Στη Σοφία της Άγνοιας Δόξα 7

Πιστεύω λοιπόν στα μελλούμενα και τα χθεσινά, τα παντοτινά όσα ονειρευτήκατε κι έλιωσαν στα χέρια σας σαν στάχτη, όσα κατακτήσατε και πετάξατε στη γωνιά, στις σπασμένες κούκλες και τα ξεχαρβαλωμένα τρενάκια, τα προδομένα αισθήματα, τα ταξίδια που ξεχάσατε και τη γεύση αηδίας του γιορταστικού σας τραπεζιού.
Πιστεύω στις φανταχτερές βιτρίνες που καθρεφτίζουν εξαθλιωμένους ζητιάνους, στις γιγαντοαφίσες της πείνας και του πόνου που πουλούν φανταχτερά κουρέλια, στις χάντρες που βαφτίσατε επιτυχία και τα φέρετρα με. τα τόσα κυβικά που βουίζουν στις λεωφόρους σας.
Προσμένω τους κατεβασμένους διακόπτες με την αταραξία της λίμνης. Κι αν βγάζω τη γλώσσα στις ευχές σας κι αν σας χαϊδεύω στο σπαραγμό σας κι αν καταπίνω τα χάπια της αναβολής, πεισματικά σας αρνούμαι.
Δεν είσαστε σεις οι περιπλανώμενοι μεσσίες της καινούριας μέρας. Δεν ήταν το φως που έλαμψε προμήνυμα αυγής. Λουστήκαμε την επανάληψη της βαρβαρότητας με χρώματα ελπίδας φρούδας. Βουλιάξαμε κι αντιστεκόμαστε στην άνωση που μας ξαναφέρνει στο φως. Όταν το τέλος είναι αναπόφευκτο τι ωφελεί η επανάληψη της κωμωδίας;
Γυμνοί, ο ένας αποτύπωμα του άλλου, κι ο ιδρώτας σου έσταζε στο πρόσωπο μου, βροχή του έρωτα. Είχες εξερευνήσει κάθε μυστική μου γωνιά, είχες γευτεί κάθε κρυφό μου μέλι. Όλα ήσουν εσύ κι ήμουν το παν καθώς γλιστρούσα στην αγάπη σου.
Κι έπειτα αρκούσε η στιγμή, το άγγιγμα, το γέλιο, το βλέμμα, η φωνή σου. Όσο το παραμύθι άντεξε. Όσο ο έρωτας καραδοκούσε να μας καταπιεί. Κι έπειτα όλα ψεύτισαν. Κι ούτε κατάλαβα το πότε και γιατί. Έτσι όπως σιγοσβήνει το καλοκαίρι στους αναστεναγμούς κάθε φθινοπώρου. Όλα αποκτήσαν ξανά σχήμα και μορφή.
Το ήξερα. Το παραμύθι ποτέ δεν τελειώνει έτσι. Ποτέ δεν έζησαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα. Πάντοτε ήμουν καταδικασμένη να μεταμορφωθώ ξανά σε ασχημόπαπο. Τα ευτυχισμένα παραμύθια είναι τόσο πληκτικά! Η ζωή πάντα τελειώνει ανελέητα.
Βαρειά κλαριά τα χρόνια πάνω μου. Το δάσος της ζωής με φυλακίζει. Αν κάτι πουλά αυτό είναι η Αλήθεια γιατί μισά ψέματα στήνουν την ίδια τη ζωή. Σφιχταγκαλιάζουμε το ψέμα που βαφτίσαμε πραγματικότητα γιατί Αλήθεια είναι η μεταβαλλόμενη ακινησία της άμμου και η αέναη γονιμότητα των υδάτων. Αλήθεια είναι η αλληγορία του χρησμού, η αμφιθυμία του πεπρωμένου, το άδηλο μήνυμα της Δήλου, η ακατανόητη συνέπεια των συγκρούσεων του χρέους στη σκιά των επιθυμιών.
Αλήθεια είν' οι σκόρπιες μνήμες, οι γυμνές ανταύγειες των αισθημάτων. Όσο στήθος ξεφεύγει απ' τ' ανοιχτό πουκάμισο κι η γνώση του σπέρματος να πνίγει την καρδιά. Στιγμές σαν καλοτροχισμένα μαχαίρια η Αλήθεια σας. Μόνη η ελπίδα μου οι τρίλιες κάποιου αηδονιού.
Δραπετεύω καβάλα σε φεγγαροστάλες. Ακόμη και σε μια πόλη ηλεκτροφωτισμένη μπορώ και δραπετεύω κάθε δειλινό. Γίνομαι ένα με το πορφυρό που βάφει ευφρόσυνα τους γκρίζους τοίχους και τα σκονισμένα αυτοκίνητα.
Λάβετε φάγετε, λοιπόν. Τούτο εστί το σώμα μου. Την ψυχή μου κανείς δε μεταλαβαίνει. Είναι άχρηστη εμπορικά, όπως η Άνοιξη.

           στον Θησέα που ξέχασε στη Νάξο την Αριάδνη
Φοβάμαι τη νύχτα γιατί το πρόσωπο σου απέστρεψες. Τις ερμηνείες, τα ερωτηματικά, τις μουτζούρες στο χαρτί, τους λεκέδες στο ταβάνι, τις σκιές στους τοίχους. Όλα παραμονεύουν να με καταπιούν. Όλα φορούν την παρουσία σου, όλα ξεχειλίζουν το άρωμά σου. Στο βάθος μηδέν. Βουλιάζουμε στην παρουσία αυτής της απουσίας. Ονειρεύτηκα το κορμί σου. Ίσως και να μην υπήρξες στ' αληθινά. Κλείνω σφιχτά τα βλέφαρα και σε κρατώ μακριά μου. Δεν υπάρχω αφού εσύ δεν υπήρξες ποτέ. Δεν μπορώ πια να κλάψω. Με τι δάκρυα να ξοφλήσεις το ανέφικτο; Με τι αίμα να πληγώσεις τον ουρανό; Ο ήλιος σου φώλιασε στην ασφάλεια του κόλπου μου. Εγκυμονεί το καλοκαίρι. Ο χειμώνας πικρός, μακρύς και κρύος. Τα χέρια σου ξερά κούτσουρα, γυμνά στ' αγιάζι. Τα ίδια χέρια που με φυλάκιζαν πλατανιές, που με σφιχτόδεναν κισσοί, που μ' ευλογούσαν κληματαριές, που μ' έδερναν ροδοπέταλα. Τα χείλη σου, οικεία κι όμως μακρινά, φιλιά σαν στην οθόνη κάποιου σινεμά, το άγγιγμά σου τυπικό και τόσο κάλπικη η συστολή «μήπως μας δούνε». Ποιοι; Το σκοτάδι, η νύχτα, ο ουρανός, τα ίδια δέντρα που με σκέπαζαν να διαλύομαι στην αγκαλιά σου, που σε παρατηρούσαν να ιδρώνεις την ανάγκη σου για μένα;
Κι ήλθε η σιωπή, η απουσία, η απομάκρυνση, η απόρριψη. Όλα απότομα σαν το λεπίδι της λαιμητόμου. Κλαίω μονάχα όταν κάνω έρωτα. Κάθε φορά. Γιατί κάθε φορά μου λείπεις. Ακόμη κι όταν όλα γίνονται σωστά. Γιατί η μνήμη των αισθήσεων είναι αμείλιχτη. Δε φτιασιδώνεται με πέπλα ονείρου.
Κοιτώ το πρόσωπο μου στον καθρέφτη. Τίποτε νέο έξω από κείνη τη σκιά στο Βλέμμα κι αυτή τη θαμπή λάμψη που έσβησε τη χαρά του μετώπου μου. Όλα μάταια. Όλα σκιά σαν τη μορφή μου στον καθρέφτη, σαν το χαμόγελο σου στη φωτογραφία, όπως το βλέμμα σου που πια δε μου χαμογελά, όπως η φωνή σου που πια δε με χαϊδεύει.
Αυτό που πιότερο πονεί είναι που τα σύνορα εσύ τα τοποθέτη­σες ανάμεσά μας, εσύ ναρκοθέτησες τις διόδους, εσύ πυρ­πόλησες τα δάση, εσύ με φυλάκισες στην παγωμένη μου κορφή. Δεν έχω ποιον ν' αντιπαλέψω, δεν έχω τι να κατακτήσω, δεν ξέρω πώς να αμυνθώ.
Το στήθος μου πονεί απ' τη δίψα μου να σε θηλάσει τη χαρά, τα σπλάχνα μου ματώνουν απ' την ανάγκη μου να δεχθούν θριαμβευτή. Κι εσύ σωπαίνεις. Σε κάλεσα μ' όλες τις γλώσσες, σου τραγούδησα σε όλους τους σκοπούς, σε φώναξα μ' όλα τα ονόματα. Και δεν απάντησες. Άπλωσα τα χέρια μου στον ουρανό. Έσφιξα τις γροθιές μου απειλώντας τον ήλιο, λούστηκα στη νεροποντή. Μάταια προσευχόμουν στον κεραυνό σου να με κατακάψει. Μάταια κυλί­στηκα στη λάσπη, έγινα ένα με τη γη, κούρνιασα στο χορτάρι, ρίζωσα να φυτρώσω πάνω σου ξανά. Ανοίχτηκα στα πελάγη των ονείρων, βούλιαξα στις σκιές, το θάνατο του λυτρωτή καλούσα, γιατί η σιωπή σου τάφος σφαλιστός κι οι μέρες μου σκιά στον Άδη. Ζωγράφισα στα χείλη μου χαμόγελο να κρύψω τις ρωγμές της συντριβής μου. Δεν ήθελα να ξέρεις. Τον οίκτο σου δεν τον αποζητώ, εγώ που γεύτηκα τον έρωτά σου. Κι οι μέρες φιδοσέρνονται στην ανηφόρα, θηλιές μου πνίγουν το λαιμό. Η γεύση του τέλους. Οι υπερβολές της νύχτας.
Όταν οι σκιές μεταμορφώνονται σε εφιάλτες, όταν το φως παραμορφώνει αντί να λευτερώνει τις μορφές, όταν τα αισθήματα χτυπιούνται σαν πουλιά πανικόβλητα στο κλουβί τους, όταν οι σκέψεις ακολουθούν τη λογική της καρδιάς και μια σ' εκσφενδονίζουν στον ουρανό της ελπίδας κι άλλοτε σε βυθίζουν σε τάρταρα απελπισιάς σε θυμάμαι. Ακόμα κι όταν με χρησιμοποίησες ήτανε λάθος. Με ξόδεψες σε κέρματα. Σκόπιμα. Το 'ξέρες. Στο παζάρι του κορμιού μου μπορούσες ν' αγοράσεις τον ουρανό.
Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας