Θαλασσολαγνεία


ΘΑΛΑΣΣΟΛΑΓΝΕΙΑ

   Μεσημέρι καλοκαιριού και τηλεφώνησες στη δουλειά μου.
   - Θες να πάμε μπάνιο; ρώτησες. Ήθελα να σε ξαναδώ.
  - Θέλω να σου δώσω και κείνες τις αφίσες να τις κολλήσεις στη δουλειά σου, είπα.
   - Σε μιαν ώρα, πρόσταξες.
  - Μα δεν προλαβαίνω, διαμαρτυρήθηκα.
  - Μισή ώρα είναι η διαδρομή, με βεβαίωσες.
Έφυγα σαν τρελή με κάποια πρόφαση νωρίτερα απ’ τη δουλειά μου, πέρασα απ’ το σπίτι και πήρα ένα μπανιερό και τις αφίσες. Ούτε την πετσέτα σκέφθηκα, ούτε το αντηλιακό και βγήκα στο μποτιλιάρισμα της εθνικής κάτω απ’ τον ήλιο που πύρωνε τις λαμαρίνες κι έφτιαχνε αντικατοπτρισμούς στην άσφαλτο. Παρακάμψεις λόγω έργων, χωματόδρομοι, καυσαέριο, ασφυξία, το ραδιόφωνο να μ’ εκνευρίζει και τα χιλιόμετρα ατέλειωτα. Έτρεξα σα ραλίστας μόλις ο δρόμος άνοιξε.
-Θα περιμένει. Ίσως καλύτερα να περιμένει ψέλλιζε η λογική, μα στην καρδιά μου κάθε λεπτό μακριά σου έμοιαζε χαμένο.
Πλήρωσα τα διόδια, βρήκα εύκολα την έξοδο, ήσουν εκεί παρκαρισμένος στη σκιά προσμένοντάς με.
-Δεν άργησα; ρώτησα αμήχανα καθώς σε κοιτούσα ερευνητικά. Είχα τόσους μήνες να σε δω κι ήσουν ατημέλητος μ’ ένα μακό μπλουζάκι κι ένα σορτσάκι πρόχειρο. Μπήκες στη θέση του συνοδηγού και δίχως καμιά λέξη με φίλησες αρπαχτικά συνθλίβοντας το στήθος μου στα σκληρά σου χέρια. Τ’ άγγιξα τρυφερά κοιτώντας τις πληγές τους.
- Κλάδευα τις τριανταφυλλιές μου, είπες.
-Έφερα τις αφίσες, είπα γυρνώντας προς το πίσω κάθισμα, αλλά εσύ είχες κιόλας βγει.
-Θα πηγαίνω εγώ μπροστά, είπες και συ θα μ’ ακολουθείς. Είναι η γειτονιά μου. Δεν πρέπει να μας δούνε.
Ξεκίνησες σπινάροντας κι εγώ σ’ ακολουθούσα σαν υπνοβάτης στις στροφές του στενού δρόμου. Σ’ ένα πάρκιν με πλατάνια σταμάτησες ξαφνικά κι ήλθες πάλι πλάι μου. Δεν πρόλαβα να σε ρωτήσω. Έχωσες τα δάχτυλα στον κόλπο μου και μ’ έβαλες ν’ αγγίξω το ανορθωμένο σου ξίφος.
-Μούρχεται να σε σκοτώσω, είπες.
   -Το ξέρω, σου αποκρίθηκα. Τ’ αυτοκίνητα περνούσαν βουίζοντας πλάι μας μέρα μεσημέρι.
-Μας βλέπουν, ψέλλισα. Βγήκες από τ’ αυτοκίνητο κι ήλθες στο ανοιχτό μου παράθυρο. Έσκυψες σα να μου μιλούσες με την πλάτη στραμμένη στο δρόμο κι έχωσες ξανά τα δάχτυλα στον κόλπο μου, ενώ δάγκωνα το μπράτσο σου για να μη φωνάξω.
        -Στον έχω εκεί καρφωμένο για πάντα, ψιθύρισες.
"Το ξέρει. Πώς μπορεί να το ξέρει;" σκεπτόμουν ενώ σου έλεγα: «Αν τον έχω εγώ μέσα μου, τότε πώς εσύ βολεύεσαι με τις άλλες;»
-Θα περάσουμε απ’ το χωριό, είπες. Πρόσεξε. Όλοι με ξέρουν.
-Και λοιπόν; είπα αυθάδικα.
-Θες παγωτό; με ρώτησες.
-Γιατί όχι; απάντησα. Κάνει τόση ζέστη!
Έγνεψες σε κάποιους έξω απ’ το καφενείο περνώντας από την πλατεία του χωριού και σταμάτησες σ’ ένα φούρνο. Βγήκες κουβαλώντας δυο ξυλάκια παγωτό.
-Μόνο βανίλια, είπες. Η σοκολάτα είναι καρκινογόνα. Σκεπτόμουν ότι προτιμώ τη σοκολάτα ακόμη κι αν ήταν με ραδιενέργεια, αλλά βιάστηκα να σ’ ακολουθήσω. Το παγωτό έλιωνε πάνω στο τιμόνι και το πέταξα απ’ το παράθυρο μόλις με έχασες στην πρώτη στροφή. Παραλίγο να πέσω πάνω σου. Είχες σταματήσει στη μέση του δρόμου μπροστά στη διασταύρωση. Από τη μια η άσφαλτος κι απ’ την άλλη κατσικόδρομος. Έβγαλες φλας και προχώρησες στο χωματόδρομο σηκώνοντας σύννεφο τη σκόνη. Το φωτάκι της βενζίνης άναψε.
    -Μα πού με πάει; σκεπτόμουν. Είναι τρελός. Μπορεί στ’ αλήθεια να με σκοτώσει, ψέλλιζε η λογική και πάνω στην ώρα περάσαμε από ένα ερημικό νεκροταφείο.
-Δε βαριέσαι. Αξίζει τον κόπο, πρόσταξε το κορμί μου. Τουλάχιστον τώρα ζεις. Αυτές οι στιγμές δεν είναι πλήξη και ρουτίνα.
    Ο δρόμος γυμνός κι ατέλειωτος, τοπίο ξερό σκηνικό για γουέστερν, πέτρες και στροφές και θολούρα από σκόνη. Ψυχή πουθενά. Ξάφνου φάνηκε μια αγριαπιδιά φυτρωμένη στρεβλά σε κάποιο φράχτη. Πάτησες απότομα το φρένο και βγήκες απ’ τα’ αυτοκίνητό σου βοηθώντας με με νοήματα να παρκάρω στη μόνη σκιά στο αφιλόξενο τοπίο. Μπήκες στ’ αυτοκίνητό μου και μ’ αγκάλιασες αρπαχτικά.
    -Στη θάλασσα θα δεις, είπες. Θα στα κάνω όλα, υποσχέθηκες, ενώ γύμνωνες τ’ ανορθωμένο σου ιστίο κι έσπρωχνες το πρόσωπό μου στο βάθος του. Έπρεπε νάμαι λίγο ακροβάτης για να χωθώ κάτω απ’ το τιμόνι χωρίς ν’ αρχίσει το κλάξον να σφυρίζει.
 -Σα γλειφιτζούρι, όπως όταν ήσουν μικρή, με είχες πρωτοδιδάξει. Δε σούχα πει ότι ποτέ δε μ’ άρεσαν τα γλειφιτζούρια. Ήξερες όμως ότι λάτρευα τις σοκολάτες. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δε νοιάστηκες τι εγώ στ’ αλήθεια θέλω. Πάντα ρωτούσες για να επιβεβαιώνω τις επιθυμίες σου και πάντα σ’ απαντούσα «ναι» αφού ακόμη αγνοούσα τις ανάγκες μου.
  -Αν το δάγκωνα τι θα γινόταν; σκεπτόμουν συνεχίζοντας ευσυνείδητα αυτό που θάκανα στο παγωτό, αν ήταν σοκολάτα.
Στην πραγματικότητα ένιωθα όμορφα. Με γοήτευε η εξουσία μου πάνω σου, ο πυρετός της έξαψής σου, η ανάγκη σου για μένα, η επανάληψη του δικού μου ονόματος στην παραφορά του πάθους σου. Σε αγαπούσα.. Σου έδινα γιατί τόσο διψούσες για μένα. Δε μπορούσες να προσποιηθείς ότι με κάθε γυναίκα ήταν το ίδιο. Απαιτούσες να με κατέχεις ολοκληρωτικά. Μπορούσα να είμαι για σένα η μόνη γυναίκα, σου δινόμουν όχι γιατί έπαιρνα, αλλά γιατί ήμουν τόσο γεμάτη που μπορούσα να σου προσφέρω τα πάντα, τόσο που να παραβλέπω τα πάντα, ακόμη και το ότι δεν υπήρχα στ’ αλήθεια για σένα. Τελείωσες με μια κραυγή που αντήχησε στον άδειο ήλιο και δίχως ούτε ένα ευχαριστώ, δίχως ένα τρυφερό χάδι βιάστηκες να μπεις στο δικό σου αυτοκίνητο.
Περίμενες υπομονετικά να διορθώσω το μακιγιάζ και να στρώσω τα μαλλιά μου.
       -Δεν έχω αρκετή βενζίνη, είπα. Άναψε το φωτάκι.
-Φθάνει για 30 χιλιόμετρα, με βεβαίωσες.
Σε ακολουθούσα σ’ όλες αυτές τις ατέλειωτες στροφές μέχρι τη θάλασσα. Παρκάραμε δίπλα δίπλα κάτω απ’ τις αλμύρες.
-Συναντηθήκαμε τυχαία, είπες καθώς άπλωνες στα βότσαλα την πετσέτα σου. Φόρεσες τα βατραχοπέδιλα κι ανοίχτηκες στα βαθιά. Σ’ ακολούθησα κολυμπώντας νωχελικά κι αφήνοντας μ’ ευγνωμοσύνη τη θάλασσα να μου χαϊδεύει το κορμί. Βούτηξα το κεφάλι στο νερό κι απομονώθηκα απ’ τα παιδικές φωνές που γέμιζαν την παραλία. Τα μαλλιά μου λεύτερα απλώθηκαν γύρω απ’ το πρόσωπό μου σαν αχτίδες. «Σαν τη μέδουσα» σκέφθηκα. Πλησίασες και μούριξες νερό στο πρόσωπο. Θέλησα να σ’ αγγίξω αλλά βιάστηκες ν’ απομακρυνθείς.
-Μας βλέπουν, είπες.
-Δηλαδή τι βλέπουν; ρώτησα και βούτηξα ξανά στα σπλάχνα της θάλασσας ν’ απομονωθώ από σένα.
-Τι σκέφτεσαι; με ρώτησες μόλις αναδύθηκα.
-Θυμήθηκα μια λέξη, σου είπα. «Θαλασσολαγνεία». Τη χρησιμοποιεί ο Μυριβήλης στη «Δασκάλα με τα χρυσά μάτια». Γράφει ότι την παρακολουθούσε κρυμμένος, ενώ κολυμπούσε γυμνή κι ήξερε ότι μοιράζονταν αυτό το αίσθημα, τη θαλασσολαγνεία.
-Πιστεύεις ότι κι εγώ σε παρακολουθώ τώρα; ρώτησες ειρωνικά.
-Όχι, είπα σκληρά. Εκείνος δεν την είχε ακόμη αγγίξει τότε. Εσύ μόλις εκτονώθηκες.
Κολύμπησα πρώτη προς τη στεριά, μα συ με τα βατραχοπέδιλα με προσπέρασες. Σκουπίστηκες, δε μου πρότεινες την πετσέτα σου. Δε σου τη ζήτησα κι εγώ. Κάθισα στα καυτά βότσαλα πλάι σου και μου ζήτησες να σ’ αλείψω μ’ αντηλιακό.
-Δείκτης προστασίας 20, είπες. Ξέρεις πόσο επικίνδυνη είναι η ηλιακή ακτινοβολία; Χαμογελούσα αλείβοντας τη σκασμένη πλάτη σου. Δε ζήτησα ούτε το αντηλιακό σου να δανειστώ. Δεν ήθελα τίποτε να σου χρωστάω. Μιλούσες και μ’ άγγιζες με κάθε πρόφαση.
-Κάτσε πιο κει, είπες κάποια στιγμή. Μας βλέπουν.
-Ποιοι; ρώτησα κοιτώντας την ακρογιαλιά, όπου χοντρές μανάδες πάλευαν να κάνουν μπάνιο σε μωρά που έσκουζαν.
-Βλέπεις αυτές τις δυο που πέρασαν; είπες. Θα λένε «Με ποια γκόμενα είναι πάλι;»
      -Γιατί νομίζεις πως ασχολούνται μαζί σου ρώτησα, ενώ μου φάνηκε εξωφρενική η σκέψη πως κάποιες γυναίκες μπορεί να κάνουν βόλτα στην παραλία μόνο και μόνο για να τσιμπήσουν κάποιον άντρα.
    -Κάθε φορά που έρχομαι πηγαινοέρχονται για να τις προσέξω, είπες. Την επόμενη φορά θα τις πηδήξω και τις δυο. Γιαυτό έχω πάντα καπότες στ’ αυτοκίνητο.
   -Εμένα πάντως σήμερα δε με πήδηξες, είπα. Κι αφού λες ότι έχεις τ’ απαραίτητα, θα μπορούσες να το κάνεις έστω και τώρα.
   -Άλλη φορά, είπες. Τώρα βιάζομαι. Περιμένει η γυναίκα μου για να φάμε.
   Περίμενα ότι θα καθόμαστε σε κάποιο ταβερνάκι, μετά τόσο ταξίδι, ότι θα τρώγαμε σαν άνθρωποι κουβεντιάζοντας σαν φίλοι.
   -Θα την πηδήξεις κι αυτήν; ρώτησα. Εγώ ήμουν απλώς το ορεκτικό σου;
    Δεν απάντησες. Σηκώθηκα. Τα βότσαλα έκαιγαν πυρωμένα τις γυμνές μου πατούσες. Δεν είχα σκεφθεί ούτε για παντόφλες και κρατούσα τα τακούνια μου στο χέρι.
   -Πρέπει κι εγώ να φεύγω, είπα. Μόνο να μου πεις πού έχει βενζινάδικο.
  -Μα θα σε συνοδεύσω μέχρις εκεί! είπες ιπποτικά. Με συνόδευσες μέχρι τη διασταύρωση της εθνικής.
  -Σ’ ευχαριστώ, σου είπα κι έβαλα το κασετόφωνο στη διαπασόν.
    Το κορμί μου μοσκοβολούσε ήλιο και θάλασσα. Το κορμί μου μου ανήκε. Σου το είχα μόλις παραχωρήσει, αλλά είχα ξεπλύνει στη θάλασσα τον έρωτά σου. Δεν πεινούσα πια για σένα. Ήμουν χορτάτη απ’ το ξεγύμνωμα της ανάγκης σου για το κορμί μου. Χαμογελούσα στη σκέψη σου με συγκατάβαση, όπως μια μάνα που είχε παρηγορήσει θηλάζοντας ένα έκθετο παιδί.
    Ναι ήσουν καρφωμένος μέσα μου. Όμως δεν ήταν το λάβαρο του θριάμβου σου. Ήσουν μέσα μου όχι σα βάρος, αλλά σαν δύναμη ζωής. Εγκυμονούσα τον έρωτα. Είχα επιβιώσει. Ήμουν πια λεύτερη.

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σχόλια

  1. καλημέρα

    ποτέ δεν είχα δει την άλλη όψη μιας τέτοιας εμπειρίας

    χαίρομαι που όλα είναι ζωηρά και σωστά

    ήταν μια ωραία ανάρτηση και την απόλαυσα από την θηλυκή της οπτική

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Νικος Φαραζης Έντονα λυρικό κείμενο ! Όμορφο. Οι ψυχολόγοι της γραφής λένε ότι – εκτός των άλλων - η χρήση έντονου υπαρξιακού λυρισμού από τους ανθρώπους με χαρακτήρα που δονείται από τα στοιχεία της κοινωνικής παρέμβασης και της κοινωνικής ευθύνης, δείχνει προσπάθεια ελέγχου της απογοήτευσης και τιθάσευσής της . Κλασική περίπτωση θεωρούνται περίοδοι γραφής του Τάσου Λειβαδίτη.
    Αρτεσιανό φρέαρ ο διονυσιακός λυρισμός. Σε συνδέει με τις πηγές Καλημέρα Μαρία μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Νικος Φαραζης Μου αρέσει που το μυαλό σου τρέχει ξεψαχνίζοντας όλες τις γωνιές της ζωής. Εκεί που κατηγορείς εξουσίες και εξουσιαζόμενους ξαφνικά σαρώνεις παραμέτρους με το βλέμμα και κατανοείς, αποφασίζεις για τα πρωτεύοντα και απαιτείς, λυπάσαι και υπερασπίζεσαι, στρίβεις στη γωνία σταματάς και θαυμάζεις και στο τέλος τραβιέσαι σε απόσταση από το κάδρο και μας ραντίζεις με πιτσιλιές στιγμών ζωής. Καλημερα Μαρία

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η ιστορία του αντιπυρηνικού κινήματος και ο ειρηνιστής γιατρός Γρηγόρης Λαμπράκης