Τίποτε δεν καταλαβαίνουν


Τίποτε δεν καταλαβαίνουν
Τριγύρω περήφανα βουνά. Το σπίτι λιθόκτιστο με το τζάκι να καπνίζει. Αλυχτήματα σκύλων, βελάσματα και κουδούνια προβάτων, παράκαιροι λαλήματα πετεινών. Ορεινό χωριό. Κάτοικοι δύο. Ένα ζευγάρι διασωθέντων πρωτοπλάστων. Υπέργηρων. Χωρίς ελπίδα πολλαπλασιασμού, όπως ο Λωτ. Εκτός αν όπως ο Δευκαλίων και η Πύρρα αναδημιουργήσουν τη γη από τις γύρω άφθονες πέτρες. 
Δαιμόνια ρεπόρτερ καλύπτει τηλεοπτικά τους βουνίσιους Ροβινσώνες. 
«Γιατί μένετε;» ρωτά με την άγνοια της νιότης. Τι σας αρέσει εδώ;» 
«Όλα» απαντά ο γέρος αγκαλιάζοντας με μια κίνηση την πλάση. 
Εκείνη κοιτώντας δύσπιστα τη βλοσυρή ζωντάνια των ουρανών, με φόβο τα σύννεφα που τρέχουν να συγκεντρωθούν σε τάγματα κάτω απ’ τις προσταγές των μακρινών αστραπόβροντων, με καχυποψία τους ψίθυρους των δέντρων που ανασύρουν μύθους κακών λύκων 
«Έχετε μπει ποτέ σε ασανσέρ;» ρωτά πιστεύοντας ότι αυτό είναι το προκλητικότερο δείγμα πολιτισμού της πόλης. 
«Α παπα» απαντά με βδελυγμία ο γέρος. 
«Ούτε στο μετρό;» 
«Ούτε». 
«Δε θα θέλατε να πετάξετε με αεροπλάνο;»
 Δεν το ήθελε. Ούτε λεωφορείο, ούτε καράβι, ούτε σινεμά, ούτε ταβέρνα, ούτε σουπερμάρκετ, ούτε μπαρ, ούτε οτιδήποτε όλοι εμείς θεωρούμε αυτονόητη καθημερινότητα. 
«Δε φοβάστε τους κλέφτες;» 
«Κει κάτω είναι πιο πολλοί», επιμένει ο γέρος. «Το βλέπουμε στην τηλεόραση. Ούτε Σικάγο πια. Πού βρέθηκαν τόσα κουμπούρια; Αρκούδες κυνηγάτε στην Αθήνα;» 
«Τι θέλετε λοιπόν;» απηύδησε η ρεπόρτερ. «Μήπως καινούριο δρόμο για ν’ αναπτυχθεί το χωριό και νάρχονται οι τουρίστες;» 
«Την υγειά μας για συνεχίσουμε να ζούμε εδώ» απάντησε ο γέρος την ώρα που η γριά σέρβιρε τη σπιτική χορτόπιτα. 
«Δε θα φεύγατε λοιπόν;» 
«Με καμιά κυβέρνηση» της αποκρίνονται με μια φωνή. 
«Τι θα κάνατε στην πόλη;» συνεχίζει, ενώ ήδη ανυπομονεί να ξεφύγει απ’ τις λάσπες και τη μυρουδιά των ζώων. -«Θα κάνω ένα αφρόλουτρο!» σκέπτεται ηδονικά,- ενώ με μια φωνή «Θα πέθαινα στην πόλη» της απαντούν οι γέροι. 
«Μοναδική τους διασκέδαση η επίσκεψη κάποιων κατοίκων γειτονικών χωριών» κατέληγε το ρεπορτάζ. 
«Τίποτε δεν κατάλαβε αυτή» μονολόγησε ο γέρος και βγήκε στην αυλή να μαζέψει τα «πράματα» στο μαντρί. καθώς ο ήλιος πυρπολούσε τον ουρανό. 
«Τίποτε δεν καταλαβαίνουν» επαναλαμβάνει ανασαίνοντας βαθιά με απόλαυση τον καθαρό παγωμένο αγέρα.
Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σχόλια


  1. Διονυσία Πάλμου μπράβο σας! μάλλον ήρθε η ώρα όλοι να προβληματιστούμε και να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο αποτίμησης των πραγμάτων διακρίνοντας και προκρίνοντας πλέον το ουσιώδες και το αληθινό...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας