Παράλληλες ζωές


Α. Γεώργιος Γεωργίου.

Η ζωή μου; Γεμάτη στέρηση.
Σ' ένα ξεροβούνι, δίχως τροφή αρκετή, δίχως ρούχα, ξυπόλητος, σ' ένα ψευτοκάλυβο που τόδερνε ο άγέρας, με λιά­νιζε στο ξύλο ο πατέρας, που ξέφευγαν τα πρόβατα σα μούπεφτε στο χέρι κάνα βιβλίο δανεικό, στο σχολειό μόνο πλάκες και κοντύλια υπήρχανε. Διάβαζα στο φώς του λυχναριού και μ' έβριζε ή μάννα, πού έκαιγα το λάδι τσάμπα.
Ο δάσκαλος μούμαθε ότι ήξερε ο φουκαράς, μα εγώ ζη­τούσα πιότερα και κίνησα κρυφά για την πολιτεία. Δούλεψα μπακαλοπαίδι, λούστρος, χαμάλης στο λιμάνι, ζούσα σ' ένα υπόγειο πρασινισμένο άπ' τή μούχλα με άλλους τέσσερις από το χωριό, τρώγαμε το μουχλιασμένο τυρί πούστελνε η μάννα κρυφά από τον πατέρα, πηγαίναμε νυχτερινό. Άλλοι τελέψανε άλλοι απόκαμαν και τα παράτησαν μισά. Ήλθε και η Κατοχή,, σφίξαμε πιο πολύ τα λουριά μας. Πέθαναν καμπόσοι από την παρέα, παλέψαμε, ατιμήσαμε, μπήκαμε στη ζωή.
Απ' όλους μόνο εγώ μπήκα στην Ακαδημία. Διάβαζα με­ρόνυχτα δανεικά ή στη βιβλιοθήκη. Δεν είχα φαί, δε μ' ένοιαζε, ζούσα με τ φτερά της σκέψης. Τέλος έγινα δάσκαλος μιαν ιερή στιγμή. Πήγα σ' ένα ξερονήσι μ' εκατό κατοίκους όλους κι όλους κι έμαθα γράμματα στα παιδιά. Ήξερα πιο πολλά απ' το δικό μου δάσκαλο. Ήξερα γιατί διάβασα και κουράστηκα γιατί ποτέ δεν έπαψα να μελετώ. Έφτιαξα έξω από το σχολειό ένα ξερόκηπο, μα αυτός δεν έλεγε να πρασινίσει κι οι χωριάτες έβαζαν μέσα τα γαϊδούρια τους να τα ταΐσουν και να τα ποτίσουν·


Παντρεύτηκα μια κοπέλα από το χωριό, αγνή, νοικοκυρά, σεμνή, σαν έγινε κυρία δημοδιδασκάλου έβγαλε γλώσσα, έγινε κοκέτα, μούκατσε στο σβέρκο. Καμιά κατανόηση. Ζητούσα να μ' αφήνει να κρατώ απ' το μισθό μου για βιβλία κι αυτή όλο να τρώει γύρευε. Χόντρυνε κι έγινε σα κρασοβάρελο. Ήθελα να περνάμε όπως όπως με τ' αυγό του μαθητή και το κρασί και το ψωμί, μα κείνη ήθελε το κρέας κάθε Κυριακή στο τρα­πέζι. Τηής είπα : Ο πατέρας μου έλεγε «Κρέας μόνο τη Λαμπρή τρώνε, γιατί αλλιώτικα είναι αμαρτία» και κείνη με αυθάδεια απαντούσε πως σπίτι της και τα Χριστούγεννα και της Παναγιάς το Δεκαπενταύγουστο, κρέας είχαν για φαί.
Μάζεψα με θυσίες κάτι λίρες. Πρέπει να σπουδάσει το παιδί, ο γιός μου. Δεν πρέπει να ζει στις στερήσεις όπως εγώ.
Β. Βασίλης Γ. Γεωργίου.
Η ζωή μου; Γιομάτη στέρηση.
Τα παιδικά μου σ' ένα άγονο νησί κοντά σ' ένα τσιγκούνη πατέρα και μια σπάταλη μάννα.
Παιχνίδι δε γνώρισα κι εγώ όπως άλλα παιδιά. Δεν είχα τις γιορτές χριστουγεννιάτικο δέντρο, δε μούφερναν δώρα στη γιορτή μου, μόνο μια πίττα έφτιαχνε η μάννα κι αυτή τσιγκου­νεμένα. Παπούτσια, ένα ζευγάρι το χρόνο κι αυτά όταν μεγάλωσα ήταν τα παλιά του πατέρα. Ρούχα πάντα μεταχειρισμένα.
Μ' έστειλαν στο γυμνάσιο στην πόλη. Ήμουνα απ' τούς πρώτους μα ποιο το όφελος; Για τον πατέρα πάντα λίγο διάβαζα. Μούστελνε ένα κατοστάρι το μήνα κι έτσι ούτε κουλούρι για το διάλειμμα δεν έπαιρνα.
Δεν είχα κοπέλα. Οί γυναίκες θέλουν έξοδα. Δεν είχα όλα τα βιβλία κι έτρεχα για δανεικά κλεινόμουν στις βιβλιοθήκες.


Σα μπήκα στο Πολυτεχνείο δε μούστειλαν ένα τηλεγρά­φημα. Δεν πέτυχα πρώτος βλέπεις. Δε μούφταναν τά λεφτά, έκανα δουλειές του ποδαριού για νάχω το σινεμά μου, το κα­φεδάκι μου. Πήγαινα με τα πόδια για να πάρω μια σοκολάτα να τη δώσω στο κορίτσι μου.
Ευτυχώς δούλευε κι αυτή και καταλάβαινε. Μισά μισά τα έξοδα, συμμαζεμένα. Καλή κοπέλα η καημένη, καλή μα άπροικη. Βγαίνοντας έπρεπε ν' ανοίξω δικό μου γραφείο. Τί σόι πο­λιτικός μηχανικός θα γινόμουν δίχως δικό μου γραφείο;
Βρήκε ο πατέρας μου μια γυναίκα με προίκα και την παντρεύτηκα. Ότι έλειπε απ' τη γυναίκα, ήταν στην προίκα κι έτσι σώθηκα.
Άνοιξα γραφείο, πήρα αυτοκίνητο, πήρα γραμματέα, έχω δυο τρεις φιλεναδούλες, πήγα και μ' αεροπλάνο στο Παρίσι. Ήθελα να δω πώς ζουν στην πόλη με το φώς, να στείλω το γιό μου να σπουδάσει. Τη βρήκα λίγο έκλυτη, φοβήθηκα, γιαυτό, τον έστειλα στη Γερμανία.
Αυτός τουλάχιστο ζει μέσα στην άνεση. Είναι ευτυχισμένος.
Γ. Πέτρος. Β. Γεωργίου
Η ζωή μου; Γιομάτη στέρηση.
Τί είναι ο γέρος μου; Μηχανικός της σειράς και κάτι τρέχει στα γύφτικα. Τι είναι η γριά; Μια κουτσομπόλα που τα μυαλά της τρέχουν απ' το κουμ - κάν στα κομμωτήρια.
Αριστοκράτες σου λέει ο άλλος.... Θάθελα νάμαι γνή­σιος αριστοκράτης, από γενιά με γνωριμίες και περιβάλλον, και όχι νεόπλουτος για κωμωδίες.
Και τι τσιγκουνιά, τι μιζέρια αυτό το σπίτι...
Τους ζήτησα δικό μου πικ - άπ, δική μου T.V., πάντα μου τό αρνήθηκαν.
Μόνο βιβλία, λένε πρέπει ν' αγοράζω.
Τους ζήταγα να πάω εκδρομές, να γνωρίσω τον κόσμο, όπως όλα τα παιδιά, μα είπαν πς δεν είμαι τσιγγάνος να γυρνώ δω και κει.
Τούς ζήταγα να πάω σε κάνα παρτάκι, να πιώ λιγάκι να ξεσκάσω, να βρω καν καμιά μικρούλα, άντρας στο κάτω κάτω είμαι, και έλεγαν πώς είμαι μικρός.
Δεν έχασα κανένα χρόνο στο γυμνάσιο, έμαθα και δυο γλώσσες, μα οι γονιοί μου βρίσκουν πώς είμαι τεμπέλης κι αχαΐρευτος.
Δε μπήκα στο Πανεπιστήμιο και χάλασαν τον κόσμο λες και ήταν εύκολο με τέτοιο συναγωνισμό. Εσύ ένας γιός Γεωργίου ν' αποτύχεις;!!
Μ' έστειλαν στη Γερμανία για σπουδές. Ζήτησα ένα αυτοκίνητο, κάνει τόσο κρύο το χειμώνα κι είναι και φτηνά τ' αυτοκίνητα εδώ, κι είπαν νάχω το νου μου στα βιβλία.
Άκουσαν ότι πήγα σε κάτι διαδηλώσεις κι έγιναν θηρία. Είμαι κουμμουνιστής είπαν, θέλω να τους καταστρέψω.
Δε μου φτάνουν τα λεφτά που μου στέλνουν για να ζήσω όπως πρέπει κι έτσι έκανα δυό τρεις κομπίνες για να τα μπαλώσω, αθώες όπως όλος ο κόσμος.
Συζώ με τη Χίλντα, λέω να την παντρευτώ, με πολιτικό γάμο, μπας και θυμώσει ο γέρος και μου κόψει το χαρτζιλίκι.
Κουράζομαι όλη μέρα στα πανεπιστήμια και θέλω το βράδυ δικό μου να το ζήσω.
Βαρέθηκα να βλέπω τηλεόραση, ν' ακούω αηδίες. Θέλω να ξεφύγω να γλιτώσω απ' το άγχος, τη ρουτίνα... Τι ζητώ; Ένα αυτοκίνητο να ξεφύγω λίγο και μου το αρνιούνται.
Κι όλο με ζαλίζουν τι έκαναν αυτοί στα νιάτα τους.
Οι γέροι είναι ηλίθιοι. Δεν κοιτούν πώς ή ζωή τρέχει μπροστά, τρέχει ατέλειωτα.
Φοβούνται, σκέφτονται πως θα πεθάνουν γρήγορα.
Ζήτω τα νιάτα. Μόνο αυτά ξέρουν να σκέφτονται σωστά.
Οι γέροι μαζεύουν τον παρά σα θησαυρό κι αύριο έρχεται ένας πόλεμος και τον χάνουν μαζεμένο. Οι γέροι γυρίζουν τις πλάτες στη ζωή. Ξέρουν μόνο για τη δουλειά τους, σαν όργανα καλοφτιαγμένης μηχανής. Δεν είναι άνθρωποι, είναι σκλάβοι, σκλάβοι του κατεστημένου. Μόνο εμείς οι νέοι θα συντρίψουμε το κατεστημένο, θα χτίσουμε την κοινωνία της αφθονίας και της ισότητας.
Γιατί να πεινάνε στην Ασία; γιατί να εξοπλίζονται στην Αμερική;
Ενότητα στα πάντα. Κάτω τα σύνορα, κάτω οι εξουσίες, κάτω η στέρηση.
Ζήτω τα νιάτα, ζήτω ή ζωή.
Ο Π. Πέτρος Β. Γεωργίου βρέθηκε νεκρός από τροχαίο, τη μέρα πούκλεινε τα είκοσι.



Το διήγημα περιέχεται στο βιβλίο «Ιστορία δίχως όνομα και άλλα διηγήματα» 1976

Μαρία Αρβανιτη Σωτηροπούλου







Σχόλια

  1. Νικος Φαραζης Καλημέρα Μαρία. Όμορφο ...Γρατζουνάει πολύ !
    Δεν μου αρέσει · Απάντηση · 1 · 5 ώρες · Τροποποιήθηκε


    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Avgi Kommata Καυστικό κείμενο ,ρεαλιστικό!
    Δεν μου αρέσει · Απάντηση · 1 · 4 ώρες

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας