Ημερολόγιο 1924 με διπλή χρήση Παλαιού και Νέου ημερολογίου

Ημερολόγιο 1924

Ψάχνοντας τα παλιά χαρτιά ανακάλυψα ένα ημερολόγιο ατζέντα του 1924. Προφανώς οι γονείς μου το είχαν φυλάξει για ιστορικούς λόγους αφού είναι η πρώτη χρονιά εφαρμογής του νέου Γρηγοριανού ημερολογίου, το οποίο εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στις 16 Φεβρουαρίου 1923 η οποία αυτόματα έγινε 1 Μαρτίου. Το ενδιαφέρον μου κέντρισε η διπλή χρονολόγηση κάθε ημέρας με αναγραφή των θρησκευτικών εορτών στη θέση του  Νέου ημερολογίου. Όπως θα δούμε το 1924 έγινε προσπάθεια χρήσης και των δύο ημερολογίων (Ιουλιανού και Γρηγοριανού) η οποία όμως απορρίφθηκε αφού θα έπρεπε να χωρισθεί ο εθνικός από το θρησκευτικό εορτασμό της 25 Μαρτίου, με αποτέλεσμα από τις 10 Μαρτίου 1924 να χρησιμοποιείται παντού μόνο το Γρηγοριανό Ημερολόγιο γεγονός που προκάλεσε σχίσμα στην ελληνική εκκλησία με τον διαχωρισμό κάποιου της τμήματος  σε Παλαιοημερολογίτες.Στάθηκε αφορμή να ανατρέξω στους λόγους που γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα μαζί με τους Δυτικούς (και όχι τους λοιπούς ορθόδοξους), ενώ με τους Ρώσους κλπ όλα τα Πάσχα πλην των Δισεκτων ετών, που γιορτάζουμε όλοι μαζί.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πρώτες σελίδες με διαφημίσεις και κατάλογο τελών ενσήμων, αναλογικών τελών επί της αξίας αστικών και εμπορικών εγγράφων, που δείχνουν ότι η ατζέντα προοριζόταν μάλλον για συμβολαιογράφους ή δικηγόρους με έδρα τη Θεσσαλονίκη Η μόνη προσωπική σημείωση χειρόγραφη με το γραφικό χαρακτήρα του πατέρα μου σημειώνει το θάνατο της νεότατης αδελφής της μητέρας του Ουρανίας (μάλλον από Καρκίνο τραχήλου μήτρας). Ίσως αυτό δικαιολογεί τη φύλαξη του ημερολογίου ανάμεσα στα προσωπικά του αντικείμενα μετά από τόσα χρόνια.

Ας θυμηθούμε ότι τo Γρηγοριανό ημερολόγιο είναι το ημερολόγιο που χρησιμοποιείται σήμερα στον Δυτικό Κόσμο. Είναι μία παραλλαγή του Ιουλιανού ημερολογίου, και προτάθηκε από τον Αλοΐσιους Λίλιους (Aloysius Lilius), Ναπολιτάνο γιατρό, και θεσπίστηκε από τον Πάπα Γρηγόριο ΙΓ΄, από τον οποίο πήρε το όνομά του, στις 24 Φεβρουαρίου του 1582. 
διπλή χρονολόγηση κάθε ημέρας
Το Γρηγοριανό ημερολόγιο επινοήθηκε γιατί σύμφωνα με το Ιουλιανό, η εαρινή ισημερία μετατοπιζόταν κατά μία μέρα κάθε 128 χρόνια, γεγονός μη επιθυμητό. Έτσι, αντικαταστάθηκε από το Γρηγοριανό, σύμφωνα με το οποίο η εαρινή ισημερία μετατοπίζεται μόλις μία ημέρα κάθε 3.300 χρόνια.


Το κίνητρο της Καθολικής Εκκλησίας στην αλλαγή του ημερολογίου ήταν να εορτάζεται το Πάσχα τον καιρό που πίστευαν ότι είχε συμφωνηθεί στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ.. Παρ' όλο που ένας κανόνας της Συνόδου υπονοεί ότι όλες οι εκκλησίες χρησιμοποιούσαν την ίδια ημερομηνία για το Πάσχα, δεν ήταν έτσι. Για παράδειγμα, η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας εόρταζε το Πάσχα την Κυριακή μετά την 14η ημέρα της σελήνης που πέφτει πάνω ή μετά από την εαρινή ισημερία, την οποία τοποθετούσαν στις 21 Μαρτίου. Ωστόσο, η Εκκλησία της Ρώμης ακόμα τοποθετούσε την ισημερία στις 25 Μαρτίου και χρησιμοποιούσε διαφορετική ημέρα της σελήνης. Μέχρι τον 10ο αιώνα, όλες οι εκκλησίες (εκτός από μερικές στα ανατολικά σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας) είχαν υιοθετήσει το Αλεξανδρινό Πάσχα, το οποίο ακόμα τοποθετούσε την εαρινή ισημερία στις 21 Μαρτίου, παρότι o Βέδας (Venerable Bede, μοναχός, 672 - 735 μ.Χ.) είχε ήδη παρατηρήσει την μετακίνησή του το 725 μ.Χ. - και είχε μετακινηθεί ακόμα περισσότερο μέχρι τον 16ο αιώνα (αφού μετακινούταν μία ημέρα κάθε 128 χρόνια).


Ακόμα χειρότερα, οι φάσεις της Σελήνης που χρησιμοποιούνταν για να υπολογιστεί το Πάσχα στο Ιουλιανό ημερολόγιο ήταν σταθερές με αποτέλεσμα να χάνεται μία ημέρα κάθε 310 χρόνια. Έτσι τον 16ο αιώνα, οι φάσεις του Σεληνιακού ημερολογίου απέκλιναν κατά τέσσερις ημέρες σε σχέση με τις πραγματικές.




Όταν το νέο ημερολόγιο εφαρμόσθηκε, για να διορθωθεί το σφάλμα που είχε ήδη ενσωματωθεί στην μέτρηση του χρόνου κατά τη διάρκεια των δεκατριών αιώνων από την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (που καθιέρωσε το Ιουλιανό ημερολόγιο), κρίθηκε σκόπιμο να παραλειφθούν δέκα ημέρες από το ηλιακό ημερολόγιο. Η τελευταία ημέρα του Ιουλιανού ημερολογίου ήταν η 4η Οκτωβρίου 1582 και η αμέσως επόμενη, και πρώτη του Γρηγοριανού ήταν η 15η Οκτωβρίου 1582. Καθιερώθηκε μάλιστα και ένας νέος τρόπος υπολογισμού του Πάσχα.

Ωστόσο, οι ημερομηνίες από 5 έως και 14 Οκτωβρίου 1582 υφίστανται ακόμα σε σχεδόν όλες τις χώρες, καθώς ακόμα και οι περισσότερες Καθολικές χώρες δεν υιοθέτησαν το νέο ημερολόγιο την ακριβή ημέρα που καθορίστηκε από τη Βούλα, αλλά μήνες ή και χρόνια μετά (η τελευταία χώρα το 1587).
Η πρώτη ημέρα του νέου έτους είχε ήδη καθοριστεί σε όλες τις Δυτικές χώρες την 1η Ιανουαρίου κατά τον δέκατο πέμπτο και δέκατο έκτο αιώνα, συμπεριλαμβανομένων των χωρών που έγιναν προτεσταντικές την περίοδο εκείνη, όπως η Γερμανία, η Σουηδία και η Αγγλία.
Μόνο η Ιταλία, η Πολωνία, η Ισπανία και η Πορτογαλία χρησιμοποίησαν το ημερολόγιο αυτό από την 15η Οκτωβρίου 1582. Άλλες, μη Καθολικές χώρες αρνήθηκαν να υιοθετήσουν μια Καθολική εφεύρεση. Η Αγγλία, η Σκωτία και κατά συνέπεια και η υπόλοιπη Βρετανική Αυτοκρατορία (συμπεριλαμβανομένου μέρους από τις σημερινές Η.Π.Α.) δεν το υιοθέτησαν πριν το 1752, οπότε και ήταν απαραίτητο να διορθωθεί η ημερομηνία κατά έντεκα ημέρες (η 2η Σεπτεμβρίου 1752 ακολουθήθηκε από την 14η Σεπτεμβρίου 1752). Η Βρετανία θεσμοθέτησε ειδικές ρυθμίσεις για να εξασφαλίσει ότι μηνιαίες ή ετήσιες πληρωμές δε θα γίνονταν μέχρι τις ημερομηνίες που θα γίνονταν αρχικά, με το Ιουλιανό ημερολόγιο.



Όσον αφορά τον προσδιορισμό του  Πάσχα ο καθηγητής Διονύσης Σιμόπουλος αναφέρει

Όπως είναι γνωστό, από τις 23 Μαρτίου 1924 το εκκλησιαστικό ημερολόγιο συνταυτίστηκε με το πολιτικό, με το Γρηγοριανό ή Νέο Ημερολόγιο, δηλαδή, που είχε θεσπίσει η Ελληνική Πολιτεία ένα χρόνο νωρίτερα, χωρίς όμως τη μετακίνηση του Πασχαλίου που ακολουθεί και υπολογίζεται, ακόμη και σήμερα, με βάση το Ιουλιανό Ημερολόγιο και τον 19ετή σεληνιακό κύκλο του Μέτωνος. Αποτέλεσμα αυτών των αποφάσεων είναι και το γεγονός της διαφοράς που έχουμε στον εορτασμό του Πάσχα από τις ανατολικές και τις δυτικές εκκλησίες. Πολλοί, μάλιστα, πιστεύουν σήμερα ότι η διαφορά στον εορτασμό του Πάσχα από τις ανατολικές και τις δυτικές εκκλησίες βασίζεται σε θρησκευτικούς και δογματικούς λόγους αν και κάτι τέτοιο δεν είναι αλήθεια αφού η πραγματική διαφορά έχει να κάνει με την αστρονομία και τα ημερολόγια και όχι με αυτή τούτη την θρησκεία γιατί απλούστατα ο προσδιορισμός του Χριστιανικού Πάσχα συνδέεται άμεσα με την περίοδο του Εβραϊκού Πάσχα, που γιορταζόταν κατά την ημέρα της πρώτης εαρινής πανσελήνου.
Γι’ αυτό άλλωστε στους πρώτους τρεις αιώνες της χριστιανοσύνης οι διάφορες εκκλησίες γιόρταζαν το Πάσχα σε διαφορετικές ημερομηνίες. Άλλες μεν κατά το παράδειγμα των αποστόλων Ιωάννη και Παύλου, κατά την ημέρα του θανάτου του Χριστού την 14η του Εβραϊκού μηνός Νισσάν, μία δηλαδή ημέρα πριν από την γιορτή του Εβραϊκού Πάσχα (το οποίο γιορτάζονταν την ημέρα της πρώτης εαρινής πανσελήνου) και σε οποιαδήποτε ημέρα της εβδομάδας και αν συνέπιπτε, άλλες δε πάντοτε κατά την Κυριακή που έπονταν της πρώτης εαρινής πανσελήνου. Λόγω των διαφορών αυτών στον εορτασμό του Πάσχα από τις διάφορες εκκλησίες η Α’ Οικουμενική Σύνοδος, που συνεκλήθη στη Νίκαια της Βυθυνίας από το Μέγα Κωνσταντίνο το 325 μ.Χ., θέσπισε τα του προσδιορισμού της εορτής του Πάσχα με μία εγκύκλιο επιστολή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, όπου εκτίθεται ο γνωστός από τότε ως «Όρος της Νικαίας».
Σύμφωνα μ’ αυτόν: «Το Πάσχα θα πρέπει να εορτάζεται την Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης, και αν η πανσέληνος συμβεί Κυριακή τότε να εορτάζεται την επομένη Κυριακή (για να μην συμπέσει με τον εορτασμό του Εβραϊκού Πάσχα).» Ο εορτασμός του Πάσχα λοιπόν συνδέθηκε άμεσα με την εαρινή ισημερία και την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης. Όπως άλλωστε αναφέρει και στη διδακτορική του διατριβή ο μακαριστός αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος «... αξιοσημείωτον τυγχάνει το γεγονός ότι η Α’ Οικουμενική Σύνοδος, θελήσασα να ορίση την ημέραν εορτασμού του Πάσχα, δεν ώρισε μήνας και ημέρας του Ιουλιανού Ημερολογίου, αλλ’ έθετο ως σταθεράν βάσιν του υπολογισμού την εαρινήν ισημερίαν, δηλ. ώρισε τα κατά τον εορτασμόν ουχί ημερομηνιακώς, αλλ’ αστρονομικώς, και τούτο διότι το κανονικώς ενδιαφέρον δεν είναι η ημερομηνία, αλλ’ η ισημερία.»
Το όλο θέμα δηλαδή είναι πλέον, με βάση τον όρο της Νικαίας, ένα καθαρά αστρονομικό-μαθηματικό πρόβλημα, γι’ αυτό και η Α’ Οικουμενική Σύνοδος λόγω της ακμής της αστρονομίας και των μαθηματικών στην Αλεξάνδρεια, ανέθεσε στον εκάστοτε Πατριάρχη Αλεξανδρείας με γράμματά του, που ονομάζονταν «πασχάλια γράμματα» να γνωστοποιεί κάθε χρόνο στις άλλες εκκλησίες την ημέρα του Πάσχα, αφού υπολογιστεί με την βοήθεια των αστρονόμων της Αλεξάνδρειας η ημερομηνία της πρώτης εαρινής πανσελήνου. Για να βρούμε επομένως την ημερομηνία της εορτής του Πάσχα ενός τυχόντος έτους αρκεί να γνωρίζουμε ποια είναι η ημερομηνία της πρώτης εαρινής πανσελήνου και στη συνέχεια να βρούμε την πρώτη Κυριακή που ακολουθεί μετά από την πανσέληνο αυτή.
Η σημερινή δηλαδή διαφορά του εορτασμού του Πάσχα από τις δυτικές και τις ανατολικές εκκλησίες βασίζεται αφ’ ενός μεν στο λάθος των 13 ημερών του Ιουλιανού Ημερολογίου και αφ’ ετέρου στον επίσης ελλιπή Μετωνικό Κύκλο (5ος αιώνας π.Χ.) με τον οποίο η Ορθόδοξη εκκλησία εξακολουθεί να υπολογίζει τις ημερομηνίες των εαρινών πανσελήνων. Γιατί σύμφωνα με τον Σεληνιακό κύκλο του Μέτωνα 19 Ιουλιανά έτη είναι περίπου ίσα με 235 σεληνιακούς συνοδικούς μήνες. Υποτίθεται δηλαδή ότι μετά παρέλευση 19 ετών οι ημερομηνίες των πανσελήνων επαναλαμβάνονται. Αυτό όμως δεν είναι τελείως ακριβές.
Επειδή σήμερα γνωρίζουμε ότι ένας συνοδικός μήνας είναι ίσος με 29,530588 ημέρες οι 235 μήνες του μετωνικού κύκλου μας κάνουν 6.939,688180 ημέρες. Γνωρίζουμε επίσης ότι το τροπικό (ηλιακό) έτος έχει διάρκεια 365,242199 ημέρες, που σημαίνει ότι στα 19 έτη του μετωνικού κύκλου θα έχουμε 6.939,601781 ημέρες. Ανάμεσα στους 235 συνοδικούς μήνες και τα 19 τροπικά έτη υπάρχει μια διαφορά 0,086399 της ημέρας, ή 2 ώρες, 4 λεπτά και 24,8736 δευτερόλεπτα σε κάθε 19ετή κύκλο.
Με την πάροδο όμως των ετών τα λάθη αυτά έχουν συσσωρευτεί. Έτσι στις 13 ημέρες της λανθασμένης Ιουλιανής εαρινής ισημερίας, προστίθεται και το λάθος του 19ετούς μετωνικού κύκλου, το οποίο ανέρχεται σήμερα σε 5 περίπου ημέρες. Η Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία, παρ' όλο που όπως είπαμε έχει αποδεχτεί από το 1924 το νέο Γρηγοριανό ημερολόγιο για τις ακίνητες εορτές, εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να χρησιμοποιεί το παλαιό Ιουλιανό ημερολόγιο, και τον κύκλο του Μέτωνος, για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας του Πάσχα. Πολλές φορές μάλιστα αντί να γιορτάζουμε το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης, εμείς το γιορτάζουμε μετά τη δεύτερη εαρινή πανσέληνο, ενώ ορισμένες φορές το γιορτάζουμε τη δεύτερη Κυριακή της δεύτερης πανσελήνου της άνοιξης, όπως θα γίνει φέτος, αντί της πρώτης Κυριακής μετά την πρώτη εαρινή πανσέληνο που όρισε η Σύνοδος της Νικαίας.
Έτσι λοιπόν τα δύο αυτά υπολογιστικά μαθηματικά-αστρονομικά σφάλματα, των 5 ημερών του κύκλου του Μέτωνος και των 13 ημερών του Ιουλιανού ημερολογίου, που υπεισέρχονται στον υπολογισμό του Ορθόδοξου Χριστιανικού Πάσχα, μας απομακρύνουν διττώς από το γράμμα αλλά και το πνεύμα του όρου της Νικαίας. Έτσι ώστε να είναι φανερό ότι ενώ τηρείται η συνοδική διάταξη ως προς το Ιουδαϊκό Πάσχα (που δεν τηρούν οι δυτικές εκκλησίες), παραβιάζεται εν τούτοις ως προς το ουσιαστικότερο μέρος της, ως προς την πρώτη δηλαδή Κυριακή μετά την πρώτη εαρινή πανσέληνο.
Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι και το γεγονός της διαφοράς που έχουμε στον εορτασμό του Πάσχα από τις ανατολικές και τις δυτικές εκκλησίες. Η διαφορά αυτή δεν άπτεται καθόλου πάνω σε δογματικά θέματα της Χριστιανικής Εκκλησιαστικής λατρείας ή θρησκείας. Γιατί όπως είδαμε το όλο θέμα του προσδιορισμού της εορτής του Πάσχα είναι ένα απλό αστρονομικό-μαθηματικό πρόβλημα. Γι' αυτό άλλωστε και οι πρώην Οικουμενικοί Πατριάρχες Δημήτριος και Αθηναγόρας, πρότειναν «…πρώτον πανορθόδοξον και δεύτερον Πανχριστιανικήν ιεράν συμφωνίαν, προς καθορισμόν σταθεράς Κυριακής διηνεκώς από κοινού εορτασμού του ενός Χριστιανικού Πάσχα υφ’ απάντων των ανά την Οικουμένην Χριστιανών…..»




Η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία επί αιώνες δεν δεχόταν να χρησιμοποιήσει το Γρηγοριανό ημερολόγιο με τον φόβο μήπως αυτό γίνει αιτία παραπλάνησης των πιστών. Όταν το 1582 ο πάπας Γρηγόριος ΙΓ΄ κάλεσε μέσω επιστολής τον πατριάρχη Ιερεμία Β΄ τον Τρανό να το εισαγάγει και στην Ορθόδοξη εκκλησία, ο πατριάρχης δεν το δέχτηκε ύστερα από συνοδική απόφαση, θεωρώντας ότι αποτελεί απόπειρα προσηλυτισμού.

Η εξέλιξη του πολιτισμού, όμως, επέβαλε νέες ανάγκες και το θέμα άρχισε να αντιμετωπίζεται από άλλη σκοπιά.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Άνθιμος Ζ΄, το 1895, εξέφρασε την ευχή να υπάρξει ενιαίο ημερολόγιο για όλους τους χριστιανικούς λαούς. Και ο Ιωακείμ Γ΄ έστειλε το 1902 εγκύκλιο σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες να μελετήσουν το ζήτημα του ημερολογίου και ζητούσε τις απόψεις τους.
Η Εκκλησία της Ελλάδος απάντησε ότι δεν απορρίπτει καταρχήν την προοπτική αλλαγής του ημερολογίου. 
Συστήθηκε μάλιστα επιτροπή μελέτης, η οποία αποφάνθηκε το 1919 ότι: «η μεταβολή, μη προσκρούουσα εις δογματικούς και κανονικούς λόγους, ηδύνατο να γίνη μετά συνεννόησιν πασών των αυτοκεφάλων Εκκλησιών, ιδία δε του Οικουμενικού Πατριαρχείου». 
Περιμένοντας να γίνει μια τέτοια συνεννόηση, η Εκκλησία της Ελλάδος συνέχισε να χρησιμοποιεί το Παλαιό Ιουλιανό ημερολόγιο, συμφώνησε δε να εισαγάγει η Πολιτεία το Γρηγοριανό ημερολόγιο μόνο για πολιτική χρήση. 
Με βασιλικό διάταγμα εισήχθη στην Ελλάδα το Γρηγοριανό ημερολόγιο την 1 Μαρτίου 1923 ακριβώς γι' αυτόν το σκοπό. Αλλά λίγες μέρες αργότερα τα πράγματα έμπλεξαν, όταν ήρθε η 25η Μαρτίου και θα έπρεπε να χωριστεί η γιορτή του Ευαγγελισμού από την γιορτή της Εθνεγερσίας. Τότε έγινε σαφές ότι η συνύπαρξη δύο ημερολογίων θα προκαλούσε προβλήματα. Η Εκκλησία της Ελλάδος για να αρθεί το αδιέξοδο, αποφάσισε να χρησιμοποιεί το Γρηγοριανό ημερολόγιο για τις θρησκευτικές γιορτές με εξαίρεση τη γιορτή του Πάσχα. 
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο συγκατατέθηκε στην αλλαγή με τηλεγράφημα του πατριάρχη Γρηγορίου Ζ΄ της 23 Φεβρουαρίου 1924, το οποίο ανέφερε: «Συνοδική αποφάσει ενεκρίθη οριστικώς προσαρμογή εορτολογίου και πολιτικού ημερολογίου από 10ης προσεχούς Μαρτίου»
Έτσι την 10η Μαρτίου 1924 εισήχθη το Γρηγοριανό ημερολόγιο στη χώρα μας και η μέρα αυτή υπολογίστηκε σαν 23 Μαρτίου.

Η Ρωσία δεν αποδέχτηκε το νέο ημερολόγιο έως το 1918, οπότε η 31η Ιανουαρίου ακολουθήθηκε από την 14η Φεβρουαρίου. Κατά συνέπεια, η επέτειος της λεγόμενης Οκτωβριανής επανάστασης τώρα πέφτει τον Νοέμβριο.

Ωστόσο, όλα τα παραπάνω αφορούν σε πολιτικές υιοθεσίες του ημερολογίου - καμία από τις εθνικές εκκλησίες (στην ελληνική ήδη αναφερθήκαμε) δεν το αποδέχτηκαν. 
Αντίθετα, ένα Αναθεωρημένο Ιουλιανό ημερολόγιο προτάθηκε τον Μάιο του 1923 που παρέλειψε 13 ημέρες το 1923 και χρησιμοποίησε διαφορετικό κανόνα για τα δίσεκτα έτη το οποίο έχει το ίδιο πρακτικό αποτέλεσμα με το Γρηγοριανό μέχρι και το έτος 2800. 

Οι ορθόδοξες εκκλησίες της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, της Πολωνίας και μερικών ακόμα της Ανατολικής Μεσογείου (της Κωνσταντινούπολης, της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας και της Κύπρου), υιοθέτησαν το Αναθεωρημένο Ιουλιανό, και άρα οι Νεοημερολογίτες αυτοί θα γιορτάζουν την Γέννηση μαζί με τις Δυτικές εκκλησίες την 25η Δεκεμβρίου μέχρι και το 2800.



Οι Ορθόδοξες εκκλησίες της Ρωσίας, της Σερβίας, της Ιερουσαλήμ και μερικοί επίσκοποι της Ελλάδας δεν αποδέχτηκαν το Αναθεωρημένο Ιουλιανό ημερολόγιο. Αυτοί οι Παλαιοημερολογίτες θα γιορτάζουν τη Γέννηση της 25η Δεκεμβρίου με το Ιουλιανό ημερολόγιο, δηλαδή την 7η Ιανουαρίου του Γρηγοριανού μέχρι το 2100. Όλες οι άλλες Ανατολικές εκκλησίες που δεν είναι Ορθόδοξες, όπως η κοπτική, η Αιθιοπική, η Νεστοριανή, η Ιακωβιτική και η Αρμένικη, συνεχίζουν να χρησιμοποιούν τα δικά τους ημερολόγια, που συνήθως γιορτάζουν σε σταθερές ημερομηνίες σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο. Όλες οι Ανατολικές εκκλησίες συνεχίζουν να χρησιμοποιούν το Ιουλιανό Πάσχα με μόνη εξαίρεση την Ορθόδοξη Εκκλησία της Φινλανδίας, που έχει υιοθετήσει το Γρηγοριανό Πάσχα.



Το Γρηγοριανό ημερολόγιο μπορεί, για ορισμένους λόγους, να προεκταθεί προς τα πίσω σε ημερομηνίες πριν από την καθιέρωσή του, παράγοντας το προληπτικό Γρηγοριανό ημερολόγιο. Ωστόσο αυτό θα πρέπει να χρησιμοποιείται με μεγάλη προσοχή.

Για ημερομηνίες πριν το έτος 1, θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι, αντίθετα με το επικρατούν σήμερα διεθνές πρότυπο, ISO 8601 προληπτικό Γρηγοριανό ημερολόγιο, το παραδοσιακό προληπτικό Γρηγοριανό ημερολόγιο (όπως και το Ιουλιανό) δεν έχει έτος 0. Συνεπώς, μετά το έτος 1 π.Χ., ακολουθεί το έτος 1 μ.Χ., ενώ με το ISO 8601 ακολουθεί το έτος 0.

Κάθε ημερολόγιο αποτελεί κοινωνική σύμβαση για διευκόλυνση της ζωής των ανθρώπων και όχι δόγμα ικανό να προκαλέσει φανατισμούς. Ας σημειωθεί ότι σε χώρες της Ασίας Κίνα, Ινδονησία κλπ ισχύει διπλή χρονολόγηση (παραδοσιακή και δυτική).
Το Γρηγοριανό ημερολόγιο βελτιώνει την προσέγγιση του Ιουλιανού ημερολογίου για τη διάρκεια του έτους, παραλείποντας 3 επιπλέον ημέρες σε αντίστοιχα δίσεκτα έτη στη διάρκεια 400Σε κάθε περίπτωση είναι πολύ καλύτερο από το Ιουλιανό που έμενε πίσω μία ημέρα κάθε 128 έτη.



 Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου



Σχόλια

  1. Στάθης Χριστοδουλόπουλος Πολύτιμο ντοκουμέντο. Μια χρονιά τομή στο (ξανα) μέτρημα του χρόνου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας