Λογοτεχνία- Ελληνισμός.



 

Λογοτεχνία! Η Μαγική λέξη του λόγου. Κι ο λογοτέχνης, καθρέφτης της κάθε κοινωνίας, το πρίσμα που μεταμορφώνει την πραγματικότητα σε όνειρο, τις ιδέες σε πραγματικότητα. 

Νάναι τυχαίο που μήτρα της λογοτεχνίας στάθηκε η θρησκεία; Η θρησκεία που μπερδεύεται με τη φυλή και γίνεται έπος ή πάλι μένει στενά ιερό βιβλίο.

Κάθε τέχνη είναι λίγο πολύ ιερή γιατί ξεκινά πέρα από τον άνθρωπο, ακόμη και τώρα που οι μύθοι μοιάζουν συντριμμένοι. 

Τα πρώτα μας γραπτά τραγούδια ελληνικά, τα ομηρικά έπη. Παραμύθια που γοήτεψαν και γοητεύουν το δυτικό και όχι μόνο κόσμο, ο αντίποδας των Ραμαγιάμα της Ανατολής.  Κατορθώματα θειικά ανθρώπων και ανθρώπινα πάθη θεών. Όλα στα ανθρώπινα μέτρα. Να τι διδάσκει η Ελλάδα στον κόσμο, αντίθετα από την Ανατολή. Την πίστη στην ανθρώπινη αξία. Την εποχή που η Βίβλος ή οι ινδικές Βέδες προπαγανδίζουν το θεό που κυβερνά και παραμορφώνει τα ανθρώπινα ήθη, τη στιγμή που το «Βιβλίο  των νεκρών» στην Αίγυπτο ή το κινεζικό Γι-Κιγκ μιλούν για το θάνατο σα νάναι προσφιλέστερος από τη ζωή η ελληνική τέχνη δοξάζει το ανθρώπινο μεγαλείο, η ελληνική θρησκεία πλάθει θεούς που προσπαθούν να μοιάσουν στους ανθρώπους, η ελληνική γλυπτική δοξάζει το ανθρώπινο κορμί χωρίς μεταφυσικές παραμορφώσεις.

Στην ανατολή της λογοτεχνίας, έργο του λογοτέχνη είναι να δίνει στην κοινότητα συνείδηση του εαυτού της και της συνοχής της και θεματοφύλακας αυτού του ρόλου αυστηρός στέκει η θρησκεία.

Και πάλι στην Ελλάδα αυτόματα συντελείται το μεγάλο γεγονός της αναμόρφωσης του ρόλου της λογοτεχνίας στα μέσα της 1ης πΧ χιλιετίας. Τότε, στο Χρυσόν αιώνα, ο ελληνικός πολιτισμός θ’ αναζητήσει τη βαθύτερη σημασία του στα λογοτεχνικά κείμενα που θα μεταπλάσσουν τη λογοτεχνία από θρησκευτικό όργανο σε θεμέλιο και φωνή της πολιτείας. Κι αυτήν ακριβώς την εποχή δεν είναι τυχαίο ότι διαμορφώθηκαν όλα τα είδη του λόγου. 

Θα μπορούσε κανείς να πει πως η λογοτεχνία αναπτύχθηκε σε τρία επίπεδα. Στο πρώτο τα γράμματα είναι κόσμημα και ταυτόχρονα όργανο της εξουσίας, στο μέσο ανήκει η αμφισβήτηση και στο κατώτερο η λαϊκή λογοτεχνία. Η τάξη των διανοουμένων συνδέεται με την άρχουσα τάξη συμβολίζοντας τις αξίες και τους στόχους όσο και τις αντιφάσεις της.

Το Μεσαίωνα που οι κοινωνίες φυλακίζονται στα μπουντρούμια στης Ιεράς εξέτασης, η λογοτεχνία μένει σφραγισμένη σε θρησκευτικές περγαμηνές. Από το 12ο κιόλας αιώνα οι λογοτέχνες αρχίζουν ν’ ανακαλύπτουν τη θέση που τους είχε περίτρανα προσφέρει η αρχαιότητα. Ο διάλογος με το θεός γίνεται ξανά ο διάλογος του ανθρώπου με τον εαυτό του. Η ανακάλυψη της ελληνικής αρχαιότητα μέσα από ανοικτόμυαλες και διαθρησκειακές μέσω Ισλάμ διαδρομές, έδωσε ξανά απίστευτη δύναμη στην τέχνη του λόγου, τη μετάτρεψε ξαφνικά σε δυναμίτη κάτω από τα θεμέλια της εξουσίας. Η τυπογραφία συμβάλει σε αυτή την επαναστατική επιδημία. Οι Ουμανιστές πιστεύουν ότι η κοινωνία γράφει την ιστορία της με αξίες που η λογοτεχνία μπορεί και πρέπει να διαμορφώσει.

Το βιβλίο γίνεται πια δύναμη κρούσης, όμοια με τα όπλα. Το 18ο αιώνα με τη φιλοσοφία του Διαφωτισμού ξεσπούν κοινωνικές επαναστάσεις. Η Γαλλική Επανάσταση μπορεί να θεωρηθεί σαν θρίαμβος της αγωνιστικής λογοτεχνίας.

Το 19ο αιώνα ο ρομαντισμός είναι η ιδιότυπη αφετηρία μιας καθαρά πολιτικής λογοτεχνίας. Οι λογοτέχνες με νέους τρόπους σκέψης μετατρέπουν το πνευματικό οικοδόμημα των χωρών τους με πρωτοπόρους τους Γκαίτε και Σίλερ και ταυτόχρονα ευαισθητοποιούν τους νέους να μετέχουν ενεργά στα κινήματα της εποχής. Σε αυτούς τους εραστές της ελληνικής αρχαιότητας η σύγχρονη Ελλάδα χρωστά την ύπαρξή της.

Οι λογοτέχνες είναι πια επαναστάτες και πάντα πρώτοι στη γραμμή. Η εξορία του Ουγκό συμβολίζει τραγικά τη συντριβή της 2ης Δημοκρατίας και ο Ζολά τη δικαίωση των δημοκρατικών στην Υπόθεση Ντρέυφους, οι Ντοστογιέφκι, Τολστόι και Τσέχοφ καθένας με τα όπλα του, προαναγγέλουν την επερχόμενη γιγάντια ρωσική έκρηξη. Η λογοτεχνία είναι πια η κινητήριος δύναμη της κοινωνίας.

Με την είσοδο του 20ου αιώνα η ανάπτυξη των μαζικών μέσων ενημέρωσης, του κινηματογράφου, τη τηλεόρασης, συντρίβει το προνόμιο της λογοτεχνίας να μορφοποιεί τις επιδιώξεις της κοινωνίας. Στην εποχή μας η λογοτεχνία βρίσκεται ξανά σε σταυροδρόμι. Ο κοινωνικός ρόλος του συγγραφέα υποβαθμίστηκε, όμως δικό του προνόμιο παραμένει να δίνει πνοή στις ευαισθησίες του ατόμου.

Η Δύση είναι παιδί της Ελλάδας. Κάθε πολεμική συντριβή της Ελλάδας στάθηκε πολύτιμη πνοή ζωής για τον πολιτισμό της Δύσης. Η κατάκτησή της από τους Ρωμαίους ήταν η μαγική σπίθα που άναψε πολιτιστική πυρκαγιά στο «αγροίκο» Λάτιο. Η πτώση του Βυζαντίου, αυγή της Αναγέννησης. Νάναι όλα τόσο τυχαία; Μια εβραϊκή θρησκεία, ο Χριστιανισμός, χρειάστηκε να μιλήσει ελληνικά, να φιλοσοφήσει ελληνικά, για ν’ απλωθεί στα έθνη.

Η τέχνη προχωρεί ανακαλύπτοντας ολοένα καινούριες παλιές αξίες. Οι τραγωδίες του Σοφοκλή και του Ευριπίδη προπορεύονται τόσους αιώνες από το καμάρι της Δύσης, το Σαιξσπηρικό θέατρο, όμως αμφιβάλω αν ως τις μέρες μας γράφτηκαν αρτιότερα και θεατρικότερα λογοτεχνικά κείμενα. 

Σήμερα η τέχνη μοιάζει κάπως με την ανατομία. Αναλύει με μανία τα πάντα. Τα ανατέμνει, θα ήταν σωστότερο ιατρικά. Η ζωγραφική, τα χρώματα, η μουσική τους ήχους, η λογοτεχνία τις συγκινήσεις. Φθάσαμε εκεί όπου το παράλογο είναι πια η μόνη πραγματικότητα. Και φυσικά η τέχνη μας έμεινε δίχως οπαδούς. Στην εποχή μας πια τα τείχη κατέρρευσαν. Οι αμφισβητίες έγιναν της μόδας και η άρχουσα τάξη ανέχεται και χειροκροτεί το παρανοϊκό προσωπείο που καθρεφτίζεται στην τέχνη των σαλονιών της. Έχει πεισθεί πλέον για την ανικανότητα της τέχνης ν’ αγγίξει τις μάζες γιαυτό και προλαβαίνοντας τις ανάγκες των λαικών στρωμάτων τα μπουχτίζει με καλλιτεχνήματα τύπου «Δυναστείας» που παράγονται προγραμματισμένα από εγκεφάλους ηλεκτρονικούς που κυκλοφορούν μόνο αφού μετρηθούν οι σφυγμοί και η εφίδρωση των υποψήφιων θεατών- θυμάτων.

Έτσι λοιπόν φθάσαμε νάχουμε στις μέρες μας δύο τύπους γραφιάδων, τους ομφαλοσκόπους και τους συνενόχους των ηλεκτρονικών εγκεφάλων.

Και όμως η τέχνη δεν είναι κτήμα κανενός. δε φυλακίζεται σε εγκεφάλους. έργο τέχνης είναι το κορδελάκι στα μαλλιά κάποιας κοπέλας, ένα μπουκέτο λουλούδια, ένα λαικό παραμύθι, μια κραυγή, κάποιες νότες, και ναι, ένας φθόγγος μπορεί να είναι έργο τέχνης. Απορώ λοιπόν γιατί οι καλλιτέχνες στις μέρες μας κοκορεύονται ή θησαυρίζουν από την τέχνη. 

Η τέχνη χαρίζεται και δεν καταχτιέται κόντρα σε όσους πιστεύουν στη σκληρή δουλειά. Ένας μέτριος καλλιτέχνης όσο και αν καλλιεργήσει το ταλέντο του ποτέ δε θα φθάσει το κατώτερο σημείο μιας μεγαλοφυίας ακαλλιέργητης, όπως ακριβώς ένας άσχημος άνθρωπος δε μπορεί να γίνει ωραιότερος από μια καλλονή με όσα τεχνάσματα και αν καλύψει τις ατέλειές του. 

Γιαυτό και η τέχνη δεν ανήκει ούτε στον ίδιο το δημιουργό κι ας γίνεται τόση κουβέντα για τα συνδικαλιστικά δικαιώματα.

Το ίδιο κείμενοαν το σχίσεις δε μπορείς ποτέ να το επαναλάβεις στην ίδια τελειότητα που κάποτε σου δόθηκε. Η έμπνευση μας δίνεται, δεν τη φθάνουμε όσο κι αν προσπαθήσουμε και αυτή είναι η αξία της καλλιτεχνικής δημιουργίας, αυτό που κανένας ηλεκτρονικός υπολογιστής δε θα καταφέρει ποτέ. Η δημιουργία από το μηδέν καινούριων κόσμων.

Είμαστε όλοι συμμέτοχοι στην τέχνη, ζωγράφοι, μουσικοί, γραφιάδες. Η τέχνη απλώνεται σαν επιδημία, τα ρεύματά της συνεπαίρνουν όλες τις αποχρώσεις της ανθρώπινης ψυχής. Στο Χρυσό αιώνα ήταν παντού η άνοιξη, στο Μεσαίωνα παντού ξηρασία, στην Αναγέννηση παντού η ανάσταση, τώρα παντού ο παραλογισμός. Ήταν ίσως λογικό να περιμένουμε μια τέτοια τέχνη στις μέρες μας που το λογικό και η τεχνολογία φαίνεται να κυβερνούν ολοκληρωτικά τον κόσμο που χτίσαμε γυμνό από μαγεία.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα μαγική. Ξαναγεννιέται άπειρες φορές και ξαναφέρνει την άνοιξη στον ανθρώπινο πολιτισμό.

Ελπίζω. Πιστεύω ότι ο πολιτισμός της παρακμής που ζούμε προσμένει από δω να ξαναπηγάσει η νέα μορφή του κόσμου, το φως που θα δώσει νέα οράματα στους καλλιτέχνες για ένα υγιέστερο αύριο.

Ίσως η λογοτεχνία χρειάζεται μιαν επιστροφή στα έπη, στις διηγήσεις των ανθρώπων που «περιπλανώνται σε ξένες χώρες, γνωρίζουν το νου πολλών ανθρώπων, κινδυνεύουν πολλές φορές στα πέλαγα, προσπαθώντας να γλιτώσουν απ’ το θάνατο και να φέρουν πίσω στην πατρίδα τους συντρόφους» (Οδύσσεια Α3-77)

Ίσως ο πολυμήχανος Οδυσσέας να μην είναι μόνον ο παντοτινός έλληνας μα κι ο αυριανός άνθρωπος, ο άνθρωπος στο διάστημα, ο απολωλός άνθρωπος μιας εποχής παράλογης κι αλαζονικής, που δεν αντέχει πια, όπου νάναι συντρίβεται από το βάρος των εξοπλισμών, από το βάρος της αγωνίας ολάκερης της ανθρωπότητας που τυφλά ψαχουλεύει για ελπίδα.

ομιλία στο 29ο Διεθνές Συνέδριο της UMEM (Διεθνής Εταιρεία Ιατρών Λογοτεχνών) που έγινε στη Χαλκιδική 19-23 Σεπτεμβρίου 1984

Αναμνηστική φωτογραφία του Διεθνούς Συνεδρίου
διακρίνονται στην πρώτη σειρά οι κκ Rottler (Δ. Γερμανία) Bessa ( Βραζιλία) Hankish (Ουγγαρία) Καίτη Μουτάφη, Shmitt (Γαλλία), Φώτης Παυλάτος, Γιάννης Μουτάφης,  M de Miomandre ((Βέλγιο), Γ. Πρωτοπαπάς, Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου, Μανώλης Μαραθάκης Στο βάθος το ζεύγος Μπούτου , Κώστας Κυζούλης, Μιχάλης Μιχαλάκας, Χρίστος Μαρκόπουλος, Θεόδωρος Ντόλαντζας, Νίκος Σταυρόπουλος, ο Χαλκιδαίος Κώστας Δημόπουλος , Νίκος Σκαράκης, Μάριος Καουτζάνης (Κύπρος), Γ Γεωργούσης, Αθ. Ταντανάσης, Κ. Γεωργούσης, Zakce Pavlac (Πολωνία) , Παναγιώτης Ζιωτόπουλος, Adalar Konkoly, (Βουλγαρία) Carle Contini (Ιταλία) , Gina Gvend (Βέλγιο) , Bessa Carasy, Ade Voogd (Γαλλία), Jean Durtal (Καναδάς), Hilde Shmerling (Ελβετία). Ed Kloter (Ελβετία),  


Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Καλοκαίρι: Βουνό ή θάλασσα;

Αρκετά με το κήρυγμα για τον αποκλειστικό θηλασμό!

Μια φίλη έφυγε