Στο Σύνταγμα


Ο Δημήτρης, όχι Δημήτριος, Δημήτρης Παπαδόπουλος, αρχιτέκτονας αυτοδημιούργητος, ήτανε φανατικός σοσιαλιστής. Φτωχόπαιδο ξεκίνησε από τ' ορεινό χωριό του, με μόνο του εφόδιο την ευχή των γονιών του, ήλθε στην Αθήνα, δούλεψε, τράνεψε κι έγινε ό,τι έγινε, ο φτασμένος αρχιτέκτονας της αριστοκρατίας.
Ο Μίλτος Κονταξής ήταν δικηγόρος, γιός κι εγγονός δικη­γόρων, βαστούσε τη σκυτάλη μιας γενιάς μιας ολόκληρης αλυ­σίδας από αστικές οικογένειες, που διαδέχονταν η μιά την άλλη αμετακίνητα προσκολλημένες στη μέση γραμμή, ούτε πλούτος, ούτε φτώχεια. Συνομήλικοι, συμμαθητές στο γυμνά­σιο, φίλοι παρά την αλλιώτικη νοοτροπία τους, γύρω στα τριάντα.
Συναντήθηκαν τυχαία στο Σύνταγμα. Το Σύνταγμα περίεργα είναι τόπος τυχαίων συναντήσεων για πολλούς ανθρώπους.
  Είστε; είπε διστακτικά ο Μίλτος. Είσαι;
  Μίλτο μου, φώναξε μ' ενθουσιασμό ο Δημήτρης κι έσμιξαν τα χέρια ανάμεσα στ' αδιάφορο πλήθος.
Κάθισαν στο υπαίθριο σνακ μπαρ (έχει γεμίσει η Α­θήνα, όχι καφενεία, μα σνακ μπαρ, ρεστοράν, πατισσερί, τί ρουμ.). Παράγγειλαν κόκα κόλα κι άρχισαν να καλπάζουν στο χείμαρρο των αναμνήσεων.
  Θυμάσαι τη «γιαγιά» των θρησκευτικών, το «μπουλούκο» το φιλόλογο, την «κοτούλα» των γαλλικών, το «γουρουνάκι» της ωδικής.
Κάθε παλιός καθηγητής ξεπρόβαλλε με το παρατσούκλι του, κάθε αστεία ιστορία, κάθε δραματική, εξωραϊσμένη στο διάβα του χρόνου.
Ακούγοντάς τους, πίστευες πώς κείνα τα χρόνια, που ο Δημήτρης δούλευε στο μπακάλικο κι ο Μίλτος άκουγε τον εξά­ψαλμο απ' τους γονιούς του, ήταν τα πιο ευτυχισμένα της ζωής τους.
  Και τώρα τι κάνεις; ρώτησε ο Δημήτρης.
  Μα ότι κι ο πατέρας μου, είπε ο Μίλτος, φυσικά. Δικηγό­ρος παρ' Αρείω Πάγω. . . Α!! Παντρεύτηκα και τη Μαρία. Τη θυμάσαι τη Μαρία; την κόρη του γιατρού στ' απέναντι διόροφο; 'Από τότε τη συμπάθαγα, θα το θυμάσαι. Νόστιμη, ήξερε γαλλικά, όχι Πανεπιστήμιο, να μην πάρουν αέρα τα μυαλά της, όχι σπουδαία πράματα βέβαια, μα είχε κύκλο, γνωριμίες, που μου στάθηκαν πολύ χρήσιμες. Είναι πολύ τίμια, ηθική, έχουμε και δυο αγόρια, καλά περνάμε, δόξα τω Θεώ. Κάθε γενιά καλύ­τερα, όπως μου τάλεγε ο πατέρας, πέθανε ξέρεις ένα χρόνο αφ' ότου πήρα το πτυχίο μου. Μου στοίχησε πολύ. Ήταν εξαίρετος άνθρωπος. Σε αυτόν οφείλω ότι έγινα.
Ο Μίλτος είχε μια σιντουιστική λατρεία στην οικογένεια του. Φύλαγε τις παλιές φωτογραφίες των προγόνων του, πί­στευε στην εντιμότητα της γενιάς του κι αν συνηθιζόταν στην 'Ελλάδα, ευχαρίστως θα φύλαγε σαν Ιάπωνας τη στάχτη των σωμάτων τους στο σπιτικό του, για νάχει την ευλογία τους.
       Ο Δημήτρης σκέφτονταν :
«Ο μακαρίτης ... θυμάμαι μ' έβλεπε αφ' υψηλού. Δεν του καλάρεσε η παρέα μου για το γιό του. Επαναστάτης, τοΰλεγε. Δεν ξέρεις πούθε κρατάει η σκούφια του. Καλός βέβαια, αυτοδημιούργητος, να του φέρεσαι καλά αλλ' από απόσταση. Δεν ξέρεις καμιά φορά. Αν είναι κομμουνιστής χαρακτηρισμένος, αλλοίμονο σου. Στο σπίτι μας όλοι είμαστε εθνικόφρονες, ποτέ δεν ανακατευτήκαμε με τα πολιτικά. Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες. Εμείς είμαστε σαν τα καλάμια, λυγίζουμε στον άνεμο έτσι απ' όπου κι αν φυσά δεν σπάμε ποτέ. Κι ο καημένος ο Μίλτος τόσο αφελής πάντα όλα του τα μετέ­φερε με το vι και με το σίγμα. Τουλάχιστο πάντα ήταν ειλικρι­νής».
—Κι εσύ Δημήτρη μου; ρώτησε τέλος ο Μίλτος.
—Εγώ... ίσως διάβασες στις εφημερίδες. Τώρα φτιάχνω το νοσοκομείο Παίδων. Σε αυτό με βοήθησε και κάποιος πα­λιός μας φίλος, ο Παναγιώτης, τον θυμάσαι;.. . Ναι ήταν δε­ξιός, το ξέρω, τώρα είναι γενικός γραμματέας στο υπουργείο Υγιεινής ... Να σου πω, εμένα ξέρεις τις αρχές μου. Είμαι πάντα σοσιαλιστής. Πιστεύω πάντα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου στη σοσιαλιστική αλλαγή. Είμαι μέλος του σοσιαλιστικού κόμματος, και μάλιστα απ' τα πιο ζωντανά. Αλλά πιστεύω πώς εφ' όσον ζούμε αναγκαστικά σε καπιταλιστική κοινωνία, πρέπει να εκμεταλλευτούμε το σύστημά τους, πρέπει να επιπλεύσουμε, όπως μπορούμε, γιατί έτσι προσφέρουμε περισσότερα σε αυτό, που θα φέρουμε. Ξέρεις είμαι σημαίνον στέλεχος στο κόμμα. Έχω λεφτά, προσφέρω. Ίσως βγω και βουλευτής στις νέες εκλογές. Παντρεύτηκα κι εγώ. Δεν κάναμε παιδιά. Εκείνη έχει τελειώσει Πολυτεχνείο, μα ασχολείται με τη ζωγραφική. Λεφτά έχουμε, ανάγκη δεν είναι να δουλεύει. Προσφέρει κι αυτή πολλά στο κόμμα. Ανήκει και στο φεμινιστικό κίνημα. Βέβαια σπίτι, ξέρεις της έχω μαζεμένα τα λουριά, αλλά έξω την αφήνω να κοκορεύεται. Σκυλί πού γαυγίζει δε δαγκώνει, είπε κει γέ­λασαν φωναχτά. Είναι πολύ όμορφη, φτωχοκόριτσο ήταν μα για μας τους σοσιαλιστές αυτά δεν έχουν σημασία, άλλωστε πόσοι και πόσοι τρανοί από φτωχοί δεν ξεκίνησαν και ίσως το πείσμα τους τούς έκανε ν' ανέβουν τόσο ψηλά ...Εμείς όμως οραματιζόμαστε μια κοινωνία δίκαιη, δίχως πλούσιους και φτωχούς, μια κοινωνία, που να προσφέρει ίσα σε όλους.
Ο Μίλτος δεν έφερε αντίρρηση. Ποτέ του δεν έφερε αντίρ­ρηση ο Μίλτος. Έτσι πάντα κρατιόνταν η φιλία τους ατράνταχτη σταθερή. ε Δημήτρης μ' όλους ήταν επιθετικός, υπερά­σπιζε με θέρμη τις θέσεις του και πολλές φορές τις ξεπερνούσε. Κοντά στο Μίλτο ένοιωθε ήρεμος. Πίστευε πως βρίσκονταν πλάι στο μικρό του αδελφό, πως τον κατηχούσε στο σωστό δρόμο, μα εκείνος αντίθετα επίμονος μέσα στην ηρεμία του έμενε σταθερά προσκολλημένος στη γαλήνη των απόψεων του. Ήταν κι οι δυό τους κατά της βίας, απ' όπου κι αν προέρ­χονταν, μα αν ήταν ανάγκη ν' αγωνιστούν, ο Δημήτρης θα ρίχνονταν με τα μούτρα στην αιματοχυσία, πριν σκεφτεί το γιατί, ενώ ο Μίλτος δεν θάμπαινε ποτέ σε τέτοια περιπέτεια. Ήταν κι οι δυό τους κατά των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Ο Μίλτος όμως θα προσαρμοζόταν σε οποιαδήποτε ζωή. Γι αυτόν η ζωή, η ιστορία, τα καθεστώτα, ήταν ποτάμι, που κυ­λούσε περνώντας πότε από χαράδρες, πότε από δάση, ενώ, το νερό, η ουσία, ο άνθρωπος, ήταν ίδιος, αδιόρθωτος στο κύλισμα τού χρόνου.
Πάντα υπήρχαν καλοί, πάντα κακοί, πάντα κάποιος ή κάποιοι κυβερνούσαν και κάποιοι άλλοι βασανίζονταν. Τι κι αν έρχονταν σοσιαλισμός; Πάντα οι επιτήδειοι θα βρίσκονταν στη κορφή κι ο όχλος θα στριμώχνονταν στη βάση. Τι κι αν ερχόταν κομμουνισμός ή φασισμός; Πάντα κάποιοι θα βασα­νίζονταν, κάποιοι θα βασάνιζαν. Υπάρχουν πάντα δυό κόσμοι, που παλεύουν, μερικοί, λίγοι, που εκμεταλλεύονται τους πολ­λούς, οι πόλεμοι πάντα γίνονται, κι οι μεγάλοι ειρωνεύονται τους μικρούς. Τους πουλούν όπλα, τους βάζουν να σκοτώνονται κι έπειτα σαν Μεσσίες φέρνουν την ειρήνη.
Οι εφημερίδες αφιερώνουν τις πρώτες σελίδες στην απαγωγή του βιομηχάνου, στην αυτοκτονία της νεαρής ηθοποιού κι αφήνουν τα θύματα των πολέμων για τα ψιλά γράμματα (συ­νηθισμένα πράματα και βαρετά. Δεν είναι πια επίκαιρα).
Ο άνθρωπος έχει αφηνιάσει από την πρόοδο και την κακία. Μοναδικός σκοπός της επιστήμης ο συναγωνισμός για την απόκτηση πιο αποτελεσματικών μέσων μαζικής εκτέλεσης των συνανθρώπων. Και θέτουν και σαν πρόβλημα την πείνα. Στον εικοστό  αιώνα να πεθαίνουν από την πείνα; Σωστά στον εικοστό αιώνα μόνο από ατομική βόμβα έπρεπε να πεθαίνουν. Κάποιος στο τέλος, ο πιο έξυπνος, ανάμεσα στους έξυπνους θα μπει σε κάποιο διαστημόπλοιο, θα απομακρυνθεί και θα πυροδοτήσει τούς μηχανισμούς εκρήξεων λίγων ατομικών βομβών, θα καταστρέψει μια για πάντα τους ανταγωνιστές, τους εχθρούς, τους μισητούς συντρόφους του. Μόνος του τότε ο τρελός θα πλα­νιέται στο χάος, θα ζει; Ποιός ξέρει άραγε;
Ήταν αισιόδοξος στο βάθος του ο Μίλτος, γι' αυτό κι όλα τούτα πάσχιζε να μην τα σκέφτεται, προσαρμοζόταν στα στενά όρια της δικής του ύπαρξης, της δικής του ζωής, στο διώροφο, πού πήρε προίκα απ' τη γυναίκα του, στα παιδάκια του, την πελατεία του. Σύνθημά του «Ζήσε την ευτυχία, όσο σου προσφέρεται».
Μα ο Δημήτρης δεν μπορούσε ν' ακολουθήσει αυτό το σύνθημα, αυτός έτρεχε στη ζωή, δεν περπατούσε. Ήταν φτα­σμένος αρχιτέκτονας, με ταξίδια στο εξωτερικό, με βίλλες, με ακριβά αυτοκίνητα και κοινωνική δράση μέσα στο κόμμα. Όμως τίποτε δεν ήταν αρκετό. Έτρεχε να κατακτήσει όλο και ψηλότερους στόχους για τον εαυτό του. Σήμερα κομματικό στέλεχος, αύριο βουλευτής, μετά υπουργός, μετά πρωθυπουργός, πρόεδρος και τότε, τότε όλα θ' άλλαζαν. Κανείς δε θα τον περι­φρονούσε, το φτωχό, όπως τον περιφρόνησαν κάποτε. Ο εργο­στασιάρχης θάχε την ίδια θέση πλάι στον εργάτη, γιατί το εργοστάσιο από τον εργάτη εξαρτάται. Οι γεωργοί κι οι κτηνο­τρόφοι δ θάταν πια φτωχοί μεροκαματιάρηδες. Το κράτος δηλαδή αυτός, θα φρόντιζε για όλους. Θάβαζε τους μαθητές, τους φοιτητές να δουλεύουν τα καλοκαίρια. Θα στέναζε η γη απ' τη νεανική τους δύναμη. Θά φούσκωνε, θά κάρπιζε. Στρατός ειρηνικός τα μαθητούδια, θάσπερναν το ψωμί του τόπου και το δικό τους, θα μάθαιναν ν' αγαπούν τη γη τους θα την πότιζαν με τον ιδρώτα τους.
Ένας χειμώνας στα βιβλία είναι αρκετός. Κι έπειτα κατα­σκηνώσεις εργατιάς για τα μαθητούδια.
Τι όραμα! Το σκέφτηκε σαν πρωτόδε κάποιο πίνακα της γυναίκας του που παρίστανε ένα μικρό ξανθό αγόρι να θερίζει.
Ήταν έξυπνη ή γυναίκα του, ίσως πιο έξυπνη απ' όσο έπρεπε κι αυτό δε της το συγχωρούσε εύκολα. Έψαχνε νάβρει αφορμές να τη μειώσει. Φοβόταν να κάνει παιδιά. Κουτή κι ανόητη. Βέβαια εκείνος δεν επέμενε μα μέσα του την κατη­γορούσε. Τη συντρόφευε στις φεμινιστικές της εξορμήσεις, μα σπίτι άρχιζε καυγά για το ανάλατο φαΐ, το μπαγιάτικο ψωμί, το άραφτο κουμπί του. Κι εκείνη πού τόσο μαχητικά υπερασπιζόταν το δίκιο της μπροστά στις άλλες, σπίτι κατέβαζε το κε­φάλι κι ότι της έλεγε έκανε (ήθελε να κρατήσει τον άντρα της, σκέφτονταν. Με το να της τον πάρει άλλη, δε θα λυνόταν το φε­μινιστικό). Κι όμως ήταν αγωνίστρια. Πήγαινε στις διαδηλώσεις, πολλές φορές την έδειραν και τη φυλάκισαν.
Ο Δημήτρης πίστευε σ' ένα καλύτερο αύριο. Δεν τον ένοιαζε αν για να το πετύχει έπρεπε να εφαρμόσει λίγο αυστηρά μέ­τρα. Ο αυριανός κόσμος πρέπει νάναι καλύτερος κι εγώ νάχω συμβάλλει σ' αυτό, γιατί εγώ δεν είμαι φύλλο που το παρασέρνει το κύμα. Είμαι βράχος ακλόνητος και θα συντρίψω όσους μου αντισταθούν.
Όχι δεν πίστευε πως το σοσιαλιστικό του πιστεύω έμοια­ζε μ' ολοκληρωτικό. 'Εκείνον θά τόν είχε εκλέξει ό λαός όπως τόσους άλλους, το Λένιν, το Μάο, τον Τίτο, ήταν το όργανο έκφρασης της λαϊκής θέλησης, ήταν το ορόσημο πού χώριζε δυο γενιές ανθρώπων. Μετά από αυτόν ή ατέλειωτη ευτυχία για όλους. Τέρμα στα όπλα, αρχή στο ψωμί, τη δουλειά τη μόρφωση, τη λευτεριά.
Όχι δεν ήταν ονειροπόλος. Πίστευε πως αυτά θ' αργούσαν νάρθούν, όμως αργά ή γρήγορα θαρθούν. Το αύριο θάναι κα­λύτερο απ' το χθες. Πρέπει νάναι καλύτερο, πρέπει οι άνθρωποι νά τό κάνουν καλύτερο.
Δε συζήτησαν πολλήν ώρα οι παλιοί φίλοι στο σύνταγμα. Δεν είπαν και πολλά από αυτά που πίστευαν. Μόνο που ένοιωθαν πως είχαν αλλάξει. Δεν ήταν πια οι δυό καλοί φίλοι. Δεν ένοιωθαν εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο. Οι δρόμοι τους είχαν χωρίσει οριστικά. Το τι έφταιξε κανείς δεν έψαξε να βρει.
Στο σπίτι του ο Μίλτος είπε στη γυναίκα του την ώρα που έτρωγαν.
—Ξέρεις ποιόν είδα σήμερα; το Δημήτρη. Τον θυμάσαι; Πα­ράξενος άνθρωπος αλλοπρόσαλλος, εγωιστής χωρίς ιδανικά κι αξίες.
Τη νύχτα στο κρεβάτι, αγκαλιά με τη γυναίκα του, ο Δημήτρης της ψιθύρισε ανάμεσα σε φιλιά.
—Μερικοί άνθρωποι αγάπη μου, τι συντηρητικοί, τι αδύναμοι για αγώνα. Όπου τους πάει ο άνεμος.

Το διήγημα περιέχεται στο βιβλίο "Ιστορία δίχως όνομα και άλλα διηγήματα" 1976 


Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας