Τέλειος έρωτας


Τέλειος έρωτας
Πάντα μου πίστευα πως την αγαπούσα τη Λίζα.
Μαζί πρωτογνωρίσαμε τον έρωτα στα δεκαπέντε μας κι από τότε πάντα μαζί, χέρι χέρι διαβήκαμε τα δύσκολα χρόνια της ήβης και της ενηλικίωσης. Τίποτε δε στάθηκε ικανό να μας χωρίσει, μήτε ο στυφός χαρακτήρας της μάνας μου, μήτε οι απολιθωμένες ιδέες του πατέρα της. Ταιριάζαμε τόσο, πάντα μαζί στο σχολειό, στο πανεπιστήμιο, γνωρίσαμε τις ίδιες χαρές, τις ίδιες πίκρες, τις ίδιες απογοητεύσεις κι έτσι ταχιά φτάσαμε στο σημείο νάχουμε ίδιες εμπειρίες, ίδιες απόψεις. Δε θυμάμαι να τσακωθήκαμε ποτέ. Δεν υπήρξε ποτέ κάτι τόσο δυνατό, που να μας κάνει να διαφωνήσουμε. Μαζί πρωτογευτήκαμε τη γλύκα του φιλιού, μαζί πειραματιζόμαστε τον τέλειο έρωτα κι όταν γινήκαμε ζευγάρι, μαζί ορκιστήκαμε αιώνια πίστη κι αφοσίωση.
Φαινόταν τόσο εύκολο. Αγαπιόμαστε τόσο!
Μόλις πήραμε το πτυχίο μας, κάναμε το γάμο μας, με τη χαρά τόσων χρόνων προσμονής ζωγραφισμένη στα πρόσωπά μας. Μετά ένα μήνα, με πήραν στρατιώτη κι εκείνη, μόνη, έγ­κυος.
Με στείλαν σ' ένα μακρινό νησί, ερχόταν το βαπόρι μιά φορά τη βδομάδα, σ' ένα μακρινό φυλάκιο, στην πλαγιά κά­ποιου ξερόβουνου. Κανείς δεν έδειχνε να νοιαζόταν για τις εφτά ψυχές πού ψευτοζούσαν, μές τη βρώμα, την πείνα, τη δίψα, το κρύο και τη ζέστη. Οι κάτοικοι, αφιλόξενοι, μας έβλεπαν σαν κίνδυνο για τα χωράφια, τα σπίτια, τα θηλυκά τους, έτσι, που ο φουκαράς ο Παντελής είχε δίκιο καμιά φορά που φουρ­κιζόταν κι έλεγε : «Έ, ρε και να γίνει κάνας πόλεμος! Καταπάνω τους θα τα στρέψω τα κανόνια. Όχι, θα κάτσω να πεθάνω γι κάτι τέτοια γομάρια, που του αγγέλου τους νερό δε δίνουν». Κι όσο κι αν είμαστε πατριώτες, έφτανε ώρα, πού όλοι επανα­στατούσαμε, δίχως φαί, δίχως νερό, να κοιμόμαστε σε μια σκηνή κατάχαμα, να πετάμε όξω τους σκορπιούς με τα γυμνά μας δάχτυλα κι ο άτιμος ο μάστρο Πέτρος, πούχε το χωράφι με τα καρπούζια παρακεί, να κλειδώνει με το λουκέτο το πηγάδι, μη του ξοδεύουμε το νερό, να μετρά κάθε πρωί τα καρπού­ζια, μπάς και του κλέψαμε κανένα. Κι ο ήλιος έκαιγε σα κό­λαση κι ούτε χλωρό κλαρί ν' αναπαυτείς, μονάχα η μαυρισμένη λερή τέντα της σκηνής μας, που πύρωνε σα καμίνι. Τουλάχιστο νάταν πόλεμος, να υπήρχε μια δικαιολογία!
Μόνο τα βράδια στο λιγοστό φώς της λάμπας, πού κά­πνιζε, σαν η υγρασία της νυχτιάς έριχνε λίγη δροσιά, έπιανα γράμμα και γραφή κι ανιστορούσα στην αγάπη μου τα βάσανα μου, με το παράπονο του μωρού, που τα λέει στη μάννα του. Μα το ταχυδρομείο έφτανε μιά φορά το μήνα ίσαμε δω πάνω, κι όλο αργούσα να πάρω νέα της, κι όλο αργούσα να της στείλω τις θυμωμένες μου κραυγές.
Κανείς μας, νομίζω, δε σκέφτηκε, στον ένα χρόνο, πού μείναμε κει πάνω, τίποτε λογικό. Τα παιδιά, πιο μικρά και πιο αμόρφωτα, όλο για γυναίκες και ποδόσφαιρο σαλιάριζαν. Μα γω ο μορφωμένος, ο ανώτερος, τάβρισκα τόσο ποταπά όλα τούτα κι όλο και κλεινόμουν στον εαυτό μου κι όλο και ξέ­φευγα να περπατήσω στην ερημιά, έτσι, δίχως νόημα, μονάχα για να νοιώθω πως κινούμαι, πως ο χρόνος κυλά, πως κάποτε θα ξεφύγω από τούτη τη κόλαση.
Έτσι και κείνο το βράδυ περπάταγα στην τύχη, στο κακο­τράχαλο ξεροβούνι. Ό ουρανός γιομάτος σύγνεφα ρόδινα παχιά, η γης μοσχοβόλαγε βροχή, τα πουλιά πέταγαν χαμηλά, δίχως κελάϊδημα. Δε μ' ένοιαζε να βραχώ κι έτσι συνέχισα την άσκοπη περιπλάνησή μου, ώσπου παχιές έπεσαν οι πρώ­τες ψιχάλες κι έτσι απρόσμενα δίχως βροντές, κεραυνούς ή περιττές φλυαρίες, άνοιξαν οι κρουνοί τ' ουρανού και μούσκεψα ως το κόκκαλο. Το χάδι του νερού στο κορμί μου με πλημμύριζε έκσταση. Τί φιλικό χτύπημα δίνει κάθε μια σταγόνα στο πρόσωπο! Τι θρησκευτική ανάταση νοιώθει η ψυχή για το νερό! «Μα η ζωή ξεπήδησε απ' το νερό», σκέφτηκα έξαφνα, και μου φάνηκε πως ήταν η πρώτη λογική σκέψη, που έκανα όλο τούτο το διάστημα της εξορίας μου. Άρχισα να πηλαλώ σαν τρελός, μες τη βροχή, να γελώ, να τραγουδώ, να χορεύω. Τι ευτυχία, Θεέ μου, να νιώθεις λεύτερος, λεύτερος και μες τη φυλακή σου! Το τρελό μου τρέξιμο σταμάτησε απότομα μπροστά σε μια χαράδρα και κει στην άκρη του γκρεμού είδα ένα καλυβάκι.
«Όμορφα», σκέφτηκα, απόψε θα κοιμηθώ σε χτιστό σπίτι, κάτω από κεραμίδια κι αύριο πάλι γυρίζω στο φυλάκιο. Άλλωστε έχει κιόλας νυχτώσει, δε βρίσκω πως θα μπορούσα να βρω το δρόμο κι έπειτα είμαι η προϊσταμένη αρχή στο φυ­λάκιο της εξορίας. Ποιος θα βρεθεί να το μάθει, να με τιμωρήσει Τουλάχιστο ρουφιάνους δε μας στείλανε».
Με τι νοσταλγία για στέγη άνοιξα κείνη τη σαρακοφαγωμένη πορτούλα! Απόξω η βροχή συνέχιζε το μονότονο τραγούδι της. Ήταν τόσο σκοτάδι. Έψαξα για σπίρτα, ήταν μουσκεμένα. Ψαχούλευα να βρω μέρος αναπαυτικό, να στρωθώ. Μόνο πέτρες και χώμα. Θάκανε κρύο τη νύχτα έτσι όπως είχα μουσκέψει. Αν είχε λίγο άχυρο!!
Και να, που τα τυφλά μου χέρια ακούμπησαν ένα κορμί, ανθρώπινο κορμί, ζεστό κορμί, γυναίκιο κορμί, που έτρεμε κάτω απ' την παλάμη μου κουλουριασμένο σε μια γωνιά. Ο πυρετός της ερωτικής στέρησης, τόσων μηνών ανέβηκε απότομα, με χτύπησε στο κεφάλι. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ πως μου λείπει το θηλυκό, δεν είχα σκεφτεί ποτέ πως μπορούσα ν' απατήσω τη Λίζα.
Εκείνη έκλαιγε, έκλαιγε σιωπηλά, όμοια με τη βροχή στα κεραμίδια, δίχως να φωνάζει, δίχως να αντιστέκεται κι εγώ μανιασμένος την πασπάτευα, σαν κάτι πρωτόγνωρο, σα κάτι πολύτιμο, πότε βίαια, πότε τρυφερά, πότε λυσσασμένα, πότε προστατευτικά. Δε μιλούσε, μονάχα έκλαιγε, έκλαιγε συνέχεια, έκλαιγε βουβά, ενώ γευόμουν την τελειότερη γεύση ηδονής στη ζωή μου, κει κατάχαμα, στο χωματένιο πάτωμα με τα κοτρώνια, στο κρύο βράδυ της βροχής.
Το πρωί ξημέρωσε ξαστεριά, μα ήμουν μόνος στη μικρή καλύβα. Σκέφτηκα ότι ήταν όνειρο, αρρωστημένη φαντασία, φταίει ή πολύμηνη στέρηση, κάτι είχα διαβάσει για τέτοιες περιπτώ­σεις. Ψυχικός, κλονισμός, ποιος ξέρει, τι άλλο;
Κι όμως κει, στη γωνιά, ένα μαντήλι, βρώμικο μαντήλι, ξεσχισμένο, κάποτε θάταν κλαδωτό, μ' έκανε να ξαναζήσω σε μια στιγμή, όλο το μεθύσι κείνης της βραδιάς.
Γύρισα στο φυλάκιο με το μαντήλι στην τσέπη δίχως να πω λέξη απ' όσα έγιναν στους συντρόφους μου. Δεν ήξερα τι να κάνω. Κάποιες φωνές μέσα μου πάλευαν, μ' έβριζαν, μούλεγαν πως έκανα κάτι βρώμικο, πως πρέπει να επανορθώσω, άλλες πάλι με δικαιολογούσαν, δε βαριέσαι, μια νύχτα πάθους, άλλωστε πού ξέρεις ποιά είναι, κι είσαι παντρεμένος κι η Λίζα περιμένει παιδί.. Άρχισα να εύχομαι να μην είχα ανακαλύψει το καταραμένο το μαντήλι, να πίστευα πως όλα ήταν όνειρο. Έλεγα να το πετάξω, να σωθώ μα ήταν αδύνατο, τόνοιωθα τόσο δεμένο στη σάρκα μου...
Πέρασε μία βδομάδα. Ήταν Κυριακή, λιαζόμαστε στον ευχάριστο ήλιο τού χινόπωρου, όταν άκουσα το Βαγγέλη, τον πιο «πονηρό» της παρέας, να φωνάζει :
—Ρε παιδιά, να η μουγγή.
Κι είδα να περνά ανάμεσα στα λερά της πρόβατα, μια κοντή κακομούτσουνη βοσκοπούλα με μεγάλα φοβισμένα μά­τια, το μόνο σημάδι ομορφιάς στο μούτρο πού θύμιζε πίθηκο.
—Μωρή, έλα δω φώναξε ξανά ό Βαγγέλης.
—Δεν ακούει, είπε κάποιος, κι όλοι έτρεξαν την κύκλωσαν και την έφεραν σηκωτή στην πόρτα της σκηνής μας.
Αυτή δε φώναζε, μονάχα ολόγυρα ταραγμένη, κι έκλαιγε, έκλαιγε βουβά.
—Μη τη φοβίζετε, τους είπα, είναι αμαρτία.
Μα κείνοι, όμοια μικρά παιδιά που βασανίζουν τα ζωά­κια την κύκλωναν, την τρόμαζαν της τράβαγαν τα μαλλιά, κι εκείνη γύρναγε ολούθε το τρομαγμένο βλέμμα το πνιγμένο στο βουβό δάκρυ!
Τέλος βαρέθηκαν, κι ίσως για πλερωμή έτρεξαν και της έφεραν πεσκέσια, ότι είχε ο καθένας στο σακούλι, δεν ήτανε κακά παιδιά, κι αυτή τούς κοίταγε παράξενα ανάμεσα στα δάκρυά της δίχως να χαμογελά. Τα μαλλιά της σα τραγίσια κομ­μένα, χόρευαν στο παίξιμο τ' ανέμου. Οι άντρες χοροπήδαγαν γύρω της ξετρελαμένοι από την ίδια της την παρουσία. Κι έξαφνα -πώς μου πέρασε απ' το μυαλό τέτοια τρελή ιδέα;- τράβηξα το λερό μαντήλι με τις κλάρες από την τσέπη μου και της το πρότεινα.
Σήκωσε το βλέμμα ξαφνιασμένο, το κάρφωσε στα μάτια μου, και τρομαγμένα έκρυψε το μαντήλι στον κόρφο της, ξέφυγε επιδέξια από τούς άντρες κι έτρεξε κατά τα πρόβατα της.
Έπειτα ξαναγύρισε λαφροπατώντας, κρατούσε μια κούπα ζεστό γάλα, και με μάτια δυο τεράστιες λίμνες δάκρυα, τ' απίθωσε στις χούφτες μου.
Οι άντρες την κοιτούσαν άφωνοι. Και τότε στ' άσχημο βρώμικο πρόσωπο της είδα κάτι σαν χαμόγελο, πριν ξαναφύγει βιαστικά πηδώντας σα ζαρκάδι.

Το ίδιο βράδυ ήλθε τηλεγράφημα από την Αθήνα :
           Ή Λίζα μου χάρισε το γιό.

Το διήγημα περιέχεται στο βιβλίο μου "Ιστορία δίχως όνομα και άλλα διηγήματα" Αθήνα 1976

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας