Μάχη Παπανικολάου Στη σκιά ενός μεγάλου ερευνητή


   
Ο Γεώργιος Παπανικολάου, με το Παπ τεστ έγινε από τους μεγαλύτερους ευεργέτες των γυναικών. Γιαυτό και έχει τεράστιο ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο αυτός ο αρχιερέας του μυστηρίου της θηλυκής γονιμότητας αντιμετώπιζε το ασθενές φύλον.
Η ζωή του στάθηκε μια οδύσσεια στο χώρο της επιστήμης. Μόνο που η δική του Πηνελόπη δεν περίμενε καθισμένη στον αργαλειό, μα τον συνόδευε ακούραστη σκιά του σ' όλο το δύσβατο μονοπάτι.
Είναι γνωστό πως η αναρρίχηση στις κορφές της έρευνας είναι εξουθενωτική και πολλές φορές ασυμβίβαστη με τα συνηθισμένα όρια που θέτουμε προσδιορίζοντας την ανθρώπινη ευτυχία. Όλοι οι
μεγάλοι άνθρωποι, καλλιτέχνες ή επιστήμονες, σπάνια δημιουργούν ευτυχισμένα σπιτικά, γιατί ζουν μόνο μέσα από την αθανασία που προσδοκούν από το έργο τους, παραμερίζοντας τα απλά καθημερινά πράγματα που συνθέτουν την αρμονική συμβίωση ανάμεσα στους ανθρώπους. Γιαυτό και είναι κανόνας οι μεγάλοι δημιουργοί να φουντώνουν σαν δυναμικές περικοκλάδες γύρω από ανθρώπινα κλαριά, συνήθως γένους θηλυκού, που στηρίζουν οικονομικά, ηθικά και συναισθηματικά, όλους εκείνους που τάχθηκαν να μεγαλουργήσουν.
Μοναδική ίσως εξαίρεση ισονομίας ανάμεσα σε δυο αφοσιωμένους επιστήμονες στέκουν το ζευγάρι Πιερ και Μαρία Κιουρί, που όχι μόνο στάθηκαν κι οι δυο πρωτοπόροι ερευνητές, αλλά και δημιούργησαν ευτυχισμένη οικογένεια και γέννησαν παιδιά που συνέχισαν επάξια το δύσκολο δρόμο τους.
Ο Γιώργος Παπανικολάου γεννήθηκε στην Κύμη το 1883, τρίτο από τα τέσσερα παιδιά του Νίκου και της Μαρίας Παπανικολάου. Ο πατέρας του ήταν γιατρός και πολιτευτής του Τρικούπη πρωτοεκλέχτηκε βουλευτής στα 25 του και χρημάτισε δήμαρχος Κύμης.
Ο Γ. Παπανικολάου έζησε λοιπόν ευτυχισμένα παιδικά χρόνια μέσα σε μιαν ευκατάστατη οικογένεια, από την οποία όμως δεν έλειπαν τα οικονομικά προβλήματα, αφού η πολιτική απομυζούσε την ευμάρεια που το ιατρικό επάγγελμα προεξοφλούσε. Ο Γιώργος ήταν δύσκολο παιδί, τελειοθηρικό. Χαρακτηριστικό είναι πως το 1905, μόλις πήρε το πτυχίο του, πήγε και έκανε κρυφά από την οικογένειά του αισθητική επέμβαση στα πόδια του, που του φαινόντουσαν στραβά, παρά τους κινδύνους που τότε, μιαν εποχή πριν τα αντιβιοτικά, απειλούσαν και την πιο απλή χειρουργική επέμβαση. Ήταν εγωκεντρικός χαρακτήρας και με τεράστια αυτοπεποίθηση. Οι απαιτήσεις του από τους δικούς του όπως διαγράφονται μέσα από την αλληλογραφία του είναι εξοργιστικές. Ζητούσε όλο και περισσότερα λεφτά δίχως να καταλαβαίνει τις δυσκολίες και θεωρούσε την αξιοπρεπή του εμφάνισή σαν απαραίτητη για τη σταδιοδρομία του.
Διάβαζε Νίτσε που τον είχε επηρεάσει όπως και όλη την πνευματική πρωτοπορεία της εποχής κι ήταν φίλος με το Γληνό και το Δελμούζο κι οι δημοτικίστικες τάσεις του εξόργιζαν τον πατέρα του. Μετά το πτυχίο του δεν πηγαίνει στην Κύμη ν' ασκήσει το επάγγελμα όπως επιθυμούσαν ο δικοί του, που περνούσαν περίοδο οικονομικής δυσχέρειας, αλλά μετά το στρατό φεύγει για τη Γερμανία, στην Ιένα
όπου ο Χαίκελ εφάρμοζε τη θεωρία της εξέλιξης στη φιλοσοφία και τη θρησκεία. Όμως ο ενθουσιασμός του για το Χαίκελ κράτησε μόνο τρεις μήνες κι έπειτα έφυγε για το Φράιμουργκ να παρακολουθήσει βιολογική έρευνα δίπλα στο Βάισμαν και μετά άλλους έξι μήνες πάει στο Μόναχο για να παρακολουθήσει τις εργασίες του Γκολντισμιτ.
Για όλες του αυτές τις περιπλανήσεις χρηματοδοτείται τακτικά από το σπίτι κι εξακολουθεί να ξοδεύει πολλά, πράγμα που κάνει τον πατέρα του να δυσανασχετεί. Το 1910 παίρνει τον τίτλο του διδάκτορα φυσικών επιστημών. Γυρνά στην Κύμη όπου όλοι απελπίζονται γιατί αντί να καταπιαστεί επιτέλους με μια προσοδοφόρο ιατρική ειδικότητα, αυτός τριγυρνούσε στα χωράφια μαζεύοντας πεταλούδες για να κάνει πειράματα. Αυτή τους η στάση τον απογοήτευε, όπως περιγράφει σε γράμμα του, όταν πια είχε τακτοποιηθεί στην Αμερική:
"Έφυγα από την Ελλάδα με σπασμένα φτερά και νόμιζα πως δεν θα μπορούσα πια ποτέ να πετάξω. Όλοι γύρω μου με θεωρούσαν ως ένα ναυαγισμένο ιδεοπαθή και άρχισα σιγά σιγά να το πιστεύω και εγώ ο ίδιος... Ευτυχώς εδώ βρήκα άλλο κόσμο, άλλους ανθρώπους με πλατύτερες ιδέες με ευγενέστερα αισθήματα με υψηλότερα ιδεώδη και μπόρεσα να μπω πάλιν εις τον δρόμον μου. Για πρώτην φορά στην ζωήν μου ημπορώ να πω πως είμαι ευχαριστημένος. Έχω γύρω μου ζωήν που κοιτάζει μπροστά εις το μέλλον και όχι οπίσω εις το παρελθόν. Η Ελλάς είναι ένα παμμέγιστον νεκροταφείον επάνω εις το οποίον είναι στημένα τα πέτρινα αγάλματα των αρχαίων σοφών. Πίσω,πίσω, πίσω. Η έρευνα είναι η ψυχή της προόδου. Ο αμερικανός ή ο ευρωπαίος όταν του πω ότι είμαι επιστήμων και δεν κάνω τίποτε άλλο από το να ερευνώ με θεωρεί όχι μόνον ως χρήσιμον στοιχείο, αλλά ως κάτι ανώτερο από τους κοινούς ανθρώπους. Ο έλλην με θεωρεί απεναντίας ως ένα άχρηστον όν και όχι μόνον άχρηστον αλλά και επικίνδυνον ως ένα είδος φρενοπαθούς, ο οποίος έχει
καταληφθεί από μανίαν μέσα εις το νεκροταφείον του και απειλεί να τους σπάσει κάποιο είδωλο, κάποιο άγαλμα του παλαιού καιρού." (1)
Το αιώνιο πρόβλημα της Ελλάδας. Όπου ο γιατρός μετρά μόνο αν πετύχει επαγγελματικά. Όπου οι συνθήκες για την πρωτοπορία στην έρευνα εξακολουθούν να είναι απαγορευτικές. Όπου ο ταλαντούχος νέος αντιμετωπίζεται με ειρωνεία απ' τους συνομιλήκους και με καχυποψία από τους φτασμένους συναδέλφους. Όπου η ιατρική πρόοδος εξακολουθεί να παραμένει είδος εισαγόμενον και μάλιστα πολυτελείας, πολλές φορές χάρη στις έρευνες ελλήνων γιατρών που μεγαλουργούν μόλις ξεφύγουν απ' την ασφυχτική αγκαλιά της μάνας πατρίδας. Είναι κρίμα γιατί οι σκέψεις αυτές του μεγάλου μας συμπατριώτη θα μπορούσε να είχαν γραφτεί χθες, γιατί τίποτε δεν άλλαξε ακόμη στη νοοτροπία. Κι ας ενταχθήκαμε στην ΕΟΚ. Κι ας γίναμε Ευρώπη. "Η Ελλάς είναι ένα παμμέγιστον νεκροταφείον επάνω εις το οποίον είναι στημένα τα πέτρινα αγάλματα των αρχαίων σοφών." Ανάμεσά τους και το άγαλμα του Παπανικολάου.
Από τα εφηβικά του χρόνια διατηρούσε ένα δεσμό με την Κούλα Στεφάνου, οικογενειακή τους φίλη. Μετά την επιστροφή του από τη Γερμανία την ζήτησε σε γάμο, αλλά πάνω στον κανονισμό της προίκας μεταξύ των γονιών, ο πεθερός είπε κάτι που ο Γιώργος θεώρησε προσβλητικό. Τότε ζήτησε από την Κούλα να εγκαταλείψει την οικογένειά της και να τον ακολουθήσει στη Γαλλία. Εκείνη όμως
αρνήθηκε. Θα μπορούσε άραγε να ζήσει για πάντα στο πλάι του η μοναδική γυναίκα που ερωτεύθηκε; Θα τολμούσε τάχα εκείνος να της ζητήσει τόσες θυσίες όσες ζήτησε αργότερα από τη γυναίκα του;
Τότε γνώρισε τη Μάχη Μαυρογένη, κόρη στρατιωτικού. Ήταν μια ζωντανή κοπέλα, μόλις δεκαεννιά χρόνων, όχι ιδιαίτερα όμορφη, μα με όσα τότε αποτελούσαν εφόδια για ένα καλό γάμο, καλή ανατροφή, γαλλικά και πιάνο. Ήταν ανοιχτόκαρδη κι αγαπούσε το διάβασμα και τη μουσική. Όμως αυτό που εντυπωσίασε το Γιώργο ήταν η καρτερία της. Την πρωτοπρόσεξε μια μέρα που ανεβαίνανε σ' ένα βουνό μια μεγάλη παρέα νέοι και νέες κι ενώ όλες οι κοπέλες γκρινιάζανε για την ταλαιπωρία εκείνη δεν διαμαρτυρήθηκε ενώ, όπως μόνο εκείνος είχε παρατηρήσει, η κοπέλα φορούσε τρύπια παπούτσια.
Ήταν ένας γάμος δίχως έρωτα τουλάχιστον από την πλευρά του.
Πριν παντρευτούν της έθεσε τους όρους που εκείνη αποδέχθηκε. Δεν ζητούσε προίκα, μα ούτε και της έταζε οικονομική ευμάρεια. Η ζωή τους θα είχε σαν προορισμό την επιστημονική έρευνα. Θα έπρεπε να υπολογίσει πως πιθανότατα δεν θα ξανάβλεπε τους δικούς της, αφού σκόπευε να εγκατασταθούν μόνιμα στο εξωτερικό. Το σπουδαιότερο όμως ήταν τ' ότι θα έπρεπε να απαρνηθεί κάθε της επιθυμία για μητρότητα γιατί "η γυναίκα του ήταν αναγκαίο να προσφέρει ότι εκείνος χρειαζόταν στη δουλειά και το σπίτι και θάπρεπε νάναι απερίσπαστη στο καθήκον της."(2)
Την παντρεύτηκε κρυφά από τους δικούς του το Σεπτέμβρη του 1910 και φεύγουν για τη Γαλλία όπου προσλαμβάνεται στο Ωκεανογραφικό Ινστιτούτο του Μονακό. Ο μισθός του θα ήταν 250 φράγκα το μήνα. Γράφει στις 29-12-89, δυο μήνες μετά το γάμο του "Τα 150 φράγκα θα διαθέτω για τη Μάχη την οποία σκέπτομαι να στείλω εσωτερική σε καμιά σχολή καλογραιών στην Ελβετία ή Γερμανία. Πρέπει ν' αναπτυχθεί καλύτερα και να πάρει και ένα μικρό επάγγελμα για κάθε ενδεχόμενο."(3)
Την έστειλε στη σχολή του Μοναστιέ. Όχι με ευχαρίστηση. Πίστευε πως ήταν απαραίτητη θυσία για την εκπαίδευσή της, που ήταν γιαυτόν ιερός σκοπός. Δεν αναρωτήθηκε αν και κείνη τόθελε.
Πίστευε πως εκείνος ξέρει καλύτερα, πως σίγουρα είναι για το καλό της. Μέχρι και Νίτσε την ανάγκαζε να μελετά. Έπρεπε να τη χτίσει ισάξιά του. Το έτερόν του ήμισυ δεν μπορούσε ν' αγνοεί το
Νίτσε!
Με τη λήξη του συμβολαίου του επιστρέφουν στην Ελλάδα όπου του προτείνουν πανεπιστημιακή έδρα με τον όρο να πάρει και δεύτερη διατριβή στη Γερμανία. Ακολουθούν όμως οι βαλκανικοί και ο Γ.Π. επιστρατεύεται. Στο στρατό εκείνος είχε την ευκαιρία να γνωρίσει ελληνοαμερικανούς κι έτσι με το τέλος του πολέμου αποφασίζει να μεταναστεύσει στην Αμερική. Ήταν καθαρή τρέλα. Εδώ να τον περιμένει πανεπιστημιακή καριέρα κι αυτός να τρέχει ξεκρέμαστος σαν τον τελευταίο άνεργο στην ουτοπία του νέου κόσμου.
Φθάνουν στη Νέα Υόρκη τον Οκτώβρη του 1913. Στην αρχή δούλευε μόνο η Μάχη στα καταστήματα Γκίμπελς ράβοντας κουμπιά. Οι σπουδές του Μοντελιέ αποδείχθηκαν άχρηστες για να εξασφαλίσουν
ένα ξεροκόμματο στη γη της επαγγελίας. Εκείνος τρέχει στα πανεπιστήμια συζητά για τις έρευνές του, αλλά ντρέπεται να ζητήσει δουλειά. Αργότερα αναγκάζεται και κείνος να πιάσει δουλειά στο κατάστημα Γκίμπελς στο τμήμα χαλιών. Είναι έτοιμος να καταρρεύσει. Νοιώθει πως προδίδει την αποστολή του. Η Μάχη τότε τον ενθαρρύνει να ζητήσει από τον Μόργκαν με τον οποίο ως τότε είχαν επιστημονικές μόνο σχέσεις βοήθεια για μια θέση ανάλογη με τα προσόντα του και πραγματικά ο Μόργκαν, για τον οποίο η ανεργία κι η φτώχεια δεν είναι ντροπή ούτε για τους επιστήμονες, φρόντισε και τον Οκτώβρη του 1914 ο Γ. Π. εγκαταστάθηκε στη έδρα Ανατομικής του Πανεπιστημίου του Κορνέλ με ικανοποιητική αμοιβή.
Από την αλληλογραφία του μαθαίνουμε πως σ' όλο αυτό το διάστημα η Μάχη μαγείρευε κάθε Κυριακή για όλη τη βδομάδα, πολλές φορές ερχόταν με κλάματα απ' τη δουλειά "εξαντλημένη από την εργασίαν και τας συνθήκας εις τας οποίας είναι ασυνήθιστος".
Εκείνος την ανάγκαζε μετά τη δουλειά να μελετά και πιάνο, για να μην το ξεχνά, ελπίζοντας πάντα στις καλύτερες μέρες, που ευτυχώς δεν άργησαν νάρθουν. Δυο μήνες μετά την εγκατάστασή του στο
Κορνέλ άρχισε και κείνη να εργάζεται κοντά του.
Το 1917 δημοσιεύει μια μελέτη όπου διαπιστώνει με την μελέτη των κολπικών επιχρισμάτων την ύπαρξη κύκλου στα τρωκτικά.
Αυτά τα τρία χρόνια εκτός από το πλήρες ωράριο ο Γιώργος και η Μάχη Παπανικολάου δούλευαν και τα σαββατοκύριακα φροντίζοντας την καθαριότητα των πειραματοζώων. Η δυσοσμία ήταν αποκρουστική, αλλά η Μάχη που μεγάλωσε με πιάνα, σαλόνια και γαλλικά είχε πια αποδείξει την καρτερία της. Το 1920 ο Γ.Π. άρχισε τη μελέτη των γυναικείων κολπικών επιχρισμάτων. Πρώτο και καλύτερο πειραματόζωο, για 21 ολάκερα χρόνια, η Μάχη, το ιδανικό, όπως έλεγε κι ο ίδιος, αφού είχε απόλυτα τακτικό κύκλο και κόλπο καθαρό χωρίς λοιμώξεις, τόσο συχνές στις γυναίκες με έντονη σεξουαλική ζωή. Το 1925 αρχίζει να μελετά και παρασκευάσματα νοσηλευομένων γυναικών, ενώ παράλληλα πετυχαίνοντας οικονομική υποστήριξη επιλέγει και εθελόντριες από το προσωπικό του νοσοκομείου που με αμοιβή δέχονται να τους παίρνουν κολπικό υγρό για δυο τρεις μήνες.
Το 1928 παρουσιάζεται για πρώτη φορά η εργασία του για το τεστ με τίτλο "νέα διάγνωση του καρκίνου" αλλά ο ιατρικός κόσμος δεν είναι έτοιμος να τη δεχθεί. Από το 1928 μέχρι το 1940 παρουσιάζει 32 νέες εργασίες πάνω στα κολπικά επιχρίσματα, αλλά μόνο το 1939 που αναλαμβάνει ο Χίνσευ πρόεδρος της επανεκτιμά τις δυνατότητες της διαγνωστικής μεθόδου κατά Παπανικολάου και
εγκρίνει κονδύλια για εκτεταμένες έρευνες, που αποδεικνύουν περίτρανα τη σπουδαιότητά της. Έτσι το 1941 που παρουσιάστηκε η εργασία "η διαγνωστική αξία της εξέτασης του κολπικού υγρού στον καρκίνο της μήτρας" ο ιατρικός κόσμος ανταποκρίνεται με ενθουσιασμό. Ο Χίνσευ όμως εκτός από την προώθηση της έρευνας του Παπανικολάου έκρινε σκόπιμο να απολύσει τη γυναίκα του με το σκεπτικό πως δυο σύζυγοι δεν χωρούν στην ίδια ερευνητική ομάδα.
ο Παπανικολάου με τη σύζυγό του Μάχη και συνεργάτριες
Έτσι η Μάχη συνέχισε να προσφέρει με τον ίδιο ζήλο δίχως όμως κανένα οικονομικό όφελος. Μόνη της απολαβή η χαρά ότι τελικά οι αγώνες τους δικαιωνόντουσαν. Το Pap test επιβεβαιωνόταν πιο αξιόπιστο ακόμη κι από τη βιοψία γιατί έπιανε καρκίνους αόρατους στο μάτι του χειρούργου κι ασυμπτωματικούς στην άρρωστη.
Από το 1945, μετά την παγκόσμια αναγνώριση της μεθόδου άρχισε η εκπαίδευση ειδικών στη μέθοδο. Ανάμεσα σ' αυτούς πολλοί έλληνες γιατροί που στελέχωσαν τα ελληνικά νοσοκομεία. Η Μάχη αποδείχτηκε πως ήταν η σύντροφος που ο Γ.Π. ονειρευόταν. Μπορούσε πάνω της ν' αποθέτει κάθε βιοτική μέριμνα.
Ο Γ. Π. πίστευε ότι είναι "φεμινιστής". Συχνά κατάκρινε τον αναχρονιστικό θεσμό της προίκας και τις ατιμωτικές συζητήσεις των ελλήνων για τις γυναίκες. Εκείνος πίστευε πραγματικά στις ικανότητες των γυναικών και τις δυνατότητές τους. Είχε σαν πρότυπα τη μητέρα του και τις αδελφές του. Κατάφερε να πλάσσει τη σύζυγό του σα νέος Πυγμαλίων σε μια υπεργυναίκα που κι ο Νίτσε θα
ζήλευε. Ερωτεύτηκε ποτέ αυτό το πλάσμα που όλα του τάδωσε; Θα μπορούσε να γίνει ο μεγάλος ερευνητής αν ζούσε πλάι στη γυναίκα που είχε ερωτευθεί; Είναι συμβατός ο απόλυτος έρωτας με την
επιστημονική αφιέρωση;
Στην πράξη ήταν "φεμινιστής". Στις ομάδες εργασίας του η πλειοψηφία ήταν γυναίκες και δεν έχανε την ευκαιρία να εκθειάζει την αφοσίωση και την απόδοσή τους. Όμως ποτέ δεν αναρωτήθηκε για
τις ανάγκες τους. Εκείνος ο μεγάλος ερευνητής του γυναικείου κορμιού, εκείνος που είχε βοηθήσει τόσες γυναίκες να γίνουν χάρη στις ανακαλύψεις του μητέρες φαίνεται πως δεν μπορούσε ν'
αντιληφθεί την ιδιαιτερότητα που η φύση και η κοινωνία επιβάλουν στο θηλυκό άνθρωπο. Έβλεπε τις γυναίκες κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση του αντρικού προτύπου του και γιαυτό ήταν το ίδιο καταπιεστικός με τους ομόφυλους υφισταμένους του.
Το 1910 κιόλας είχε δυσανασχετήσει, όταν η αδελφή του Ελένη παντρεύτηκε το γιατρό Γιώργη Βογιατζή. Έγραφε τότε "Με το γάμο έγινε μια γυναίκα ανάμεσα στις άλλες, ενώ θα μπορούσε να διαπρέψει μεταξύ των ομοφύλων της όλου του κόσμου."(4) Η Ελένη πέθανε από καρδιά
σε ηλικία μόλις 27 χρόνων αφήνοντας πίσω της τρία κοριτσάκια. Τι θάχε αφήσει πιότερο στον κόσμο αν ακολουθούσε τη συμβουλή του αδελφού της; Και το σημαντικότερο. Θάνοιωθε η ίδια τη ζωή της
πιο γεμάτη;
Το 1957 το ζευγάρι κάνει επιτέλους το πρώτο του ξέγνοιαστο ταξίδι στη Ευρώπη και την Ελλάδα. Παντού γίνονται δεκτοί με μεγάλες τιμές. Το 1961 του ανατίθεται η διεύθυνση του Αντικαρκινικού Ινστιτούτου στο Μαϊάμι. Όμως το Φεβρουάριο του 1962 ο Γ. Π. πεθαίνει από καρδιά. Η Μάχη μένει στη Φλόριντα να παρακολουθεί την εξέλιξη του Ινστιτούτου που πήρε τ' όνομά του.
Το 1969 της προσφέρθηκε από την Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία το χρυσό σπαθί της ελπίδας, έμβλημα του αντικαρκινικού αγώνα, με την επιγραφή "στη Μ. Γ. Παπανικολάου, σύντροφο στη
μεγαλοσύνη." Ως το 1982 που πέθανε σε βαθειά γεράματα δεν έπαυε να καίει τη λαμπάδα της μνήμης του. Κάθε γυναίκα πιστεύω χρωστά ν' ανάψει μια λαμπάδα για το Γιώργο Παπανικολάου κι οπωσδήποτε ένα κερί για την ακούραστη σκιά του, τη Μάχη.

Βιβλιογραφία
Μαρία Κοκκόρη "Γεώργιος Ν. Παπανικολάου" Κέδρος Αθήνα 1985

Μαρία Αρβανίτη-Σωτηροπούλου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας