε κι όλοι την έβριζαν αμόρφωτη κι άξεστη κι όλοι σε κείνη έτρεχαν σε κάθε δυσκολία. Να περσι, που τάφτιαξε η μικρή με κείνο τον αλήτη με τη μοτοσυκλέτα, μήπως σε μένα ήλθε να πει τι τράβαγε μαζί του; Στη γριά, κι αυτή δίχως να την καρφώσει πήγε με την αδυναμία των 70 χρόνων της, τον βρήκε και τον έπεισε να την αφήσει ήσυχη. Ή μήπως τότε που είχε ο προκομμένος γιος τρεχάματα με τις αστυνομίες (πήγε βλέπεις ο αθεόφοβος σε διαδηλώσεις –δεν κοιτά να δουλέψει να γεμίσει το στομάχι του- και χαρακτηρίστηκε) ποιος πήγε να το γλιτώσει το παιδί; Ο πατέρας του ο έξυπνος; Σιγά μην έσταξε η ουρά του γαϊδάρου!! Πάλι αυτή, μόνο αυτή, πάντα αυτή.
Τώρα το βλέμμα της άτονο κρεμιόταν κάπου στ’ άπειρο. Ποιος ξέρει τι οράματα πάλευαν στο μυαλό της; Δε γνώριζε πια.
Η κόρη ανασηκώθηκε, όμοια με σκυλί οσμίστηκε το θάνατο, που έφθανε κατακτητής κι έσυρε άγρια φωνή.
-Έξω, έξω όλοι!
Ο γιατρός έπιασε το σφυγμό της, έριξε ένα βλέμμα στη νοσοκόμα κι έπαψε να ψάχνει για φλέβα.
Η γριά δεν ψυχομάχησε. Έσβησε ήσυχα σαν πουλί. Η καρδιά της δεν είχε πια αίμα να στείλει. Έπαψε να χτυπά. Μια ανάσα μοναχά, ήσυχη σα φθινοπωριάτικο αγέρι πέρναγε αραιά και που από τα μισάνοιχτα χείλη, ώσπου έσβησε κι αυτή.
Η κόρη έσκουξε σα λύκαινα.
-Μάννα. Πιες νερό! Μαννούλα, πιες. Ξύπνησε να πιεις.
Έβαζε το ποτήρι στα μισάνοιχτα χείλια της και το νερό ανακατεμένο με μισοπηγμένα αίματα χύνονταν στα σεντόνια.
Η κόρη παραλόγησε.
-Αφήστε μας μόνες, ούρλιαξε.
Όλοι βγήκαν από το θάλαμο. Η δουλειά είχε τελειώσει. Μπορούσαν επιτέλους να κοιμηθούν.
Εκείνη με χέρια σαν κραυγές πασπάτευε ολούθε το κρύο κορμί, λες και μπόραγε να το συνεφέρει. Και τότε θυμήθηκε τα λόγια της γριάς.
-Ας ήταν να πεθάνω ήσυχα, να κάνω το σταυρό μου, να γείρω στο πλευρό μου και να σβήσω. Κακό παιδί μου ο απότομος θάνατος. Να μη μπορείς να πεις «Μνήσθητί μου Κύριε». Γιαυτό λένε στην εκκλησία «Ειρηνικά τα τέλη της ζωής ημών». Τι καλύτερο υπάρχει στον άνθρωπο από ένα τιμημένο τέρμα, γεμάτο αξιοπρέπεια…
Και ήταν γεμάτη αξιοπρέπεια η μάννα ως το τέλος. Εγώ  έμοιασα του πατέρα. Είμαι τόσο απότομη, σκέφθηκε. Ο θρήνος της έγινε ξανά κραυγή.
-Μάννα μου, δεν σε άκουσα. Γιατί δε σ’ άφησα να πεθάνει ήσυχα, να μου δώσεις την ευχή σου; Μάννα μου, πιες νερό τώρα… Τι τη θέλω τη ζωή δίχως εσένα, μάννα μου; Τι τα θέλω τα παιδιά μου; Ας ήταν να χανόντουαν όλα για να ζήσεις εσύ!!! Κατάρα στα νοσοκομεία, κατάρα στους γιατρούς. Σκοτώνουν τις καρδιές δίχως να σώζουν ζωές.
Ο γιατρός φώναξε τους ιυρωρούς. Τούτη η γυναίκα ανησυχούσε το νοσοκομείο. Οι νοσοκόμες μουρμούραγαν
-Για μια γριά, τόση φασαρία!!! Ι ακούς, να θέλει να πεθάνουν τα παιδιά της, αντί για τη γριά, η παλιογυναίκα…. Μα φαίνεται από τη φάτσα της τι χοντρικό είναι!!!
Ήλθε ο άντρας της και την πήρα σπίτι. Η γριά έπρεπε να πάει στο Νεκροτομείο.
Δεν πέθανε από δίψα. Η επίσημη απάντηση του Νεκροτομείου έγραφε: «Αιτία θανάτου: Καρδιακή ανακοπή»


Περιέχεται στο βιβλίο «Ιστορία δίχως όνομα και άλλα διηγήματα» Αθήνα 1976
Μαρία  Αρβανίτη Σωτηροπούλου