Συνάντηση


Συνάντηση
      Τον ξαναθυμήθηκε έπειτα από τρία ολόκληρα χρόνια. Θυ­μήθηκε το ξάστερο βλέμμα του τις απαλές φωτεινές γραμμές του προσώπου του, το ψηλό του ασυννέφιαστο μέτωπο, τα λεπτά του χείλη, το πλατύ του στήθος, το ψηλό του παράστημα, το γλυκό του γέλιο. Και ήταν πια χαμένη. Τίποτε απ' όλα αυτά δεν είχε γευτεί. Ήτανε τόσο αθώος!
 Κι εκείνη ήταν αθώα όταν τον γνώρισε. Τότε δεν πίστευε πως τον ποθούσε, μόνο τον λάτρευε βουβά. Ήταν η σκιά του, ο φύλακας άγγελος του. Μεθούσε με την ανάσα του κορμιού του, ηλεκτρίζονταν σαν άγγιζαν οι ώμοι τους κι όμως ποτέ δεν είπε τίποτε γιατί φοβόταν, φοβόταν τόσο μη χάσει τη ζεστασιά του γέλιου του, το φως του βλέμματος του.
Κι έπειτα άπό τρία χρόνια πετυχημένου γάμου, τον θυμή­θηκε, τον είδε στ' όνειρο της σα σκιά.—Αν τον ξανάβλεπα, θάκανα το παν για να τον αποκτήσω. Τώρα που ξέρω τι ζητώ, θάκανα το παν για να σμίξουμε, στο­χάστηκε.
   Δεν ήταν ψύχραιμη στον έρωτα, άραγε ποιός είναι; Πί­στευε πως ήταν ευτυχισμένη μα μισούσε τη ζωή που έφευγε τόσο γοργά δίχως να τη γευτεί. Πέρασε τα πρώτα νιάτα της κλεισμένη στα κάτεργα μιας ηθικής παράλογης, βασανιστικής.
Και μόνο σαν γνώρισε τον έρωτα, σα ξύπνησε η γυναικεία αίσθηση που τόσα χρόνια, μασκαρεύονταν κάτω απ' τη μάσκα της στοργής, του θαυμασμού, της όποιας αναπλήρωσης, τότε μόνο ένοιωσε βαθιά και με πόνο ότι τόσα χρόνια ήταν χαμένα, μάταια. Κι εκείνος απρόσιτος, υπέροχος, ασυγκίνητος. Στη θωριά του, ένοιωθε ντροπή, μα δίψαγε γι αυτόν, μόνο γιαυτόν. Αλίμονο στους άντρες που αναπαύονται σα σμίξουν με όποιο θηλυκό σταθεί στο διάβα τους. Δεν ξέρουν, δεν ξέρουν τίποτε στον έρωτα οι άντρες. Οι γυναίκες ξέρουν ποιόν αγαπούν, μόνο αυτός έχει σημασία, όλοι οι άλλοι είναι σκιές κρυμμένες στο σκοτάδι. Της θύμιζε τον Ιωσήφ, τον όμορφο εβραίο, που αρ­νήθηκε, να κοιμηθεί με την Αιγύπτια, κι ο Θεός του του χάρισε ένα βασίλειο. Ήταν ο Θεός του αυστηρός και μακρινός. Τότε που ήταν αθώα, τότε που πίστευε πώς αξίζει ή καρδιά κι όχι το κορμί, Τον προσκύναγε κι αυτή, Τον παρακάλεγε, Του ζήταγε τούτο τον άνθρωπο και Τούδινε γι αντάλλαγμα όλη της τη ζωή της. Μα Εκείνος έστεκε βουβός, αδιάφορος στην προσευχή, τον πόνο της. Δεν ήταν δίκαιος Θεός. Βασάνιζε δίχως έλεος.
Στυλώθηκε στα πόδια της, ύψωσε τη γροθιά της στον ουρανό.
Τους θεούς τους φτιάχνουμε, Του φώναξε. Κι έπλασε το θεό της ηδονής, ένα θεό σαν τον Αλλάχ πού γράφει πώς πιό­τερη αμαρτία για τον άντρα δεν υπάρχει εξόν από το ν' αρνηθεί τη στιγμή της ηδονής, που χρωστά στην κάθε γυναίκα πού το ζητήσει. Ήταν θεός πλασμένος απ' τα χέρια της. Τόξερε, ήταν ψεύτικος. Δεν πίστευε πια σε θεούς και δαίμονες. Μόνος της φόβος, μόνη της ελπίδα η Μοίρα, η τύχη, αυτή που κυβερνά και τους θεούς, το πεπρωμένο.

Δεν πρόσμενε να τον ξαναδεί, φοβόταν να ελπίσει.
Ξημέρωσε μια άνοιξη γλυκιά και τρυφερή, όπως τότε που στέκονταν πλάι πλάι γιομάτοι θλίψη, γιατί στην έρημη τούτη πόλη σώριαζαν νεκρά κάτι δέντρα, κάποιους ευκάλυπτους, θεόρατους φορτωμένους με πουλιά, πλημμυρισμένους φωνές, πλημ­μυρισμένους ζωή.
Κι ήθελαν οι άθλιοι να χτίσουν ντουβάρια, πιότερα ντουβάρια πιο ψηλά ακόμη, να φυλακίζουν ανθρώπους. Γύρω χά­ζευε κόσμος, χαίρονταν. Ήταν λογικό. Τούτα τα θεόρατα δέντρα, λέγαν, θα γκρεμίσουν τα γύρω σπίτια, θα χαλάσουν τούς δρό­μους. Σε λίγο καιρό τα σπίτια θα γίνουν περιστερώνες. Γκρεμίστε τα, σωριάστε τα νεκρά ρωμαλέα ξύλινα μπράτσα, καταστρέψτε τις μικρές τραγουδιστές φωνούλες που μόλις άρχισαν να χαίρονται την άνοιξη.
Κι εκείνοι θλίβονταν, ήταν αθώοι, ήταν ανόητοι. Κοιτά­ζονταν. Εκείνη δάκρυσε, κι εκείνος είπε : 
—Θάρθει ξανά ή ζωή, πρέπει νάρθει.


Ξημέρωσε μια άνοιξη. Κάθονταν σ’ ένα κούτσουρο σοφά πελεκημένο να μοιάζει με σκαμνί. Δεν ήταν πια αθώα, δεν ήταν πια ανόητη. Πιο πέρα έπαιζε ο γιός της με τη μπάλα του, ο γιός της είχε κάτι απ' εκείνον, είχε τη λάμψη της ματιάς, τη γλύκα του χαμόγελου, όμως, ίσως γιατί ήταν ακόμη παιδί.
Τον είδε άξαφνα μπροστά της. Ήταν ακόμη αθώος. Την κοίταξε όπως πάντα φιλικά της γέλασε, κάθισε πλάι της, χάι­δεψε το κεφαλάκι του παιδιού, της είπε πώς της μοιάζει κι άρ­χισε να της διηγείται τα όνειρα, τούς σκοπούς του όμοια με τη γιαγιά που διηγείται παραμύθια. Και αυτή τον άκουγε βουβή από πόνο, με πνιγμένη την ανάσα απ' τον πόθο. Ένοιωθε τη φωνή του να της χαϊδεύει τ' αυτιά να της νανουρίζει τις αι­σθήσεις, τη ζέστα του κορμιού του να τη μεθά μα ήταν τόσο μακρινός, τόσο άπιαστος. Ταξίδευε τους ωκεανούς των ονεί­ρων του, γευόταν κι όλας τους καρπούς τους. Ήταν παιδί, τόσο παιδί, ένοιωθε την ανάγκη να τον αδράξει απ’ τούς ώμους, να τον τραντάξει, να του πει .
«Ξύπνα, η ζωή είναι ψεύτρα, οι άνθρωποι κακοί», μα η πίκρα του δικού της ξυπνημού της έκοβε τα χέρια. Θάφευγε, της είπε, θάφευγε την άλλη κι όλας μέρα. Ξεκίναγε για το όνειρο, ήταν ό Δον Κιχώτης, μα αλίμονο αυτή δεν ήταν η Δουλτσινέα του. Ήθελε ν' ακουμπήσει τη καρδιά της, στη καρδιά του, να πάψει να σκέφτεται, να ξεκουραστεί, να πάψει να ποθεί.
Ήθελε να γυρίσει πίσω, ν' αρχίσουν μαζί απ' την αρχή να γνωρίζουν τις χαρές του έρωτα. Ήθελε τη γεύση των χειλιών του, την αίσθηση του κορμιού του στην παλάμη της.

Μα είχε πια σουρουπώσει. Κι εκείνη που πίστευε πώς θάκανε το παν για να τον αποκτήσει, τον αποχαιρέτησε μ' ένα απλό σφίξιμο χεριού, μ' ένα απλό αντίο.
Ο μικρός έτρεξε ξωπίσω του θαρρείς μαγεμένος από κά­ποιο αόρατο μαγικό αυλό.
— Θα ξανάρθεις; ρώτησε. Την κοίταξε στα μάτια βαθιά όλο σημασία.
—Δεν θα μπορέσω πια, της είπε και χάθηκε στο μυροβολιαστό αέρα.

Το διήγημα περιέχεται στο βιβλίο μου "Ιστορία δίχως όνομα και άλλα διηγήματα" Αθήνα 1976

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου


Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας