Στη Σοφία της Άγνοιας Δόξα 6


Στη Σοφία της Άγνοιας Δόξα 6
στον Μεγαλέξανδρο της Ολυμπιάδας
Κάπου στο σύνορο του θανάτου θα σε βρω. Με τα κουρελιασμένα ρούχα μου μήτε θα με προσέξεις. Θα 'χω γεράσει και θα 'σαι ανέπαφος, όπως σε πρωτογνώρισα στα όνειρά μου. Τότε που σεργιάναγες ανενόχλητος στου παρθενικού μου κορμιού τα στενά, τότε που τρόμαζα με τις νύχτες που καραδοκούσαν να πλημμυρίσουν τις άχρηστες μέρες μου.
Δεν ήλθες ποτέ κι ούτε θα 'ρθεις. Του κορμιού τα γνέματα λούφαξαν στη μηχανική απομίμηση των στοιχείων. Ο εσωτερικός πανικός προμηνά την Άνοιξη. Το κέλυφος τι αξία μπορεί να έχει; Το χαμόγελο σου. Άπιαστο καθρέφτισμα του Βαθύτερου είναι σου. Καθώς αργά Βυθίζεσαι εντός μου νιώθω ευφρόσυνα να συντρίβονται όσα με τόση σοφία σόδιαζα. Ο πύργος της Βαβέλ. Η ευτυχία. Η λευτεριά να κλοτσάς τον πύργο που έστησες. Έτσι κι αλλιώς είμαστε άμμος.
Δε σου μίλησα για τις μυστικές διαδρομές του κορμιού μου τις ανεξερεύνητες, όσες μου διαλαλούν τον ερχομό σου. Αφήνομαι στης τύχης το κυμάτισμα, ξερόφυλλο στον άνεμο. Σ' αυτά τ' απίθανα μαθηματικά που χτίζονται με νότες. Πάλι μ' αρνιέσαι. Σε φωνάζω. Πετώ τον εαυτό μου στα σκουπίδια του χρόνου. Δε θα 'ρθεις. Είσαι εντός μου. Δεν μπορώ να ζήσω μαζί ή δίχως σου. Σε κουβαλώ σαν τ' αγέννητο σπλάχνο μου, σαν τις ουλές απ' τις πληγές μου. Κάτω από ένα κοχύλι η γεύση σου, γεύση ήλιου και θάλασσας. Σ' ένιωσα να με δέχεσαι. Καθώς αρμένιζα μ' έκλεινες στα φωτερά σου μπράτσα. Σ' αγαπώ, Ανύπαρκτε. Γιατί να σ' ονοματίζω αφού ανώνυμος με κατακτάς, με συνεπαίρνεις, με πετάς πάνω κα πέρα απ' τη μίζερη νιότη που ονομάτιζα Ζωή;
Άγγελο φονιά. Οι λέξεις δεν προφτάνουν να λούσουν το νιογέννητο φως ης 'ρας που δε θα 'ρθεί ποτέ. Στα σκοτεινά σοκάκια παραμονεύει η ανάσα μου να ξεσηκώσει τον τυφώνα που θα σαρώσει τον κόσμο.
στον Θεόφιλο που δε διάλεξε την Κασσιανή
Δεν μπορώ πια το πρόσωπο σου να θυμηθώ. Την αίσθηση των κυμάτων σου που με διέλυαν σε άμμο χρυσή, αφουγκράζομαι.
Το χρώμα των ματιών σου μάταια ανακαλώ. Το χρώμα των νερών που με ταξίδεψες θυμάμαι. Ασημόγκριζο όπως το βλέμμα σου.
Το σχήμα των χειλιών σου δεν μπορώ να ζωγραφίσω. Τη γεύση της οικειότητας αποζητώ, την απληστία που ρουφούσες την ηδονή απ' το κορμί μου, τη βουλιμία που με συνόδευε με χνάρια ερωτικά σε μονοπάτια δυσδιάκριτα, τους χάρτες των οργασμών που χάραξες στο δέρμα μου έτσι που να σ' ακολουθώ με σφραγισμένα βλέφαρα.
Πώς να σε ξεχάσω; Ήσουν απέραντος κι ήμουν στα χέρια σου παιδί που ύψωνες στο ύψος των χειλιών σου. Ήσουν πλατύς, χιλιόχρονο πλατάνι και κούρνιαζα στην αγκαλιά σου πρωτοφτέρουγο πουλί. Ήσουν ο απέραντος ωκεανός που με κατάκλυζε και γω η μυστική σπηλιά σου. Το άγγιγμά σου ξύπνησε τις κοιμισμένες γοργόνες, τινάχτηκαν στοιχειά απ' τα έγκατα της γης κρεμάστηκαν στο γιούσουρι της αγκαλιάς σου.
Τα χέρια σου δε θα μπορούσα να χαρτογραφήσω. Την αρπακτική τους δύναμη, τη θωπευτική τους γλύκα, τη διαύγεια της προσφοράς, την παραδοχή της εγκατάλειψης, τον πανικό στον ίλιγγο της ηδονής, αυτά κρατώ σφιχτοπλεγ μένα γύρω μου, δίχτυα που δε μ' αφήνουν να πετάξω. Η βαρκούλα μου συντρίφτηκε στο αγιονόρος του κορμιού σου. Ξεπέζεψα γυμνή και βέβηλη και μ' έκρυψες στην εκκλησιά της αγκαλιάς σου. Με μύρωσες και με σφράγισες με την απόλαυση του σπέρματος. Με γονιμοποίησες με την επίγνωση του δρόμου των χειλιών σου. Με καθρέφτισες στα μάτια σου οπτασία παροδική και αθάνατη. Μ' αιχμαλώτισες Βυθίζοντας στα σπλάχνα μου τη ρομφαία της απόλαυσης. Ξανά και ξανά με ταξίδευες στων ονείρων τους κόσμους. Με πηδάλιο το ξίφος σου χάραξες τις κραυγές της ηδονής μου. Σταμάτησες το χρόνο και τον τεμάχισες σε στιγμές αιωνιότητας. Το στόμα σου ζουμερό ροδάκινο κι αρπακτικό χταπόδι με μαγνητίζει στο σκοτεινό λαγούμι του. Τα χέρια σου εξερευνούν τις μυστικές διόδους μου, κουρσεύουν την απαλότητα των λόφων, παραβιάζουν τις σκουριασμένες μαρμαρόπορτες για να καρφώσουν το νικητήριο λάβαρο του ανδρισμού σου. Λουλουδιάζεις τις σκοτεινές κοιλάδες μου, πυρπολείς τις κορυφογραμμές μου, σκιάζεις τα βλέφαρα κι αναλύομαι σε λυγμούς απόγνωσης. Η θλίψη δεν μπορεί να μην κατηφορίζει στα βλέφαρά μου.
Και πώς να μιλήσω για τον ουρανό που ξεσκέπασες γυμνό στ' απορημένα μου βλέφαρα; Πώς να ονομάσω δίχως να προδώσω το ουράνιο τόξο των αισθημάτων που μας γεφύρωσε, πώς ν' αποδώσω τη γλώσσα των κορμιών που βουβά καθρέφτιζαν τον ουρανό, πώς να σε ονομάσω που δημιούργησες για μένα ξανά τον κόσμο ολάκερο; Πώς ν' αντέξει αυτός ο έρωτας ως την αιωνιότητα που μ' εκσφενδονίζεις; Γιατί παράλογος ο κόσμος, αγάπη μου, χύνεται απ' το θάμα του φεγγαριού στη θάλασσα και κρατά τόσο λίγο! Πόσο αντέ­χει κανείς την οδύνη τόσης ηδονής; Ποια τρυφερή κραυγή θα μπορούσε να αιχμαλωτίσει για πάντα τις αποχρώσεις των καθηκόντων σου; Ποιο άγγιγμα θα σ' έσερνε ξανά στην αγκαλιά μου; Πάσχιζα να σε κρύψω μέσα μου βαθιά όπως τ' όστρακο το μαργαριτάρι. Βύζαινα τα βράχια, πεταλίδα πρόθυμη να πετρώσω πάνω σου παρά να παραδοθώ στην κόψη τ' ατσαλιού.
Έτσι κι αλλιώς συντροφιά ζούμε με τις ψευδαισθήσεις μας κι ο έρωτάς μας αντικατοπτρισμός στην έρημο. Η πραγματικό­τητα εμπλέκει το ψέμα στην εσωτερική μας Αλήθεια, στα τραγούδια των χαμόγελων, στην άνοιξη των δακρύων. Τι αξία θα μπορούσε να έχει η αλήθεια σου; Κι αν με νανούρισες με ψέματα μήπως εγώ δε σ' αποδέχθηκα;
Και βέβαια όχι. Δε θέλω να 'μαι κάποια απ' τις υποχρεώσεις σου. Αν όμως έτσι με τοποθετείς και πάλι έτσι θα σ' αποδεχθώ.
Γιατί κυμάτισες την καρδιά μου μαντίλι στην προκυμαία της άνοιξης, γιατί γονάτισες τις προσδοκίες μου στον ίλιγγο του αιφνίδιου, γιατί χρωμάτισες τη νύχτα της ζωής μου με όνειρα, γιατί ξύπνησες το ναρκωμένο μου κορμί με υποσχέσεις αθανασίας. Κι ο ιδρώτας που λαμποκοπά στο χνούδι του κορμιού σου μοσκοβολά την απρόσμενη άνοιξη του φθινοπώρου μου. Τα χέρια σου που οργώνουν το κορμί μου καρποφορούν τη γονιμότητα των αισθημάτων που δεν ξέρουν να γερνούν. Τα χείλη σου που χαράζουν τα μυστικά σημάδια της αυτογνωσίας με σημαδεύουν με το δικό σου στίγμα, το στίγμα του έρωτα.
Πόση ταπεινοσύνη, πόσην υποταγή μπορώ να σου προσφέρω; Πόσην αλαζονεία, πόση εξέγερση; Ο νέος κόσμος μου αδιάντροπα υψώνει τη γροθιά να συντρίψει τα κρύσταλλα των «πρέπει» που μας φυλακίζουν. Σκόπευα να σε αποσπάσω από την αλυσίδα των καθηκόντων, να σε τυλίξω στην πυρά του πάθους μου, ν' αναλωθούμε μαζί στην ιερή μανία του έρωτά μας. Ήθελα να γίνω η σκιά του κάθε ονείρου σου.
Μα συ αμέτοχος, αμήχανος, ανυποψίαστος, χαράσεις τ' ανεφάρμοστα σύνορα στο χάος της ύπαρξής μου παραβλέποντας τον εμφύλιο που μαίνεται στη ζωή μου. Η σιωπή σου βουλιάζει τις μέρες μου.
Ίσως απλώς να 'μαι ένα επεισόδιο στα παρασκήνια. Ίσως να 'χεις όλο το δίκιο με το μέρος σου. Γυμναστική των αισθημάτων, τακτική των εμπολέμων, εμπειρία στον έρωτα.
Κι η έκπληξη που ενεδρεύει να μας καταπιεί, και τ' άγνωστο που μας τυλίγει, και τ' ανεφάρμοστο που μας προκαλεί, κι η γεύση όσων δε θα ζήσουμε ποτέ που μας πληγώνει.
Κι όμως το κρεβάτι ήταν μια βαρκούλα ικανή να δραπετεύσει στο χρόνο. Κι όμως τα κορμιά ήταν δυνατά, πρόθυμα να συνθέτουν τ' όνειρο σε ζωή. Κι όμως η κραυγή σου θα 'ταν αρκετή να τρυπήσει το χρέος. Αφού η καταιγίδα σου ξεσκέπασε τον καθωσπρεπισμό μου, οι κεραυνοί σου πυρπόλησαν τον καλοστημένο πύργο μου, η βροχή σου μούσκεψε τη διψασμένη μου καρδιά, καρδιά μου, το σκοτάδι σου κατάπιε τ' ασθενικό φανάρι της λογικής μου, φως μου, ο ήλιος σου κατάκαψε ανελέητα το θαλασσοδαρμένο μου σκαρί, λιμάνι μου κι απέραντε ωκεανέ, γιατί πια δε με ρουφάς ξανά και ξανά στην αιωνιότητα της αγκαλιάς σου;
Δε θα 'σαι πλάι μου την ύστατή μου ώρα κι ας ουρλιάζω τ' όνομά σου στους ουρανούς. Δε θα 'μαι πλάι σου όταν διψάς για μένα γιατί έτσι επέλεξες και η επιλογή είναι ανθρώπινο προνόμιο.
Ας τυλιχτούν λοιπόν όλα στη σιωπή. Τα τραγούδια πληγώνουν τις ανάσες της καρδιάς κι οι αιώνιοι όρκοι μαραίνονται. Αρκεί που ξέρεις να μετράς τον ίλιγγο της ηδονής που με βουλιάζεις. Αρκεί που ήλθες στο σούρουπο να με διδάξεις τη γλώσσα των αισθήσεων. Το κορμί μου τραγούδησε την κάθε εποχή. Αρκεί που μ' άγγιξες και με μεταμόρφωσες στο πλάσμα των ονείρων μου, τον πυρήνα της ύπαρξής μου. Αρκεί που χάθηκα στο φως απ' τα φιλιά σου. Αλαλά­ζοντας χειροκροτώ τη συντριβή των ψευδαισθήσεων.
Χαρά μου, καρδιά μου, φως μου, όπως κι αν σε καλώ η σιωπή σου μ' αγκαλιάζει. Τις ώρες της αγρύπνιας, τις ώρες της δουλειάς, τις ώρες της καυτής πορείας, στην άσφαλτο σε ψάχνω. Βυθισμένη στη δροσερή θάλασσα, κάτω απ' τον ήλιο, στην αγκαλιά τ’ ανέμου μετρώ τα χνάρια που με στόλισες. Σε διασπώ στ' αναρίθμητα πρόσωπα της εσώτερης μοναξιάς μου. Σου προτείνω τις αποδράσεις των αιθέρων, μα συ αρκείσαι στη γυμναστική των αισθήσεων. Σε ντύνω την πορφύρα του πάθους και γυμνώνομαι απ' της ευπρέπειας τη σοφία. Αδιάντροπη πόρνη επαναλαμβάνω την εκμηδένιση των στόχων, αποδέχομαι την ισοπέδωση των επιτευγμάτων, συντρίβω τους καθρέφτες της αυταρέσκειας, ποδοπατώ τα λάβαρα της επιτυχίας. Το σώμα σου βαρύ με παρασύρει στο βυθό της απόλαυσης, τα χέρια σου πλάθουν της ανάγκης τα σχήματα. Καμιά τέχνη δεν κατάφερε να μεταγγίσει έτσι εντός μου την αθανασία, κανένα ναρκωτικό δεν κατάφερε αυτή τη μέθη. Αρπακτικά τα χείλη σου τρύγησαν το μέλι του κορμιού μου. Σ' αποδέχτηκα να λυσσομανάς σαν καταιγίδα, λυτρώθηκα απ' την ορμή των σπαραγμών σου.
Κι εσύ απλώς ξεδίψασες για μια στιγμή κι έτρεξες να κρυφτείς στην ανέχεια των στόχων σου στη ρουτίνα των επιτευγμάτων σου. Σφράγισες την καστρόπορτα τ' ουρανού, έγκλειστος στης λογικής το μουρμούρισμα. Πίσω απ' τ' αποσιωπητικά χαράζεις τον ήλιο. Δεν πόθησες παρά να μου φιλήσεις σταλιά σταλιά ολάκερο το κορμί μου και γω σου πρότεινα να πιεις γουλιά γουλιά ολάκερη την ψυχή μου. Δε ζήτησες παρά ένα βράδυ αισθαντικό και γω σου πρότεινα τις νύχτες της οικουμένης. Σιωπηλό το φεγγάρι παραμόνευε να τονίσει το χάδι σου, μα συ μιλούσες κιόλας για σεβασμό και εκτίμηση. Είχε προηγηθεί η χαρά της επαφής, η επίμονη επίκληση του γυμνού ξίφους και εγώ πεισματικά αρνιόμουν να υποταχθώ στη βεβήλωση των συναισθημάτων.
Σ' αγαπώ ολόκληρο, σου είπα. Αγαπώ πάνω σου το καθετί.
Μα συ ήθελες ν' αγαπήσω μονάχα το σπασμό της ηδονής, την εκμηδένιση του είναι μου κάτω απ' τις μεθοδικές σου κινήσεις. Μετάτρεψες για το χατίρι μου το πάθος μας σε μια παρτίδα σκακιού μ' έμπειρο μονάχα τον ένα παίκτη.

Και τώρα αρμενίζω μακριά σου σκοτεινή έτοιμη να πέσω στον ύφαλο ν' αφανιστώ κι ας ξέρω πως εσύ μήτε που θα δακρύσεις στον όλεθρο μου.

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σχόλια

  1. Δήμητρα Αγγελοπούλου Εξαιρετικά κείμενα Μαρία!!!! Με συνεπαίρνουν στην κυριολεξία!!!! Σ' ευχαριστώ για το απόσταγμα πολιτισμού που μας προσφέρεις απλόχερα!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας