Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

«Καλά Χριστούγεννα» σε όλο τον κόσμο

 «Καλά Χριστούγεννα» σε όλο τον κόσμο

Μεγάλη κουβέντα έγινε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επειδή ο πρωθυπουργός ευχήθηκε «Καλά Χριστούγεννα» στα προσφυγόπουλα -εξ ορισμού μωαμεθανάκια- σύμφωνα με τους επικριτές της συγκεκριμένης ευχής.
Κατ’ αρχάς οι πρόσφυγες ειδικά από τη Συρία δεν είναι μόνο Μωαμεθανοί, αλλά αντίθετα κυρίως διωγμένοι από τον φανατισμό χριστιανοί.
Όμως η ευχή «Καλά Χριστούγεννα» δεν αποτελεί σύμβολο της πίστεως. Σε αντίθεση με το Πάσχα, που όλοι πάνε με τη λαμπάδα στην εκκλησία μέχρι ν’ ακούσουν το «Χριστός ανέστη» και να σπεύσουν για τη μαγειρίτσα, τα Χριστούγεννα οι περισσότεροι δεν πάνε στην πρωινή λειτουργία, αντίθετα είναι η ώρα που επιστρέφουν από το ρεβεγιόν της παραμονής.
     Η ευχή «καλά Χριστούγεννα» ή μάλλον «καλές γιορτές» σηματοδοτεί τον διαθρησκευτικό εορτασμό του Χειμερινού ηλιοστασίου, από τον Δυτικό κόσμο, που προϋπήρχε των τριών μεγάλων εορτών του Χριστιανισμού (Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Φώτα), και του Ιουδαϊκού Χανουκά, αφού συνδέεται και με την ευθυγράμμιση και τις τελετές του Στόουνχετζ. Η 25η Δεκεμβρίου γιορταζόταν από τους Ρωμαίους σαν γιορτή της γέννησης του Ηλίου γεγονός, που εξυπηρετούσε τους πρώτους χριστιανούς για να γιορτάσουν απαρατήρητοι σε συνθήκες διωγμού και τη γέννηση του Σωτήρα.
Χάρη στον Santa Clauss της Coca Cola και για την προώθηση του τουρισμού η γιορτή των Χριστουγέννων εξαπλώθηκε παντού την εποχή της Παγκοσμιοποίησης. Έτσι από το Νοέμβρη σε χώρες με εντελώς διαφορετικό θρησκευτικό και πολιτισμικό υπόβαθρο, από την Ταϊλάνδη και το Μπαλί μέχρι την Ινδία και την Κίνα παντού υπάρχει γιορταστική διακόσμηση με επιγραφές που εύχονται Merry Christmas. Όσοι έχουν διεθνείς φίλους μπορεί να λάβουν και ευχή Happy Hanukah, χωρίς παρεξήγηση, ενώ το αυτόματο ευχολόγιο του FB διαθέτει ευχητήρια εικονίδια για κάθε θρησκευτική συνήθεια.
Οι γιορτές του Χειμώνα ήταν εξ αρχής γιορτές της ελπίδας για την επαναφορά του ήλιου στην ζωή. Έτσι εξακολουθούμε να τις γιορτάζουμε παρά τον καταναλωτικό πυρετό των τελευταίων χρόνων. Μοιράζουμε ευχές για υγεία, ειρήνη και ευτυχία για όλο τον κόσο και μαζευόμαστε στο γιορτινό τραπέζι, δίπλα σ’ ένα αειθαλές φωταγωγημένο δένδρο, που συμβολίζει τις ελπίδες μας. Στην Ελλάδα στο γιορτινό τραπέζι μας συνηθίζαμε να κρατάμε το πιάτο του «Χριστού ή του φτωχού» και να μοιραζόμαστε ακόμη και τη μπουκιά μας. Αυτό το προχριστιανικό βίωμα γενναιοδωρίας προς τον ξένο και ενδεή (και που βασίζεται στο Ισοκρατικό  «Μηδενί συμφοράν ονειδίσεις. Κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατον») είναι παράλογο να ευτελίζεται σε μια τσιγκουνιά -από μικροκομματική εμπάθεια- ευχητήριων λόγων, τούτες τις «Άγιες μέρες», που όλοι δοξολογούν την γέννηση της Αγάπης ακόμη και προς τους εχθρούς μας. 
Με αυτό το συμβολισμό τα Χριστούγεννα γίνονται γιορτή ολάκερης της ανθρωπότητας, που τόσο έχει ανάγκη για ελπίδα κατά τους ζοφερούς χρόνους, που διανύουμε παγκόσμια.

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Από τη Νεφέλη στη Αργώ Η Μυθολογία σα νανούρισμα

Από τη Νεφέλη στη Αργώ
Η Μυθολογία σα νανούρισμα

Από τότε που η εγγονή μου μεγάλωσε (πάει στο Νηπιαγωγείο) τα παραμύθια, που την νανουρίζω βασίζονται στην ελληνική Μυθολογία με κάποιες προσαρμογές, έτσι που να γίνονται κατάλληλα για ανηλίκους. 
Κρίνω ότι τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ είναι πολύ πιο φρικιαστικά από τους αρχαιοελληνικούς μύθους, ο υπέροχος Άντερσεν είναι καταθλιπτικά ρεαλιστικός, ενώ ο διδακτικός Αίσωπος μάλλον απλοϊκός για τα σύγχρονα παιδιά που παίζουν με τερατώδεις μορφές όπως οι Σπάιντερ και τα Χελωνονιτζάκια και ας μη μιλήσουμε για το Χολιγουντιανό πάνθεον, που έχει ήδη αξιοποιήσει παραμορφωτικά τους ελληνικούς μύθους.
Έτσι κι απόψε αφού μπερδεύτηκα να εξηγήσω διαβάζοντας σε ένα χριστουγεννιάτικο βιβλιαράκι το γιατί η πανέμορφη Παναγία ήταν έγκυος, πριν από τον Ιωσήφ, όπως κάθε βράδυ στο κρεβάτι αγκαλιά έπρεπε να πω το δικό μου παραμύθι.
Ξεκίνησα με το Φρίξο και την Έλλη. 
-Έλλη, όπως η νονά μου είπε η μικρή Μαρία και συμφώνησα.
-Ήταν μια φορά ένας βασιλιάς ο Αθάμας που ερωτεύτηκε μια θεά τη Νεφέλη.
- Όπως η ξαδέλφη μου λέει η Μαρία
-Ήταν μια θεά, των σύννεφων της είπα.
- Είναι και η ξαδέλφη μου σύννεφο; ρώτησε και γελάσαμε με τη συννεφούλα ξαδέλφη.
Περάσαμε χωρίς απορίες την διάσταση του Αθάμα από τη Νεφέλη, που έπρεπε να μένει πολύ καιρό στον ουρανό για να ποτίζονται τα χωράφια (οικεία πλέον η εικόνα της εργαζόμενης μητέρας που όλο λείπει από το σπίτι, όσο και του διαζυγίου) της κακιάς μητριάς, που θυσιάζει τα παιδιά και της θανατερής περιέργειας της Έλλης που τη γκρέμισε στον Ελλήσποντο. Χωρίς χάπυ εντ κι ο ύπνος δεν ερχόταν. Ήθελε και το σήκουελ της ιστορίας και φυσικά ακολούθησε η Αργοναυτική εκστρατεία.
- Ιάσων ! θαύμασε η Μαρία όπως ο συμμαθητής μου.
Άρχισα να ιστορώ σε νυσταλέο ρυθμό όμως με το όνομα του πλοίου αναπήδησε. 
-Αργώ;;!!! Και γιατί να είναι αργό το πλοίο;  οπότε κρύβοντας το σπασμό του γέλιου, υποχρεώθηκα να εξηγώ τη διαφορά των ομόηχων που παραδόξως έγινε αμέσως αντιληπτή. Άλλο το Ο μικρό (κουλουράκι) και άλλο το Ο μέγα (δυο κυπελλάκια) άρα λογικό να υπάρχουν δυο ξεχωριστές έννοιες στην ίδια λέξη.
Περάσαμε τις σειρήνες και τις Συμπληγάδες συναντήσαμε τη Μήδεια και πήραμε με τη βοήθεια του έρωτα το Χρυσόμαλλο δέρας, αλλά φυσικά και υπήρξε το χάπυ εντ. Η Μήδεια είναι άλλο κεφάλαιο αυστηρώς ακατάλληλο. 
-Αυτό είναι ιστορία δική σου ή παραμύθι με ρώτησε.
-Αυτό είναι μυθολογία, της εξήγησα. Είναι η Ιστορία, τα βιβλία που γράφουμε για τους προγόνους μας (ξέρεις για τις 25 Μαρτίου και 28 Οκτωβρίου) και είναι η Μυθολογία για όσα έγινα πιο παλιά τότε που ο άνθρωπος δεν ήξερε να γράφει και ότι λέμε με το στόμα σαν το σπασμένο τηλέφωνο αλλάζει από το ένα στόμα στο άλλο και έτσι δεν είμαστε σίγουροι για την αλήθεια....
Εκεί ακριβώς παραδόθηκε στις αγκάλες του Μορφέα.
Αύριο θα θυμάται μάλλον τα μισά απ' όσα άκουσε. 
-Αυτό το θυμάμαι θα μου πει κάποια στιγμή, στην επόμενη αφήγηση, σα να συμπληρώνει κάποιο παζλ. 
Παζλ όμως είναι ολόκληρη η ζωή και η γοητεία της είναι στην αφήγηση και τις παρεξηγήσεις της ερμηνείας, από στόμα σε αυτί κι από αυτί σε στόμα, από γενιά σε γενιά, από στόμα σε βιβλίο και μετά σε εικόνα, από την ασαφή σιγουριά του τώρα στη διαστρεβλωτική γοητεία της ανάμνησης, η Μυθολογία του παρελθόντος μας, η παραμορφωτική ελπίδα του μέλλοντός μας.

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου


Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Τρομοκρατία στο Βερολίνο -Καιρός να αναζητήσουμε την ειρήνη



                                                    Τρομοκρατία στο Βερολίνο
-Καιρός να αναζητήσουμε την ειρήνη

Ανακοίνωση του γερμανικού κλάδου της "International Physicians for the Prevention of Nuclear War" την οποία προσυπογράφει και ο ελληνικός κλάδος
12 άνθρωποι σκοτώθηκαν και πάνω από 50 τραυματίστηκαν σοβαρά σε μιαν άνανδρη τρομοκρατική επίθεση στην καρδιά του Βερολίνου. Μια παραδοσιακή χριστουγεννιάτικη αγορά, από τόπος χαράς και ελπίδας μεταμορφώθηκε σε τόπο πόνου και θλίψης.
Tο Gedächtniskirche (Εκκλησία μνήμης), που μετά την καταστροφή του κατά τον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο έγινε μνημείο για την ειρήνη, θα είναι από δω και μπρος συνδεδεμένο με τη βία της 19 Δεκεμβρίου 2016.
Οι σκέψεις και η καρδιά μας είναι κοντά στα πολλά θύματα, τις οικογένειες και τους φίλους τους.
Όμως οι σκέψεις μας παραμένουν κοντά και στα άλλα θύματα της βίας. Με τα εκατομμύρια των ανθρώπων, που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους από τις συγκρούσεις και τον πόλεμο και που βρήκαν καταφύγιο εδώ στην Ευρώπη, εδώ στο Βερολίνο. Με τους Μουσουλμάνους, που ξανά αντιμετωπίζουν την γενικευμένη καχυποψία εξαιτίας των πράξεων κάποιων ατόμων, που διαστρέφουν τη θρησκεία για να δικαιολογήσουν το μίσος και τη βία. Με τα εκατομμύρια των ανθρώπων στην Ευρώπη που εθελοντικά βοηθούν τους πρόσφυγες και τα θύματα του πολέμου και που εργάζονται καθημερινά για να πετύχουν την ειρηνική συνύπαρξη των ανθρώπων με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο. Με τους πολλούς ανθρώπους που νιώθουν φόβο και ανασφάλεια και δεν ξέρουν πώς να εξηγήσουν τέτοια γεγονότα στα παιδιά τους.
Ο πιθανός στόχος της πρόσφατης βίας δεν ήταν μόνο μια γεμάτη Χριστουγεννιάτικη αγορά, αλλά η ανεκτική και ανοικτή κοινωνία. Οι τρομοκράτες δεν ήθελαν απλώς να τραυματίσουν και να σκοτώσουν αθώους, αλλά ήθελαν να δημιουργήσουν ένα σχίσμα ανάμεσα στους ανθρώπους, Χριστιανούς και Μουσουλμάνους, Γερμανούς και πρόσφυγες, λευκούς και έγχρωμους.
Θέλησαν να προωθήσουν μια όξυνση και μια πολιτική στροφή προς τα δεξιά, θέλουν να στοχοποιηθούν οι μουσουλμάνοι και να περιοριστούν ασφυκτικά για να μετατραπούν σε φανατισμένους.
Η τρομοκρατία θέλει να αλλάξει την πραγματικότητα ότι άνθρωποι με διαφορετικό πολιτισμικό περιβάλλον μπορούν να συμβιώσουν ειρηνικά, μπορούν να μάθουν ο ένας από τον άλλο και μπορούν να ενωθούν αναζητώντας κοινές λύσεις στις πολιτικές και κοινωνικές προκλήσεις του σημερινού κόσμου.
Δεν θέλουμε να ζούμε σε μια φυλακισμένη κοινωνία που κλείνει την πόρτα σε ανθρώπους που ζητούν βοήθεια. Θέλουμε να ζούμε στον τύπο της κοινωνίας που πρόσφατα βιώσαμε στους σταθμούς του Μονάχου, του Ντόρμουθ ή της Φραγκφούρτης, στη Λέσβο και τα νησιά της Ελλάδας, μια κοινωνία ανοικτή με αλληλεγγύη και ανθρωπιά.
Πολλά είναι ακόμη ασαφή από το γεγονός στο Βερολίνο. Αυτό που σίγουρα ξέρουμε είναι ότι η βία προκαλεί μόνο βία. Ο μόνος δρόμος για να ξεφύγουμε από τον κύκλο της βίας είναι να τελειώσουμε τη βία. Γιαυτό πρέπει να σταματήσουμε τη συνέχεια κάθε πολέμου, ειδικά  του αποκαλούμενου "πολέμου κατά της τρομοκρατίας".
 Αυτό δεν είναι μόνο ηθική υποχρέωση αλλά πραγματιστική συνέπεια των τελευταίων 15 χρόνων. Διεθνώς πρέπει να υποστηρίξουμε τις προσπάθειες να σταματήσει η βία και να προωθήσουμε τις διπλωματικές προσπάθειες μεταξύ των συγκρουομένων πλευρών και να δημιουργήσουμε  κλίμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας. Οι πόλεμοι και οι επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή κατά τις προηγούμενες δεκαετίες μετέτρεψαν μια ήδη εύφλεκτη περιοχή σε πυριτιδαποθήκη, που δε μπορεί να σβήσει με πρόσθετες στρατιωτικές επεμβάσεις.
Είναι καιρός να συνειδητοποιήσουμε ότι η συνέχιση του πολέμου δεν είναι χρήσιμη ή υπεύθυνη λύση για να προωθηθεί η ειρήνη. Είναι καιρός να επιστρέψουμε στις μεθόδους που υπάρχουν για να διασπασθεί ο κύκλος της βίας και του μίσους: κατάπαυση του πυρός, διπλωματία, αναγνώριση του νόμιμου δικαιώματος όλων των πλευρών, δίκαιη εκτίμηση των συμφερόντων και αμοιβαίος σεβασμός.
Με κάθε χρόνο πολέμου γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Με κάθε επίθεση σε Βαγδάτη, Χαλέπι, Κων/πολη, Παρίσι ή Βερολίνο το παράθυρο της ευκαιρίας κλείνει. Είναι καιρός να σταματήσουμε να επικαλούμεθα τον πόλεμο Είναι καιρός να επικαλεσθούμε την ειρήνη.

Susanne Grabenhorst, President of IPPNW Germany
Alex Rosen, Vice-President of IPPNW Germany
Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου πρόεδρος του ελληνικού κλάδου της IPPNW

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΟ


Παρακολουθώντας τις πολυπληθείς και πολύ ενδιαφέρουσες δραστηριότητες του Συλλόγου Διβριωτών Β. Ηπείρου θυμήθηκα το κείμενο που είχα δημοσιεύσει το 1995 βασισμένο στην συμπόρευση των Διβριωτών Ηλείας με τους Διβριώτες την Β Ηπείρου από το 1993 που χάρη στις πρωτοβουλίες του περιοδικού ΔΙΒΡΗ πρωτοταξιδέψαμε, ανακαλύψαμε και αγαπήσαμε τους ηρωικούς Βορειοηπειρώτες . Χαίρομαι επειδή αποδεικνύεται ότι η Δίβρη της Β. Ηπείρου αποδεικνύεται χάρη στον πατριωτισμό των σε μετανάστευση τέκνων της πολύ ανθεκτικότερη από τα περισσότερα ορεινά χωριά της Ελλάδας και εύχομαι ν' αντέξουν για πάντα.

ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΟ

Απέναντι από την Κέρκυρα βρίσκεται μια πόλη φάντασμα, το Βουθρωτό. Χώρος αρχαιολογικός, στις όχθες μιας λιμνοθάλασσας, που καθρεφτίζει αδελφωμένα τ’ απομεινάρια όλων των πολιτισμών που διάβηκαν από τις όχθες της και που νωθρά τα καταπίνει. Στο ρωμαϊκό θέατρο η ορχήστρα είναι σχεδόν λίμνη, τα βυζαντινά ερείπια βυθίζονται στη λάσπη και το ενετικό φρούριο θυμίζει καράβι έτοιμο να σαλπάρει για το θάνατο. Υπάρχει μια αίσθηση εγκατάλειψης  που δεν απαλύνει απ’ την ευωδιά των αρωματικών φυτών που αφθονούν στο ξερό βράχο, ούτε απ’ την αγριεμένη βλάστηση των δέντρων στις όχθες της λίμνης. Λίγο πιο κει τα ερείπια του εργοστασίου συσκευασίας των μυδιών, που αφθονούν σ’ αυτά τα μέρη. Ένα ακόμη αποτυχημένο πείραμα που καθρεφτίζεται στ’ αδιάφορα νερά. Αυτή η αίσθηση του παροδικού και ανεξέλεγκτου στοιχειώνει την Αλβανία.

Κοντά στο Βουθρωτό έλεγαν ότι υπήρχε η μητρόπολή τους. Η πρώτη Δίβρη. Έπειτα ιστορούσαν οι παλιοί, άγνωστο για ποιο λόγο χωρίστηκαν οι κάτοικοι κι άλλοι τράβηξαν προς το κοντινό βουνό, άλλοι κατηφόρισαν στην Πελοπόννησο κι άλλοι εγκαταστάθηκαν στη Σικελία. Ίσως γιατί ο κάμπος τους έπνιγε, όλοι διάλεξαν απόκρημνα βουνά για να θεμελιώσουν τα καινούρια τους χωριά. Ο άνεμος της ιστορίας τους παρέσυρε σαν άχυρα. Στροβιλίζονταν στη ροή του χρόνου γαντζωμένοι σα στρείδια στο βράχο της ελληνικότητας. Ίδια ντοπολαλιά, ίδια ήθη κι έθιμα, ίδια ξεροκεφαλιά. Η Δίβρη ήταν πάντα η πρώτη. Οι κάτοικοί της ήταν οι προύχοντες της γης. Κανείς δεν τους ξεπερνούσε σ’ εξυπνάδα. Ίσως είχαν δίκιο. Επιβίωναν παρά τις ιστορικές θύελλες, αντιστεκόντουσαν στους εισβολείς, άντεξαν το φυλλορρόημα της μετανάστευσης, κράτησαν την ταυτότητά τους αναλλοίωτη στο διάβα των αιώνων.

Στην Πελοπόννησο  τόχαν για καύχημα πως τούρκου ποδάρι δεν τους πάτησε. Πέρασαν όμως όλα τα κύματα της κατοχής και του εμφύλιου και το χωριό αιμορραγούσε μέχρις θανάτου με την εσωτερική μετανάστευση.
Στην Αλβανία μετά τον ενθουσιασμό του αλβανικού έπους ήλθε η μαυρίλα της εποχής του Χόντζα. Όσο σκληρότερα ήταν τα μέτρα τόσο με μεγαλύτερο πείσμα γαντζωνόντουσαν στις ρίζες. Άνθρωποι έμεναν 40 χρόνια στη φυλακή επειδή αρνιόντουσαν να μάθουν έστω και μιαν αλβανική λέξη, παιδιά κλεινόντουσαν σε κάτεργα γιατί την ώρα του μαθήματος κοιτούσαν στο χάρτη την Ελλάδα, γυναίκες εξορίζονταν στην Β. Αλβανία επειδή οι άντρες τους διέφευγαν στην Ελλάδα και τ’ ανήλικα παιδιά τους έπρεπε να διασχίσουν με τα πόδια όλη τη χώρα μέχρι να φθάσουν στο χωριό με την ελπίδα της ασφάλειας ότι θα επικοινωνούσαν με τον πατέρα. Όλοι πεινούσαν κι όλοι αγνοούσαν τα πάντα για τον  έξω κόσμο. Δεν έτρωγαν τις ελιές που μάζευαν ή το λάδι που έφτιαχναν, δεν δοκίμαζαν το γάλα ή το τυρί, δεν είχαν παρά δελτίο πείνας, δεν τους ανήκε ούτε το χορτάρι που φύτρωνε στον κήπο τους, δεν κορφολοούσαν μήτε την αμυγδαλιά που έγερνε στην αυλή τους, δε μπορούσαν ούτε να θηλάσουν τα πρόβατα που έβοσκαν γιατί οι σπιούνοι είχαν μάτια παντού. Πίστευαν ό,τι  τους έλεγαν. Ότι η Ελλάδα πεθαίνει στην πείνα κι ότι στερούνται για να μας ταίσουν. Την ίδια εποχή εμείς πιστεύαμε ότι «η πτωχή πλην έντιμος Αλβανία», μπορεί να μην είχε καταναλωτικό παράδεισο, αλλά ήταν κάθε χωριό και όπερα. Είμαστε σίγουροι ότι μπορεί να μην είχαν αυτοκίνητα, αλλά όλοι ήταν χορτάτοι κι όλοι είχαν δωρεάν παιδεία και υγεία.


Κι ήλθε η κατάρρευση κι όλοι δεν πιστεύαμε τα μάτια μας όταν βλέπαμε στις τηλεοπτικές οθόνες τις απελπισμένες προσπάθειες των εξαθλιωμένων νέων να δραπετεύσουν με κάθε μέσον, όταν επισκεφθήκαμε τις ερειπωμένες πόλεις και τους κάμπους τους σπαρμένους με πολυβολεία. Κι όλοι εμείς οι «προοδευτικοί» νιώσαμε ένοχοι όταν διαπιστώσαμε ότι ακριβώς πίσω από τα σύνορα υπήρχε η Βόρεια Ήπειρος, υπήρχε μια ελληνική μειονότητα που άντεξε με νύχια και με δόντια γαντζωμένη σ’ αυτούς τους άγονους βράχους πάνω από 500 χρόνια μέσα από μύριες αντιξοότητες.
«Νάνι νάνι το μωρό, θάρθει το Ελληνικό» Μ’ αυτά τα λόγια νανούριζαν οι μανάδες τα μωρά τους σιγά σιγά μην τους ακούσουν τα μεγαλύτερα..
Και το Ελληνικό ήλθε με επισκέψεις υπουργών σε στημένες περιοδείες όπου κατσίκια κρεμιόντουσαν στα κρεοπωλεία για να εξαφανιστούν την επομένη, όπου κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει έξω απ’ τους επίσημους που έταζαν λαγούς με πετραχήλια. Κι έπειτα όταν η Ιταλία έκλεισε τις πύλες του Βορρά το φουσκωμένο ποτάμι ξεχείλισε στα ελληνικά σύνορα κουβαλώντας σπέρματα ρατσισμού, εκμετάλλευσης, ξενοφοβίας. Κι οι άνθρωποι που βασανίστηκαν να μείνουν έλληνες βαφτιζόντουσαν «αλβανοί» στην πάτρια γη, αχρήστευαν πτυχία και δούλευαν σ’ όποιο αφεντικό, μ’ όποιο μεροκάματο, κάθε ώρα του μερόνυχτου, συνάζοντας ευλαβικά τις ευλογημένες δραχμούλες που θα επέτρεπαν την παλιννόστηση που όλοι ονειρευόντουσαν. Ήταν τότε στην αρχή. Ήταν η εποχή που τα χωριά έσφυζαν από ενθουσιασμό και νιάτα. Ήταν η εποχή που άρχισαν οι ανταλλαγές ανάμεσα στ’ αδελφά χωριά, τη Δίβρη της Β. Ηπείρου και τη Δίβρη της Πελοποννήσου. Κάθε καλοκαίρι τα παιδιά φιλοξενούνται στις κατασκηνώσεις της ηλειακής Δίβρης με έξοδα της Μητρόπολης. Στην αρχή οι πελοποννήσιοι τους έβλεπαν σαν αξιοθέατα. 

«Μιλούν ελληνικά!» θαύμαζαν. Έπειτα άρχισαν οι κουμπαριές με τα βαφτίσια. Τα βορειοηπειρωτόπουλα έγιναν γνώριμο τοπίο σαν τα χελιδόνια που σταθερά ξανάρχονταν κάθε χρονιά. Κάθε χρονιά και λιγότερα. Κάθε χρονιά με λιγότερους δασκάλους. «Μας απολύουν γιατί δεν υπάρχουν παιδιά» έλεγαν φέτος οι δασκάλες. «Μήπως ξέρετε κάνα σπίτι να καθαρίζουμε στην Αθήνα;»
Στην αρχή παραπονιόντουσαν για τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις της Ελλάδας, «Αν έδιναν κάνα τρακτέρ, ίσως να έμεναν οι νέοι.» Εμείς ξέραμε. Το ποτάμι αυτό δε θα γυρνούσε πίσω. Η Δίβρη της Αλβανίας θα ερήμωνε, όπως έχουν ερημώσει όλα τα ορεινά χωριά της Ελλάδας, όπως εγκαταλείφθηκε η Δίβρη της Πελοποννήσου. Εκείνοι έλπιζαν. Κρατούσαν τα μισά στην άκρη και τάστελναν στην Αλβανία σ’ αυτές τις παρατράπεζες. Ήθελαν να πλουτίσουν γρήγορα, να γίνουν άρχοντες στον τόπο τους. Κι ήλθε η καταστροφή. Κι άρχισαν οι εξεγέρσεις. Κύρια των αλβανών που ζούσαν από μεροκάματα στην Ελλάδα. Ακούσαμε κάποιον αλβανό να λέει μπροστά στην κάμερα στο Αργυρόκαστρο. «Θέλουμε να ενωθούμε με την Ελλάδα. Από αυτήν ζούμε». Τραγική ειρωνεία! Κάποτε οι ακροδεξιοί ήθελαν να πολεμήσουμε για τη Βόρεια Ήπειρο. Τώρα και να μας τη χαρίζουν δεν τη θέλουμε, εμείς οι ευρωπαίοι. Αρκετά προβλήματα μας φόρτωσαν, λέμε.
Εκεί στα χωριά γύρω απ’ το Βουθρωτό και τους άγιους Σαράντα, ήλθαν οι αλβανοί και κατέλαβαν τα κλειστά σπίτια των ελλήνων μεταναστών. Άρχισαν να λεηλατούν και να καταστρέφουν, να κλέβουν αυτοκίνητα. Στα χωριά έμειναν γέροι. Έφευγε πρώτα ο πατέρας, έπειτα η μάνα, τέλος τα παιδιά. Οι τόποι ερήμωσαν, οι δρόμοι που ποτέ δεν ήταν καλοί έγιναν αδιάβατοι. Πρέπει να πηγαίνουν κάθε έξι μήνες αν θέλουν να διατηρήσουν τη βίζα. Τ’ αγόρια δε γυρνάνε πίσω, μόλις πάνε θα τους ντύσουν φαντάρους. Όσο ζουν οι γέροι πηγαινοέρχονται. Με όλο και πιο μαυρισμένη την καρδιά. Δεν ελπίζουν πια στο γυρισμό. Όνειρό τους μια γκαρσονιέρα στην Αθήνα. Όχι για τα παιδιά. Για τους ίδιους, μην τους πετάξουν στο δρόμο τα παιδιά. Οι γέροι; Τους έφεραν να δουν πώς ζουν εδώ. Δε μπορούν να τους έχουν εδώ, ακόμη κι αν ήθελαν να φύγουν απ’ τον τόπο τους. Οι γέροι θα πεθάνουν μαραζωμένοι απ’ τον καημό. Τα χωριά θα γίνουν αλβανικά σιγά σιγά.
-Εμείς τα κρατήσαμε 50 χρόνια. Άλλο δεν πάει, λένε. ΄Ηταν καλή γη κάποτε. Τώρα είναι καταραμένη. Δεν έβρεξε φέτος. Τα λιγοστά κατσίκια βελάζουν παραπονεμένα. Πράγμα παράξενο. Πουθενά δε φύτρωσε φέτος χορτάρι στα χωριά μας.

Όλα βουλιάζουν στα λαμπερά νερά του Βουθρωτού. Κάτι ερείπια μαρτυρούν κείνους που διάβηκαν άλλοτε. Τίποτε δε θα μαρτυρεί τον ελληνισμό που άντεξε τόσο ηρωικά κάποτε στην Αλβανία. Οι εκκλησιές γκρεμίστηκαν από το καθεστώς, τα σπίτια ρήμαξαν κι άλλους θα στεγάσουν, οι γέφυρες πια έχουν κοπεί. Η Βόρεια Ήπειρος που άντεξε τη στυγνή δικτατορία, παρασύρθηκε στη δίνη του οικονομικού τυφώνα,. Πέντε χρόνια ήταν αρκετά. Υπάρχει πια μόνο στις μνήμες των ξενιτεμένων της.

 Μαρίας Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

Φεύγοντας τη σωστή στιγμή

Φεύγοντας τη σωστή στιγμή

 ¨Μηδένα προ του τέλους μακάριζε» έλεγε ο Σόλων. Και ο Φιντέλ Κάστρο δίκαια είναι μακαριστός, αφού έζησε μια γεμάτη ζωή και είδε τα οράματά του να επιβιώνουν. Παρά τις άπειρες απόπειρες κατά της ζωής του και τη βαριά ασθένεια, που τον ανάγκασε σε μεταβίβαση της εξουσίας στον αδελφό του, έφυγε πλήρης ημερών, λαοφίλητος και λαομίσητος συνάμα, μα πάντα υπαρκτός. Ο Τσε Γκεβάρα με τον πρόωρο μαρτυρικό του θάνατο παρέμεινε αιώνια νέος και σύμβολο της επανάστασης, που πάντα θα εμπνέει ελπίδα στις επόμενες γενιές. Ο Κάστρο υλοποίησε το όραμα μιας ανεξάρτητης Κούβας με όλες τις απολαβές, αλλά και τις διαψεύσεις, τα λάθη, τις υπερβολές, τις καταχρήσεις, την καταπίεση, τους συμβιβασμούς, που πάντα συνοδεύουν ειδικά την ανεξέλεγκτη εξουσία. Σκληρός μαχητής προκαλούσε μέχρι το τέλος τα πιο έντονα συναισθήματα σε εχθρούς και φίλους.
 «Δεν υπάρχουν μεγάλοι άνδρες» έλεγε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. «Υπάρχουν μεγάλα γεγονότα.»  Και ο Κάστρο τα προκαλούσε. Μεταμόρφωσε την Κούβα, σημάδεψε την εποχή του, κι έγινε σύμβολο παγκόσμιας λάμψης. Ενσάρκωσε τα οράματα όχι μόνο του λαού της Κούβας, αλλά και όσων πίστευαν σε ένα δικαιότερο κόσμο, αντιστάθηκε στις αμέτρητες επιθέσεις και το αδιάλειπτο εμπάργκο που επέβαλαν οι ΗΠΑ, λίγο έλειψε να γίνει αφορμή σε πυρηνικό ολοκαύτωμα, επιβίωσε μετά την κατάρρευση της Σ. Ένωσης και είδε τον αφροαμερικανό πρόεδρο των ΗΠΑ να επισκέπτεται φιλικά την Αβάνα πριν ενσκήψει ο τυφώνας Τραμπ.
«Καθένας έχει το θάνατο που του αξίζει» λένε. Ιδού ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι κι ο Τσαουσέσκου. Όμως ο Φράγκο ή ο Στάλιν; Ο Πολ Ποτ; Τι απόγιναν τα πλήθη που με θρησκευτική κατάνυξη προσκυνούσαν την καλοδιατηρημένη μούμια του Λένιν; Τι πρόσφεραν είδωλα όπως η Μονρόε, ο Έλβις ή η Περόν που εξακολουθούν να λατρεύονται μετά θάνατον;
Άτροπος, Λάχεσις και Κλωθώ ρυθμίζουν τα του βίου, ορίζουν τα του θανάτου. Και οι τρεις φαίνεται ότι ευλόγησαν το λίκνο του βρέφους στην Κούβα και του χάρισαν ούριο άνεμο, γερό σκαρί με ευέλικτο πηδάλιο και χρόνο πολύ και σοφά ζυγισμένο. Έφυγε τη σωστή στιγμή.
Η Ιστορία στην επόμενη στροφή μελετά την τελική κρίση. Αμερόληπτη; Όχι απαραίτητα. Σύμφωνη πάντα με το κλίμα των ενιαυτών.



Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Αναζητώντας νέες μορφές πάλης

1994 στα γραφεία του ΟΗΕ στην Αθήνα είχαμε καταθέσει σαν Ιατρική Εταιρεία κατά των πυρηνικών με τον Πάντο Τριγάζη (τότε ΕΕΔΥΕ) στην  διευθύντρια κα Γόντικα 5000 υπογραφές για την απαγόρευση των πυρηνικών
Αναζητώντας νέες μορφές πάλης

Πολλοί κατηγορούν το ειρηνιστικό κίνημα ότι συρρικνώθηκε παρά τους συνεχιζόμενους αιματηρούς πολέμους, ενώ στατιστικές δείχνουν ότι η μεγάλη πλειοψηφία πιστεύει ότι ο πόλεμος είναι αναγκαίος και αναπόφευκτος όπως τα φυσικά φαινόμενα.
Η έλλειψη μαζικότητας ισχύει πλέον για κάθε μορφή διεκδίκησης. Οι πορείες και συγκεντρώσεις έχουν εκφυλισθεί, (εκτός από τους στρατευμένους μάχιμους ΚΚΕ). Οι απεργίες αποδείχθηκαν αναποτελεσματικές για τα συμφέροντα των εργαζομένων, προκαλούν δυσφορία στους ήδη ταλαιπωρημένους πολίτες, ενώ υπάρχει καχυποψία ότι επικροτούνται από τις κυβερνήσεις, επειδή κόβεται το μεροκάματο.
Σε μια δημοκρατία και ειδικά σε περίοδο παγκοσμιοποίησης της  τρομοκρατίας, ελάχιστοι επικροτούν τη βία, η οποία ήταν θεμιτή κατά τα χρόνια της Κατοχής ή της Δικτατορίας. Σήμερα οι γνωστοί άγνωστοι κουκουλοφόροι μάλλον ανταγωνίζονται άλλες μορφές αγώνα (όπως οι πορείες), παρά συμβάλουν στη λύση των κοινωνικών προβλημάτων, ενώ κατηγορούνται ευθέως από τους απελπισμένους κατοίκους της περιοχής σαν πράκτορες της αγοράς ακινήτων.
Η πολιτική αντιπαράθεση μέσω των ΜΜΕ έχει εκφυλισθεί σε κοκορομαχίες, όλα διαστρέφονται εμμονικά και οι κατασκευασμένες ειδήσεις κυριαρχούν θολώνοντας το τοπίο, έτσι που κανείς πια δεν ξέρει τι είναι αληθινό και τι κάλπικο. Σε αυτό το σκηνικό ακόμη και η επίκληση του πυρηνικού κινδύνου μπορεί να χαρακτηρίζεται σαν κινδυνολογία.
Το φαινόμενο είναι διεθνές γιαυτό και οι ακτιβιστές βρίσκουν ευφάνταστους τρόπους για να τραβήξουν την προσοχή των ΜΜΕ (πχ δράσεις FEMEN ή Green Peace) για την ευαισθητοποίηση του κοινού και την πίεση στους κρατούντες. Πόσο όμως επιτυγχάνουν την συνειδητή κινητοποίηση των μαζών αυτό είναι μεγάλο ερώτημα. Οι μάζες κινητοποιούνται πλέον περισσότερο για ένα κυριακάτικο Μαραθώνιο -πληρώνοντας μάλιστα συμμετοχή- παρά σε μια διεκδικητική δραστηριότητα. Υπάρχει διάχυτη απογοήτευση για την αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε δράσης, κάτι δυσοίωνο για το μέλλον του ανθρώπου.
Τα Συνέδρια και οι ημερίδες κάνουν καλό στο ηθικό των ενεργών πολιτών, που συμμετέχουν και ανταλλάσουν απόψεις, αλλά δεν προωθούν σε ευρύτερο κοινό τα συμπεράσματα και τους προβληματισμούς, που αναπτύσσονται.
Μια από τις μορφές αγώνα ήταν και η κινητοποίηση των πολιτών μέσα από τη συγκέντρωση υπογραφών. Αρχικά θεωρήθηκε τόσο επικίνδυνη για την εξουσία, ώστε άνθρωποι όπως ο Νίκος Νικηφορίδης εκτελέστηκαν ή φυλακίσθηκαν επειδή μάζευαν υπογραφές για θέματα που σήμερα αξιολογούμε κοινότυπα, όπως το να ζούμε σε ένα κόσμο χωρίς πυρηνικά.
Σήμερα στο Διαδίκτυο υπάρχουν πλατφόρμες ηλεκτρονικής συγκέντρωσης υπογραφών για οποιοδήποτε θέμα. Αν και φαίνεται παράδοξο, αφού το Διαδίκτυο έχει αποδειχθεί καφενείο παθιασμένων αντεγκλήσεων, οι εικονικοί άνθρωποι, που εύκολα βάζουν λάικ σε φωτογραφίες -συχνά χωρίς να διαβάζουν  το κείμενο που τις συνοδεύει- δεν κινητοποιούνται εύκολα, όταν πρόκειται για σημαντικό σκοπό. Είναι εντυπωσιακό ότι ακόμη και όσοι δηλώνουν μέσα από τις δημοσιεύσεις τους οικολογικές ευαισθησίες και πατούν LIKE στην πλατφόρμα, τελικά δεν πατούν SIGN υπογράφοντας την έκκληση. Κάποιοι δεν ξέρουν αγγλικά και δεν είναι εξοικειωμένοι με τη διαδικασία, κάποιοι έχουν διαφοροποιημένη άποψη. Οι περισσότεροι δεν ενδιαφέρονται ή δεν το θεωρούν αποτελεσματικό. Έτσι όμως δίνουν έρεισμα στις κυβερνήσεις να υποστηρίζουν ότι σοφά πράττουν συνεχίζοντας την ίδια λαθεμένη πολιτική.
Είναι η ίδια νοοτροπία, που οδηγεί παγκόσμια τους ανθρώπους μακριά από τις κάλπες (τραγικό αν σκεφθεί κάποιος τους αγώνες των γενεών που μας εξασφάλισαν το δικαίωμα στην ψήφο) ή τους ενεργοποιεί να ψηφίσουν μόνο για να περιγελάσουν το σύστημα, εκλέγοντας Τραμπ και τους ομοίους του και ανοίγοντας ξανά το κουτί της Πανδώρας για την ανθρωπότητα.
Η Ιστορία ελάχιστες φορές τραβά την ανηφόρα, συνήθως ανακυκλώνεται σε κύκλους δημιουργίας και καταστροφής, όπου το τυχαίο είναι σημαντικός παράγων. Το δίκαιο και το σωστό δυστυχώς δεν είναι πάντα κοινό κτήμα. Αν και οι μεγάλες ΜΚΟ έχουν έμμισθο προσωπικό και ειδικούς για τη διαφήμιση των απόψεών τους (κάποιες έχουν κατηγορηθεί και για διαφθορά), στην Ελλάδα η μεγάλη πλειοψηφία των ακτιβιστών είναι εθελοντές ενεργοί πολίτες, που αυτοσχεδιάζουν. Χωρίς σωστό μάνατζμεντ είναι θαύμα το γεγονός ότι επιβιώνουν έστω και με λάθος ή ξεπερασμένες μορφές πάλης.

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Η ουτοπία της ελευθερίας

Η ουτοπία της ελευθερίας

«Δεν πιστεύω σε τίποτα. Δεν ελπίζω σε τίποτα. Είμαι ελεύθερος.» έχει γραφτεί στον τάφο ενός από τους πιο διάσημους έλληνες συγγραφείς, του Νίκου Καζαντζάκη. Και νομίζω ότι τώρα, ανάμεσα τους νεκρούς, ίσως να είναι λεύτερος ο περήφανος αυτός κρητικός, γιατί φυσικά κανείς ζωντανός δε μπορεί με σιγουριά να πει τούτη τη μεγάλη κουβέντα, που όμως γίνεται παντιέρα για κάθε χρήση.
Ποιος όμως μπορεί να πει ότι κατάφερε να κερδίσει κάποιες στιγμές Ελευθερίας; Σίγουρα οι περισσότεροι νιώθουμε λεύτεροι στα όνειρά μας. Όταν κοιμόμαστε είμαστε όπως θα θέλαμε νάμαστε, δρούμε πέρα από κάθε προσδοκία μας, τίποτε δεν είναι αδύνατο… στα όνειρά μας. Μα γιατί ο Φρόιντ τόσο σκληρά προσπάθησε να θεραπεύσει την ψυχή από την πορτούλα των ονείρων μας.
Η Τέχνη είναι μια άλλη διέξοδος στη λευτεριά. Ένας καλλιτέχνης είναι λεύτερος να ζήσει ξανά και ξανά, με πολλούς διαφορετικούς κάθε φορά τρόπους μέσα από τα δημιουργήματα της τέχνης του. Νιώθει λεύτερος σα θεός να δημιουργήσει το δικό του σύμπαν. Το δυστύχημα είναι ότι κανείς καλλιτέχνης δε χωρά στο ίδιο του το σύμπαν. Να λοιπόν που η φαντασία δεν είναι παρά το σύνορο της ελέυθερής μας βούλησης.
Μερικοί λένε ότι ο έρωτας είναι ένα είδος λευτεριάς. Αλλά ο έρωτας παίρνει τόσα πρόσωπα και ειδικά το σεξ δημιουργεί περίεργες καταστάσεις που μάλλον μας σφιχτοδένουν παρά μας ελευθερώνουν.
Κάθε θρησκεία προσπαθεί να μας πείσει ότι αυτή είναι ο λυτρωτής μας από το φόβο του θανάτου και το βάρος των ανομημάτων μας. Όμως οι θρησκείες απαιτούν πλήρη υποταγή, που δε μπορεί να νοηθεί σαν πράξη ελευθερίας.  Γιατί πόσο ελεύθερος μπορεί να νιώθει ο δούλος του θεού;
Η Ιστορία μας διδάσκει ότι ο άνθρωπος πάντοτε έπαιζε το παιχνίδι αφέντης – δούλος. Πάντοτε κάποιοι κυβερνούν και φτιάχνουν νόμους, που κάποιοι άλλοι πρέπει να τους υπακούν, κάποιοι δουλεύουν σκληρά, ενώ κάποιοι άλλοι διαρκώς διασκεδάζουν.
Ακόμη και στην αρχαία Ελλάδα που είναι γενικά αποδεκτή σαν η πιο φιλελεύθερη περίοδος της αρχαιότητας, η δημοκρατία της Αθήνας δεν ήταν παρά μια ιμπεριαλιστική δύναμη στην οποία οι δούλοι έκαναν σκληρή δουλειά την ώρα που οι ελεύθεροι φιλοσοφούσαν γύρω από τις ιδέες της Ελευθερίας, της Ομορφιάς και της Αθανασίας. Βέβαια η δουλειά δεν ήταν τόσο σκληρή στην Ελλάδα όσο για παράδειγμα στη Ρώμη, γιατί κατά τους πολέμους εκείνη την εποχή καθένας μπορούσε να γίνει δούλος μετά από κάποια ήττα κι έτσι οι έλληνες μπορούσαν να διακρίνουν στο πρόσωπο του δούλου μια δυνατότητα του δικού τους πεπρωμένου, όπως στην οικονομική κρίση σήμερα καθένας μπορεί να γίνει άνεργος και άστεγος. Θυμηθείτε στην υπέροχη τραγωδία την εκάβη, βασίλισσα της Τροίας να θρηνεί το χάσιμο της λευτεριάς της μετά από το κούρσεμα της πόλης από τους Αχαιούς. Οι έλληνες συγγραφείς, έχοντας την ελευθερία της έκφρασης, ανέβασαν αυτό το έργο ακριβώς για να καταδικάσουν την ανελέητη καταστροφή της Ποτίδαιας από τη μητρόπολη Αθήνα. Οι αρχαίοι έλληνες βάδιζαν με γνώμονα την αίσθηση του μέτρου στη ζωή. Πίστευαν ότι ο άνθρωπος έχει όρια κι έτσι είναι αδύνατο να είναι πραγματικά ελεύθερος, Ακόμη και οι θεοί τους δε μπορούσαν ν’ αλλάξουν το πεπρωμένο, που στέκει πάνω απ’ όλα. Θυμηθείτε το δυστυχή Οιδίποδα. Ήταν ελεύθερος να κάνει ότι θέλει μέχρι που ανακάλυψε ότι είχε σκοτώσει τον πατέρα του και είχε παντρευτεί τη μάνα του, όπως ακριβώς προφήτευσαν οι χρησμοί και όσο αυτός δρούσε με λεύτερη τη βούληση! Φυσικά ο Οιδίποδας ένιωσε υπεύθυνος για ότι είχε συμβεί και είχε την ελευθερία να τυφλωθεί με τα ίδια του τα χέρια.
Πολλοί άνθρωποι πεθαίνουμε με την ελεύθερή τους βούληση πολεμώντας για κάποιες ιδέες. Μετά λίγα χρόνια η θυσία τους μοιάζει μάταιη. Τα πράγματα αλλάζουν και μεις βλέπουμε τα πράγματα με διαφορετικό βλέμμα. Έχουμε την ψευδαίσθηση ότι έχουμε ελευθερία επιλογής. Στην πραγματικότητα βασιλιάδες, στρατηγοί, πολιτικοί, άνθρωποι με την εξουσία του χρήματος και πάνω απ’ όλα κάποιοι απρόβλεπτοι παράγοντες κυβερνούν τη ζωή μας.
Σε κάθε πολιτικό σύστημα άνθρωποι σαν τα ερπετά σκαρφαλώνουν στην κορφή κι εύκολα καταφέρνουν να δηλητηριάσουν το δρόμο για την πρόοδο, την ισότητα, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία. Φαίνεται πως η αναρχία είναι ο μόνος δρόμος για την κοινωνική ισότητα, αλλά καμιά κοινωνία δεν επιβιώνει στην αναρχία. Και η ελευθερία του ενός πάντα δεσμεύεται από τα σύνορα της ελευθερίας του άλλου.
Ο άνθρωπος πρέπει να επιζεί μέσα στα όριά του και αυτό είναι αντίθετο από την ίδια του τη θέληση. Ο άνθρωπος θέλει να ζει για πάντα, αλλά ο θάνατος υπάρχει για όλους μας. Ο άνθρωπος πρέπει να συμβιβάζεται κι έτσι προσπαθεί να δημιουργήσει μια κοινή ζωή στην οποία ο καθένας να μπορεί να εκφραστεί λεύτερα μέσα στα όρια της κοινωνικής ελευθερίας. Νιώθουμε ευτυχία μόνο αν αγγίξουμε την κορυφή των προσδοκιών μας.
Είμαστε όλοι ίσοι; Δεν είμαστε στα μάτια του θεού, που δημιουργεί όμορφους και άσχημους, έξυπνους και βλάκες, άρρωστους και υγιείς. Πρέπει όμως να είμαστε ίσοι μπροστά στους νόμους αλλά κι εδώ δεν είμαστε τις περισσότερες φορές. Λέμε ότι πετύχαμε αν η πλειοψηφία νιώθει λεύτερα. Να γιατί ψηφίζουμε στις εκλογές. Να γιατί πιστεύουμε ότι είναι το πιο αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα. Να γιατί διαδηλώνουμε ενάντια σε κάθε είδος ρατσισμού. Να γιατί απεργούμε ζητώντας περισσότερα χρήματα, λιγότερες εργάσιμες ώρες, περισσότερο ελεύθερο χρόνο και δουλειά για όλους. Να γιατί αγωνιζόμαστε για την ισότητα των γυναικών, την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, χωρίς το φόβο μιας πυρηνικής έκρηξης που θα εξαφανίσει τον πλανήτη μας, γιατί ελπίζουμε στην κοινή λογική που θα φέρει επιτέλους «την επί γης ειρήνη».
Θέλουμε να έχουμε δικαίωμα επιλογής σε κάθε ζήτημα. Όμως στ’ αλήθεια έχουμε; Ας πάρουμε ένα μικρό παράδειγμα. Οι άνθρωποι στη Δύση πρέπει να διαλέγουν όλη μέρα από το ρούχο που φορούν μέχρι το άρωμα του αποσμητικού τους. Μια απέραντη ποικιλία επιλογών απλώνεται μπροστά τους. Πόσο λεύτεροι όμως είναι να διαλέξουν αυτό που στ΄ αλήθεια επιθυμούν; Τις πιο πολλές φορές αγοράζουν, όχι ότι χρειάζονται, μα ότι τους επιβάλλεται μέσα απ’ τη διαφήμιση. Αγοράζουν φίρμες, υπογραφές, ταμπέλες, το όνειρο της επιτυχίας. Νιώθουν κουρασμένοι για να προσπαθήσουν ν’ ανακαλύψουν τις ανάγκες, τις προσδοκίες τους. Είναι τόσο βολικό το ν’ αγοράσεις ένα «one size» όνειρο μέσα από τη σαπουνόπερα. Μα είναι αυτό ελευθερία;
«Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία» είπε ο εθνικός μας ποιητής, Κάλβος. Και η επανάσταση μας είχε για λάβαρο το «Ελευθερία ή θάνατος». Και παιδεία, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε σήμερα. Είναι μακρύς ο δρόμος προς τη Λευτεριά, που ποτέ δεν πρόκειται ν’ αγγίξουμε. Μα μοιάζει με ταξίδι στην Ιθάκη. Ένα μικρό βήμα προόδου κι ατέλειωτα σκαμπανεβάσματα. Ο λαός μας ποτέ δεν έπαψε ν’ αγωνίζεται  για τη λευτεριά. Επιζήσαμε μέσα από τόσους πολέμους, πρόσφατα γευθήκαμε ξανά την τυρρανία μιας δικτατορίας. Βέβαια το σήμερα μοιάζει πιο λαμπρό από το χθες. Όμως πόσο λεύτερη και ανεξάρτητη μπορεί να είναι μια μικρή φτωχή χώρα σαν την Ελλάδα; Απλό παράδειγμα. Η δορυφορική τηλεόραση μας φέρνει σε κάθε σπιτικό τον αμερικάνικο τρόπο ζωής, μας επιβάλει ξένες γλώσσες, νέους τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς. Πόσο είμαστε λεύτεροι εμείς να βαρύνουμε για ν’ αντιστρέψουμε τη ζυγαριά; Πώς; Απλώς είμαστε λεύτεροι να προσπαθήσουμε.
Η Ελευθερία είναι μια ουτοπία. Όμως χωρίς αυτήν ο άνθρωπος δε γίνεται ν’ ανθίσει και ο πολιτισμός δεν είναι παρά ένα κούφιο όνομα.

Ανακοίνωση στο Διεθνές Συνέδριο της Union Mondial des Ecrivains Medecins (UMEM) στην Ουγγαρία Σεπτέμβρης 1990

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου