Περί ανέμων και υδάτων

Περί ανέμων και υδάτων

«Περί ανέμων και υδάτων» λοιπόν. Γιατί όχι; Όπως κάθεσαι στην ακροθαλασσιά με το μπουρίνι ν’ ανακατεύει τα μαλλιά του πελάγου, γυμνή με το στήθος προτεταμένο στην ανατριχίλα τ’ ουρανού και τα κύματα να καλπάζουν απειλητικά, τ’ αυτιά σου να βουίζουν και να ορθώνεσαι ν’ αντιπαλέψεις με τη ζωή που ανταριάζεται σαν την ψυχή σου. 
Δίνεις μια και βουτάς στ’ αφρισμένα βράχια, αφήνεις τ’ ακροδάχτυλα της θάλασσας να σου μαλάζουν το κορμί.
-Σε ξέρω, της λες. Σ’ αγαπάω, κι εκείνη σ’ αγκαλιάζει, χώνεσαι ξανά στη ζεστή της μήτρα, γίνεσαι ένα με τον ουρανό και τον αέρα, αφήνεσαι φτερό στον άνεμο και φύκι ξεμαλλιασμένο απ’ την οργή της, που τώρα το πιπιλά στιφόγλυκο μέχρι που το φτύνει στη στεριά. Αφήνεσαι στα χέρια της, στην πρωτεϊκή της δύναμη και μια σ’ ανεβάζει μέχρι ν’ αγγίξεις το γκαστρωμένο βροχή ουρανό και πότε σε βουλιάζει  στον κόλπο της κι ο κόσμος χάνεται κι όλα γίνονται ασήμαντα. Ίσα που προλαβαίνεις να δεις γυμνά τα σπλάχνα της τη στιγμή που κρατά την ανάσα της κι εσύ στέκεις στην κορφή του αφρισμένου της στήθους. 
Κόκαλα στην έρημο, βράχια, σπηλιές μ’ αμμουδιές γυμνές και ξεσχισμένες. Ο κόσμος ανάποδα. Τα ψάρια αλαφιασμένα, τα καβούρια στρεβλά ψάχνουν γωνιά ν’ απαγκιάσουν, οι πεταλίδες και τα κοχύλια βυζαίνουν με μανία τη στεριά για να γλυτώσουν τον ξεριζωμό και το ταξίδι.
Γυμνό τοπίο και συ θες να φύγεις μακριά, πέρα από τούτο το λιμάνι να σαλπάρεις, πέρα απ’ την έρμη ακρογιαλιά που επιτέλους σου ανήκει, ένα με τη θάλασσα και τον άνεμο, ένα με το λίκνισμα των πλεούμενων που τολμούν. Κι αν κάποιο κύμα σε προλάβει και σκεπάσει την κολοκύθα που περνιέται για ένφρον και καλλίμορφον ενδιαίτημα της ζωής, χαμογελάς με κατανόηση. 
Είσαι ένα μαζί της. Καταπίνεις την πικρή της ευωδιά, ανασαίνεις το μεθυστικό της ποτό. Είσαστε ένα κι αν πονάνε τ’ αυτιά απ’ το παγωμένο τράβηγμα του δάσκαλου ανέμου κι από την πλησμονή του αλατόνερου κι ας τσούζουν τα μάτια απ’ την άλμη. 
Αυτά δεν ξέρουν ότι σιγά σιγά μεταμορφώνεσαι. Τα πόδια σου ατονούν. Σε  λίγο θα φυτρώσει η ψαροουρά σου. Τα χέρια σου απλώνονται  στον υγρό σταυρό, αγκαλιάζουν το θολό νερό, το κορμί σου γυμνώνεται απ’ την περιττή σεμνότητα του τελευταίου ρούχου την ώρα που οι κεραυνοί γεφυρώνουν το πέλαγο σ’ αψίδες θριάμβου, σιωπηλές φαντασμαγορικές λάμψεις, που δε μπορούν να καλύψουν την οργασμική της ανάσα, τις λυτρωτικές της κραυγές. 
Γεννιέσαι κι ο ουρανός αναλύεται σε λυγμούς. Τα μαλλιά που κυμάτιζαν αλαφιασμένα τώρα γλυκαίνουν και τα δάκρυα του προσώπου σου θυμίζουν θάλασσα κι ουρανό. Υπόγλυφα. Σαν ιδρώτας. Λαχανιάζεις. Τα πνευμόνια σου δεν αντέχουν τόσην ευτυχία. Κωπηλατείς προς τη μουσκεμένη ακτή που μοσκοβολά φθινόπωρο.
-Κάπου ανάμεσα στα βράχια φυτρώνει το πρώτο κυκλάμινο του έρωτά μας, λες.
Δε φοβάσαι το θυμό της. Τ’ αφρισμένα κύματα που σπάνε στα βράχια με ορμή, που θα διέλυαν οποιοδήποτε σκαρί δε σε τρομάζουν. Εσένα δεν πρόκειται να σε πληγώσει. Μαζί σου έτσι μίλησε. Ίσως ο θεός εμφανίστηκε στο Μωυσή σα φλεγόμενη βάτος. Για σένα η Φύση είναι θάλασσα. Πρέπει ν’ ανασάνεις. Πρέπει να βγάλεις την πρώτη σου κραυγή. Πρέπει να επιβιώσεις. Εκείνη σ’ αναγκάζει. Σ’ εξωθεί στον αφρό, σε νανουρίζει μ’ υποσχέσεις αθανασίας, σε διδάσκει ανείπωτα μυστικά, σε μυεί στα μυστήρια της θηλυκότητας. 
Ξαπλώνεις στο υγρό βράχο κι αφήνεις την καταιγίδα να σου μαστιγώνει το κορμί και τον άνεμο να σε σφουγγίζει. Τουρτουρίζεις. Έτσι υπάρχεις. Μονάχα μέσα απ’ τις αισθήσεις σου. Τα δόντια σου χτυπούν. Παραλογίζεσαι; Όχι περισσότερο απ’ αυτό τον ουρανό που σε σκεπάζει ερωτικά και βίαια, όχι περισσότερο απ’ το σκληρό βράχο που διαλύεται σταθερά στους ρυθμούς του ανέμου και της θάλασσας, σαν τα βουνά που ξεδοντιάζονται και βουλιάζουν σε νησιά. 
Η κοσμογονία κυοφορείται εντός μου. Το παραμύθι του κόσμου ξαναρχίζει κάθε εποχή. Ένα με το βράχο, ένα με τον άνεμο, ένα με τα νερά που σμίγουν τον ουρανό και τη θάλασσα. Θα  χορταριάσει στη θάλασσα, θα λουλουδιάσει το πέλαγο, θα καρποφορήσουν οι ωκεανοί. Ξωτικά σαν το Γιούσουρι, θρύλοι που ομορφαίνουν τα ροζιασμένα χέρια των ψαράδων, χταπόδια που αφρίζουν στα βράχια καθώς τα χτυπάνε για να μαλακώσουν, τσίροι που στεγνώνουν απλωμένοι σαν κουρελάκια ψαριών, εισαγωγή στην ευωχία του ούζου.

Δεν πρόκειται να φύγω από κοντά σου. Το είδες. Πέτρωσα εδώ στο σύνορο του ανέμου με τη θάλασσα. Χαμογελώντας στο αιώνιο θαύμα του κόσμου. Αγναντεύοντας το πλοίο του Θησέα, αδιάφορη στην παραφορά του Αιγέα. Δική σου. Πορφυρή από ντροπή του δειλινού, ολόχρυση στη μεσημεριανή συγκομιδή των χαμογέλιων σου. Ποίημα του ανέμου και του βράχου, γέννημα της θάλασσας.
 Ιδού εγώ! Προσμένω να μου χαμογελάσεις ξανά. Να ντυθείς στα παιχνιδιάρικα πέπλα σου τους ιριδισμούς του φωτός, το κυμάτισμα των σπαρτών του ήλιου, τους αναστεναγμούς από τ’ απόνερα των πλοίων, που σε χαράζουν δρόμους αφρισμένους, δρόμους καταδικασμένους στη λήθη των γλάρων. Προσμένω τη σιωπή σου τις φεγγαρόλουστες βραδιές και τα βλέφαρα των πυροφανιών  που αναβοσβήνουν παιχνιδιάρικα λαγνεύοντας τα έγκατά σου που αντιστέκονται ναζιάρικα.  
Θα μείνω εδώ, γλυκιά, πικρή, σκληρή και εύθραυστη, χαδιάρα και τυραγνική, εύπλαστη κι ανθεκτική, ένα μαζί σου. Όσο εσύ καλύπτεις τη γη υπάρχει ακόμη ελπίδα. Νοστιμίζεις τη ζωή με ταξίδια ανείπωτα νοτισμένα στην άλμη.
 Όσο υπάρχεις εσύ, ίσως να μην υπάρχει θάνατος. Όλα δεν είναι παρά ένα ταξίδι. Θύελλα κι έπειτα τσαχπίνικη λιακάδα. Κύματα που κοχλάζουν αφηνιασμένα για να λουφάξουν στις μασχάλες της στεριάς σ’ ερωτικές γλώσσες, που εισχωρούν σε χείλια ορθάνοιχτα απ’ την προσμονή του πόθου.
Από τους παφλασμούς των ξεριζωμένων όρχεων τ’ ουρανού γεννιέται η Αφροδίτη. Γυμνή προβάλει απ’ το κοχύλι της κι οι άνεμοι κυματίζουν τα μαλλιά της στο αιώνιο ταξίδι του έρωτα.
Κλείνομαι λοιπόν στο όστρακό μου και βυθίζομαι στην αιωνιότητα των κυμάτων σου.
 Ίσως για τους ανθρώπους τ’ όνειρο νάναι η ζωή κι η ύπαρξη ο θάνατός μας. 
Στο κουκούλι μου κλεισμένη εγκυμονώ το μαργαριτάρι του ανθρώπινου πόνου. Ίσως κάποτε ξαναγεννηθώ σε μιαν άλλη ακρογιαλιά. Αρκεί που υπάρχω μέσα σου, ένα με το τραγούδι των σειρήνων, ένα μα το βούισμα του ανέμου που χτυπάει τα πορτοπαράθυρα και γεννά τα παραμύθια των ανθρώπων γδέρνοντας με τα νύχια του τον ασβέστη στους τοίχους.

Εκεί ίσως κάποτε σε ξανασυναντήσω. Σε μια φλούδα ασβέστη καβάλα θα ταξιδέψουμε στις γειτονιές του κόσμου. Βολιβία, Μαρόκο, Αίγυπτο, Ταϊλάνδη, Ινδία, Γη του Πυρός, Αυστραλία, Ισλανδία, Μαδαγασκάρη, κίνα Αφγανιστάν, Σαντορίνη. 







Μια φλούδα από φως αλμυρό γλιστρά στον άνεμο. Το μαγικό μας χαλί, ο τόπος μας, ο έρωτάς μας. «Δος μοι παν στω και ταν γαν κινήσω» Άχρονα, όπως μας τόταξε ο Αϊνστάιν. Αιώνια όπως τα  τραγούδια μας. Πανανθρώπινα, όπως ο καμβάς που πασχίζω να σου ζωγραφίσω με ψυχεδελικά χρώματα, όπως η ποικιλομορφία της πανσπερμίας που απαρτίζει την ομορφιά στη γη, όπως η αντιφατικότητα που μας καθορίζει. Ρευστά όπως ο άνεμος και το νερό. Στατικά όπως οι τόποι που μεταβάλλονται, όπως η ιστορία που ανακυκλώνεται και μας χωνεύει. Σε μια φλούδα ασβέστη υπάρχουμε τελικά. 

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου 

Σχόλια

  1. πω πω

    τσουνάμι δύναμη και ενέργεια

    και τι εικόνες γραπτές και εικόνες ζωγραφικές...

    ματζικ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Νικος Φαραζης Υπέροχος λυρισμός από μια Κυκλαδίτισα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Γεωργια Φραγκουλη · 78 κοινοί φίλοι
    ....... Yπέροχο !!!!!!! Όπως και τα βιβλία σου που έχω από παλιά !!!!!! Ευχαρστούμε , κι ευχόμαστε παντοτεινή δημιουργία, έμπνευση , κι ευχάριστη διάθεση !!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Sotos Vassilopoulos · 16 κοινοί φίλοι
    Ονειρο

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας