Το υπόγειο


ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ 

Πολύ καμάρωναν τη γειτονιά τους. Ήσυχη. Όλα τα σπίτια χαμηλά, νοικοκυραίοι άνθρωποι. Λες και δεν ήσουν στην Αθήνα. Μπορούσες ν’ ανταλλάξεις μια καλημέρα με το διπλανό. Και το στενάκι τους  Ανηφοριά να καταλήγει σε σκαλάκια, ιδανικό πάρκιν, απρόσβλητο στους κλέφτες, γνώριζε καθένας πότε ο δικός του κατάφθανε και μόνο από το μαρσάρισμα της μηχανής και τον ήχο του χειρόφρενου. Τα σπίτια αντικριστά με τα λουλούδια και τις τέντες τους διακριτικά στην ιδιωτική ζωή των απέναντι πρόθυμοι να νοιαστούν όταν κάτι έκτακτο  έτρεχε στις διακοπές που οι γείτονες έλειπαν. Τα παιδιά μεγάλωναν και τ’ απογεύματα οι φωνές τους πετάριζαν από μπαλκόνι σε μπαλκόνι. Ο κόσμος άλλαζε. Κάποιοι παντρεύονταν, κάποιοι πέθαιναν ξαφνικά κάποιοι αρρωστούσαν, κάποιοι ερωτικοί καημοί ψιθυρίζονταν, κάποιες αποτυχίες διεκτραγωδούνταν. Όλοι τους ήξεραν όλους, όλοι ενδιαφερόντουσαν για τη ζωή των άλλων, όλοι παρακολουθούσαν τις επισκευές του ενός σπιτιού και σχολίαζαν την εγκατάλειψη του άλλου.
Ήταν μια γειτονιά όαση όπου μπορούσες ακόμη τις καλοκαιρινές νυχτιές με καύσωνα ν’ αφήνεις τα παραθύρια ανοιχτά ή να κοιμάσαι στο μπαλκόνι ή την ταράτσα άφοβα και μόνο  οι πρώτες ηλιακτίδες σ’ ανάγκαζαν να επιστρέψεις στο κρεβάτι, ποτέ η τηλεόραση του πλαϊνού ή οι φασαρίες του απέναντι. Όλα κυλούσαν ήρεμα μέχρι που ο γείτονας αποφάσισε να νοικιάσει το υπόγειο που παράνομα το είχε διαμορφώσει σε διαμέρισμα. Το χρυσοπλήρωσαν το υπόγειο με αυτή την κρίση στέγης κι αν βλαστημούσαν όποτε ο βόθρος ξεχείλιζε δεν αποφάσιζαν να το εγκαταλείψουν. Πού αλλού μπορούσαν να πάνε; Στην αρχή ήταν δυο γέροι κι έπειτα εμφανίστηκαν οι γιοι, οι κόρες οι γαμπροί κι οι νύφες με τα εγγόνια κι εγκαταστάθηκαν όλοι στο υπόγειο. Τουλάχιστον πέντε μηχανάκια κατέλαβαν τα πεζοδρόμια κι ανεβοκατέβαιναν την ανηφόρα κρώζοντας τις πιο ακατάλληλες στιγμές. Η εξώπορτα του υπογείου ποτέ δεν έκλεινε χειμώνα καλοκαίρι. Μια φτηνοκουρτίνα χρησίμευε για προπέτασμα μιας και μέρα και νύχτα γύρω από ένα τραπέζι άντρες έπαιζαν  πρέφα γυναίκες τσακώνονταν και μωρά ούρλιαζαν. Το χειμώνα οι φωνές τους ξεχύνονταν από το ανοιχτός πορτάκι μαζί μα τη μπόχα του τσιγάρου και του πιοτού. Το καλοκαίρι κι οι ίδιοι στρατοπέδευαν στο πεζοδρόμιο μισόγυμνοι και λεροί τσακώνονταν και βρίζονταν ξυλοκοπούσαν τα μικρά ή τα κανάκευαν.
Οι γείτονες στην αρχή προσπάθησαν να κάνουν τις αναγκαίες συστάσεις, απείλησαν να φέρουν την αστυνομία, μια δυο φορές το έκαναν όταν η κατάσταση γινόταν απελπιστική όμως οι μπάτσοι κεράστηκαν κάνα ποτηράκι κι  έφυγαν όπως ήλθαν γιατί μαθεύτηκε πως κάποιος απ’ όλο το σόι ήταν χαφιές τους και κόρακας κοράκου μάτι Δε βγάζει. Έψαξαν για τον ιδιοκτήτη του σπιτιού αλά εκείνος έλεγε ότι ο νόμος τους προστάτευε αφού πλήρωναν το νοίκι κανονικά κι έπειτα τι να κάνει; να τους πει να πνίξουν τα μωρά ή να τους μάθει σαβουάρ βίβρ; Πού να βρούνε το δίκιο τους οι γείτονες κι εδώ που τα λέμε τον καταλάβαιναν τον ιδιοκτήτη. Για εκμετάλλευση τόχε χτίσει το σπίτι. Παλιός χωροφύλακας με το εφ άπαξ τόχτισε για να τσοντάρει τη συνταξούλα προίκισε και τα παιδιά κι εκείνος εξορίστηκε σ’ ένα καλυβάκι στα Μεσόγεια γιατί ήθελε επιτέλους λίγη ησυχία στα στερνά του. Δε θα του χαλούσαν τη ζαχαρένια οι νοικάρηδες.
            Έτσι αναγκάστηκαν σιγά σιγά να συμβιβαστούν. Τα μπαλκόνια ρήμαξαν και τα πορτοπαράθυρα έκλειναν τώρα χειμώνα καλοκαίρι για να κρατούν απ’ έξω τις φωνές των παρείσακτων και το βουιτό των αιρ κοντίσιον. Το καλοκαίρι το στενό που κάποτε μοσκοβολούσε από τις γλάστρες τώρα βούιζε νύχτα μέρα απ’ την καυτή εκπνοή των δωματίων που έμεναν ψυχρά και αποστειρωμένα. Οι μόνοι που δεν ενοχλήθηκαν από την αλλαγή ήταν οι νέοι γείτονες. Ανέβασαν μια σκάλα τη φωνή για να μπορούν να επικοινωνούνε. Και βέβαια κανείς πια δε χαιρετούσε κανένα στη γειτονιά κι ούτε αναρωτιόντουσαν τοι τρέχει στα ξένα σπίτια.
            Έτσι πολύ παραξενεύτηκαν όλοι σαν είδαν στην τηλεόραση τη μικρή Φανή να την αγκαλιάζουν νοσοκόμες και δημοσιογράφοι γιατί βρέθηκε λέει κακοποιημένη σε κάποιο αστυνομικό τμήμα. Σημεία και τέρατα ιστορούσαν οι δημοσιογράφοι για τη μικρή των χωρισμένων γονιών, που την έδερνε η γιαγιά κι η ερωμένη του πατέρα και που σεξουαλικά κακοποιούσε ο θείος.
Πίσω από τις κουρτίνες παραμόνευαν την πόρτα με την κουρτίνα που τώρα έμενε σιωπηλή. Με κάποια ανακούφιση άρχισαν δειλά δειλά να ξανανοίγουν τα παράθυρα όταν ξαναεμφανίστηκε στη γειτονιά η μικρή φανή στην αγκαλιά της γιαγιάς της, που πρόθυμα διηγιόταν σε κάθε περαστικό όλη την περιπέτεια.
- Καλέ τι σκαρφίζονται αυτοί οι βλαμμένοι οι δημοσιογράφοι! Καλέ στο λούνα παρκ το είχαν πάει το μωρό και τους ξέφυγε! Ποια κακοποίηση καλέ; ένα χαστούκι όλο κι όλο για το καλό του. Μπουκιά Δε βάζει στο στόμα του το σκασμένο! Κι αυτοί να το κάνουν σήριαλ! Για να βγάλουν είδηση, ότι θέλουν μας πουλάνε! Και τι να κάνεις; όπου φτωχός κι η μοίρα του. Ποιον θα πιστέψουν τώρα. Εσένα ή την τηλεόραση;
Πρώτη η κυρία του πρώτου ορόφου χάρισε στη μικρή Φανή μια κούκλα. Ακολούθησε ο ευγενικός χαιρετισμός του κυρίου του πλαϊνού σπιτιού προς τη γιαγιά του υπογείου. Τα μηχανάκια συνέχιζαν να μαρσάρουν τις πιο ακατάλληλες ώρες κι οι κραυγές κι οι τσακωμοί συνέχιζαν με αμείωτη ένταση. Όλοι τώρα κρυφοκοιτούσαν τα παιδιά πασχίζοντας να διακρίνουν ίχνη κακοποίησης. Το υπόγειο είχε γίνει τώρα ο ομφαλός της γης, το κέντρο του ενδιαφέροντος όλης της γειτονιάς. Όλοι πίσω απ’ τις γερμένες γρίλιες παραμόνευαν με κομμένη ανάσα και παρακολουθούσαν μ’ ενδιαφέρον φανατικού ποδοσφαιρόφιλου τις φάσεις των εχθροπραξιών ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας. Όλοι συμμετείχαν ενεργά. Κάποιοι νεαροί Δε δίσταζαν να στοιχηματίζουν την έκβαση των αγώνων. Κανείς δεν ήταν αμέτοχος. Όλοι ήταν συνένοχοι. Όλοι περίμεναν με ανυπομονησία. Αργά ή γρήγορα η δημοσιότητα θα ξαναχτυπούσε την πόρτα της γειτονιάς. Όλοι ευχόντουσαν όταν βρεθούν μπροστά στην κάμερα νάχουν σημεία και τέρατα για να διηγηθούν. Και κανείς δεν ήθελε την επόμενη φορά να το μάθει από τους δημοσιογράφους.

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου 

Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας