Το διαζύγιο

Το διαζύγιο
Είχε καστανόξανθα σγουρά μαλλιά, που τύλιγαν σα φωτο­στέφανο το κάτασπρο πρόσωπο με τ' αρμονικά χαρακτηριστικά. Θα μπορούσε νάναι πολύ ωραία, αν δεν πλανιόταν, διάφανη σαν πέπλο στην έκφρασή της η μάσκα της ηλιθιότητας. Ήταν ψηλή για γυναίκα και το σώμα της καλοφτιαγμένο για τα ρωμέϊκα καλούπια, μα περπάταγε κάπως άτσαλα, σαν άντρας.
Δημοτικό δεν πήγε, μόνο με λίγο μέσο και κάτι ιδιαίτερα, πήρε τ' απολυτήριο με χίλια ζόρια κι εκεί σταμάτησε. Προσπά­θησε κάμποσες φορές, πότε να γίνει μοδίστρα, πότε κομμώτρια, μα πουθενά δε στέριωνε. Φοβόταν τη θάλασσα, το σκοτάδι, τα πουλιά, όλα τα πουλιά από καναρίνι μέχρι πετεινό κι από φασιανό μέχρι αητό κι αυτά όταν έκλεινε τα 20.
Έτσι πολύ χάρηκαν οι συγγενείς και γνωστοί, όταν αρραβωνιάστηκε μ' ένα ομορφόπαιδο μελαχρινό, μανιάτη άντρακλα, πλουσιόπαιδο ναυτικό, β' καπετάνιο κι όλοι απόρησαν και το σχολίαζαν :
«Βρε το φουκαρά», κρυφόλεγαν μετά το «η ώρα η καλή» στραβός ήταν; γουρούνι στο σακί παίρνει; Που πάς χριστιανέ; Ρώτα και κάνα άνθρωπο ... «Είναι στο σόϊ τους, κληρονομικό, βλέπεις» «Και τι όμορφο παλληκάρι», έλεγαν οι μορφονιές, αναστενάζοντας. «Ποιος τη χάρη της Ευδοκίας μας! Και να πεις πώς έχει προίκα το ζωντόβολο; Ξεβράκωτη την παίρνει, όπως τη γέννησε η μάνα της. Μα τι να γίνει; Έτσι είναι αυτά, τυχερά. .. Στο κάτω κάτω το λέει κι ο λόγος : πάρε τα μάτια μου και δές τη».
Εκεί, περίπου, μ' ένα γνωμικό, έκλειναν όλα τα σχόλια του αρραβώνα. Οι παροιμίες ήταν ο απαραίτητος επίλογος.
Ο Διαμαντής, ο μορφονιός, ο αρραβωνιαστικός, μπήκε στο καράβι του και πήγε σε ταξίδι, μέχρι να ετοιμαστεί με το καλό σε κάνα δυό μήνες η Ευδοκία, να γίνουν οι γάμοι κατά που πρέπει. Κι οι γάμοι έγιναν πολύ επίσημα, με δεσπότη και τρεις παπάδες και όλους τούς πολυέλαιους αναμμένους και την εκκλη­σία να μοσχοβολά διαλεχτό τριαντάφυλλο, όχι ό,τι λουλούδι λάχει. Όμορφη νύφη κι η Ευδοκία κι ο κόσμος αριστοκρατικός, ήταν από τζάκι το κορίτσι, άλλο βέβαια τ' ότι είχαν κάμποσους βλαμμένους στο σόι τους, οι πιο πολλοί ήταν πλού­σιοι, ήταν δυνατοί, και στους δυνατούς κι η τρέλα συγχωρείται.
Μόνο μιά βδομάδα, κράτησε η σελήνη του μέλιτος για την Ευδοκία και το Διαμαντή. Στις 8 του γάμου ήλθε το δια­ζύγιο. Ο πάταγος, που έκανε στους κοσμικούς κύκλους, δεν είχε ταίρι. Ήταν πολύ πρωτότυπο, ήταν χρόνος ρεκόρ. Καμιά από τις κοσμικές κυρίες ως τώρα δεν τον είχε κατακτήσει. Όλες ένοιωθαν τόσο ταπεινωμένες!!
«Τι κρίμα, έλεγαν, το καημένο το κορίτσι», τόλεγαν κο­ρίτσι από προστατευτική διάθεση. Ο πατέρας της πάντα βλο­συρός, πάντα ηθικών αρχών, κούναγε το κεφάλι του θλιμμένα ... «Γιατί;» ρώταγαν δισταχτικά μετά 5-6 αναστεναγμούς.
Έσκυβε στ' αυτί τους κι εμπιστευτικά τους διηγείτο τ’ ανήκουστα πράμματα που τράβαγε το κορίτσι του απ' τον άθλιο τον τέως σύζυγο της, με κάθε λεπτομέρεια.
«Ήταν ανώμαλος, παιδί μου, ναυτικός σου λέει ο άλλος, να τινάζεις το πέτο σου. Είχε βίτσια ο άτιμος, το τι της έκανε, δεν περιγράφεται. Την πήγαμε και σε ιατροδικαστή και δια­πίστωσε τα βάσανα του κοριτσιού μου. Αλλ' αυτά δε λέγονται». Πλησίαζε ακόμη πιο κοντά το συνομιλητή του, έτσι, που η ανάσα του άγγιζε το μάγουλο του. «Και μην τα πείτε πουθενά σας παρακαλώ». Ο άλλος έδειχνε υπερβολική ευθιξία : «Μα τί λέτε; Αλλοίμονο! Αυτά λέγονται;» Κι έτρεχε αμέσως να διαδώσει τα συναρπαστικά νέα με ταχύτητα αστραπής.
Από αυτί σε στόμα κι από στόμα σε αυτί, έφθασαν και στ' αυτιά του Διαμαντή, από το στόμα ενός ξαδέλφου του, που ήταν κι έξω φρενών εξωτερικά τουλάχιστον, για τα βίτσια του ξαδέλφου του, μα που έρχονταν με την ενδόμυχη ελπίδα να τα μάθει με περισσότερες λεπτομέρειες. Το ίδιο φαί κάθε μέρα καταντά βαρετό.
«Μα τρελαθήκατε όλοι;» φώναξε έξαλλος ο Διαμαντής, σαν άκουσε τα μαντάτα. «Εγώ πήρα αυτό το ζωντόβολο, μόνο και μόνο επειδή ήταν ηλίθια και πίστευα ο βλάκας, πώς θα μπορούσα νάχω το κεφάλι μου ήσυχο όσο ταξιδεύω. Κι αυτή η παλιοβρώμα όχι μόνο δεν ήταν εντάξει σα την παντρεύτηκα, μα και την τρίτη μέρα τη τσάκωσα μα τον καμαρότο.»
Ο ξάδελφος άνοιξε διάπλατα το στόμα από την έκπληξη, μα γρήγορα βιάστηκε να το ξανακλείσει.
«Μην πεις σε κανένα τίποτε είπε με τρόμο στο Διαμαντή. Κινδυνεύει η αντρική φήμη της οικογένειας.»
Όμως κάτι τέτοια δε μένουν για πολύ κρυφά. Κι από τότε η Ευδοκία απόκτησε μεγάλη φήμη και υπόληψη στους αντρικούς κύκλους. Και ήταν τόσο φυσικό!!

Περιέχεται στο βιβλίο «Ιστορία δίχως όνομα και άλλα διηγήματα» 1976

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας