Αλίμονο στον άπατρι





Αλίμονο στον άπατρι

για να μη ξεχνάμε πώς και γιατί φθάσαμε στη Χούντα και με ποιο τίμημα ξαναγευτήκαμε τη Δημοκρατία, που σήμερα λοιδωρούμε


19 Ιούλη 1974 έγινε ο γάμος μου με το Λευτέρη, κατά πως ταιριάζει στα ελληνοχριστιανικά μας ήθη. Ο γονιός μου με παράδωσε στο γαμπρό τυλιγμένη με άσπρα πέπλα και στολισμένη με λεμονανθούς. Τίποτε δεν έλειπε. Μήτε η κοσμοσυρροή και το ρύζι, μήτε οι αναμμένοι πολυέλαιοι κι οι αρχιμανδρίτες, μήτε το κορακίσιο κουστούμι του γαμπρού και το νταντελένιο αρχοντικό μακρύ νυφικό μου, μήτε οι ακριβές μπομπονιέρες και οι καλόγουστες λαμπάδες. Όλα κατά που πρέπει.
Ο γάμος είναι μια ευκαιρία για κοσμική επίδειξη. Είναι το τελικό χτύπημα στην κακογλωσσιά του κόσμου. Μέχρι την εκκλησιά όλοι μπορούν να κουτσομπολεύουν και να ειρωνεύονται. Με το γάμο όμως όλα κουκουλώνονται με το πέπλο της νομιμότητας. “Τελικά παντρεύτηκαν”. Έτσι λένε πάντα με κάποια δόση απογοήτευσης.
Γιατί ο γάμος για τους πιότερους είναι το τέρμα της γλύκας στον έρωτα, ο τάφος του ρομάντζου. Μετά το γάμο όλα σιγά σιγά ισοπεδώνονται και οι χαρές και οι λύπες μετριάζονται. Ο γάμος σε δένει χεροπόδαρα, έτσι που να μη μπορείς να πισωγυρίσεις. Σε βαραίνει η σφραγίδα της νομιμότητας. Λες κι ολόκληρη η ιστορία των κοινωνιών καθορίζει τις οικογενειακές σου σχέσεις. Κι όλα αυτά, τα ξέρουν πολύ καλά μόνο οι παντρεμένοι.
Για δυο νιόπαντρους όμως, όπως είμαστε εμείς, ο κόσμος ήταν ένας αστραφτερός κατακάθαρος στίβος, που μας προκαλούσε να τον κατακτήσουμε. Και όπως η συνήθεια απαιτούσε, αμέσως μόλις αλλάξαμε τις νυφιάτικες στολές μας, ξεκινήσαμε να κατακτήσουμε τον κόσμο σε ένα ταξίδι μέλιτος.
Το προσμέναμε με τόση αγωνία αυτό το ταξίδι! Κάθε ταξίδι μέλιτος είναι σημαντικό και αυτό χωρίς υπονοούμενα μισοχαμόγελα. Δυο νέοι άνθρωποι ενώπιος ενωπίω. Για μας η αξία του βάραινε ακόμη πιο πολύ, μιας και θάταν η πρώτη φορά, που θα πετούσαμε με τ' ατσαλένια φτερά του συμβόλου του πολιτισμού του 20ου αιώνα.
Όσο πιο δυνατά ποθείς κάτι, τόσο πιότερο φοβάσαι μήπως στο δρόμο σου βρεθεί κάτι, που την τελευταία στιγμή καταστρέψει το όνειρό σου. Κι αυτό το κάτι ήλθε με τη μορφή αυτού του άθλιου Σαμψών, που με το γελοίο πραξικόπημά του στην Κύπρο μας τρόμαξε για τα καλά. Νάναι όλα έτοιμα για το γάμο κι αυτός να μας κάνει τέτοια καψόνια, ν' αναβληθεί και ο γάμος και το ταξίδι μας!!! Μα ευτυχώς όλα φάνηκε να πάνε περίφημα για το Σαμψών. Βέβαια είχε την ατυχία να επιζήσει ο Μακάριος και να ξεφύγει στο εξωτερικό, μα μήπως θάταν ο πρώτος ή ο τελευταίος νόμιμος κυβερνήτης μιας χώρας που θα τέλειωνε τις μέρες του αυτοεξόριστος; Η τηλεόραση, ο τύπος, το ραδιόφωνο, όλοι ήταν κατηγορηματικοί . Στην Κύπρο βασιλεύει τάξη, γαλήνη και ηρεμία. Φαίνεται πως οι πατριώτες μας, οι Κύπριοι, μας έμοιασαν και σε αυτό. Λατρεύουν τις δικτατορίες και τις δέχονται αδιαμαρτύρητα.
Γιατί τάχατες μόνο εμείς νάχουμε εφτάχρονη δικτατορία με τόση γαλήνη και ηρεμία; Ούτε απεργίες πια, ούτε διαδηλώσεις, ούτε ταραχές, ούτε τίποτε. Η τέλεια ακινησία των νερών του βάλτου. Ζήτω η 21η Απριλίου! Κι ας λέει ότι θέλει η Ντόυτσε Βέλλε για λύσεις Καραμανλή και για προστριβές εσωτερικές στην κορυφή της Χούντας. Για μας, για όλο τον απλό κοσμάκη δηλαδή, δεν υπήρχε πιο σίγουρο από τη συνέχεια της δικτατορίας στους αιώνες των αιώνων... Αμήν.
Τι κι αν βρέθηκε τρελός ένας Παναγούλης και πήγε να ξεκάνει τον Παπαδόπουλο; Τι κι αν κάτι βρωμόπαιδα έκαναν όργια στο Πολυτεχνείο και έκαψαν τη Νομική; Η Επανάσταση σαν το Φοίνικα αναγεννάται από την τέφρα της και θα επιζήσει, το ίδιο και η θυγατρική επανάσταση της αδελφής Κύπρου. Τι διάολο! Ένας λαός είμαστε!
Μπήκαμε στο αεροπλάνο της British Airways με τα ρύζια στα μαλλιά και το χαμόγελο της ευδαιμονίας στα χείλια. Εγώ ήμουνα ο αγγλόφωνος ή μάλλον ο αμερικανόφωνος της συντροφιάς. Ως τότε δεν ήξερα τη διαφορά, μα μόλις πάτησα το πόδι μου στο αγγλικό αεροπλάνο την ένοιωσα και κομπλεξαρίστηκα. Τους καταλάβαινα θαυμάσια, διάβαζα τις επιγραφές τους, μα εκείνοι με κοιτούσαν με τέτοιαν αποδοκιμασία μόλις άνοιγα το στόμα μου, που θα προτιμούσα ν' άνοιγε η γη να με καταπιεί. Γιατί τα “α” και τα “ε” είναι άλλα για τους εγγλέζους κι άλλα για τους αμερικάνους και γιατί οι εγγλέζοι έχουν τέτοια ψύχωση με τα καθαρόαιμα εγγλέζικα της Οξφόρδης, όση οι δικοί μας φιλόλογοι με την αττικίζουσα καθαρεύουσα.
Για πιότερο practice γύρεψα την εφημερίδα τους. Στην πρώτη σελίδα με μεγάλα γράμματα έγραφε “ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΘΑ ΚΑΝΟΥΝ ΑΠΟΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ;” κι από κάτω μια φωτογραφία πούδειχνε κάτι καράβια τούρκικα στη Μύρινα γιομάτα στρατό και τανκ και κάτι δικολαβίστικες δηλώσεις ενός χαμογελαστού Ετσεβίτ. Χαμογελάσαμε κι εμείς με την αφέλεια των εγγλέζων. Αν είναι δυνατόν! Τι δουλειά έχουν οι τούρκοι στην Κύπρο; Οι τούρκοι είναι αδέλφια μας, καρντάσηδες, που λένε. Εφτά χρόνια τώρα αυτά μας λένε εφημερίδες και τηλεοράσεις. Τι έχουμε να μοιράσουμε με τους φίλους μας τους τούρκους; Αυτό που μας συμφέρει είναι να τα πάμε καλά μαζί τους. Γείτονες είμαστε. Κι έπειτα οι δημοκρατίες μας είναι κάπως αδελφικές, κομμένες και ραμμένες στα ίδια μέτρα, από στρατιωτικό ύφασμα και με made in USA στην ούγια.
Μα την πρώτη νύχτα του γάμου σου, στο πρώτο σου ταξίδι με τα φτερά της τεχνολογική αυτοπεποίθησης, όπου όλα σου φαίνονται τόσο υπέροχα και πολυτελή, η χαμογελαστή αεροσυνοδός, το γαρνιρισμένο φαγητό, ο καυτός καφές, η παγωμένη πορτοκαλάδα, η αεροδυναμική τουαλέτα με τ' αρωματισμένα μαντηλάκια και τα όμορφα σαπουνάκια, δε χωρούν δυσάρεστες έγνοιες. Τέτοιος πολιτισμός! Τέτοια φιλοξενία! Πού τα δικά μας ποστάλια, που δε βρίσκεις καρέκλα να καθίσεις, τα δικά μας υπεραστικά λεωφορεία με τα σκαμνάκια στη μέση και το ραδιόφωνο στη διαπασόν... Εδώ όλα τόσο ήρεμα και πολιτισμένα, όλα αποπνέουν το άρωμα τη εξέλιξης του 20ου αιώνα! Πολιτισμός και πολυτέλεια. Αρώματα, αφορολόγητα, κρασιά ακριβά, σαμπάνια!!
-Μήπως θες λίγη σαμπάνια, αγάπη μου;
-Μα φυσικά όχι!
Είναι τόσο λίγο το επιτρεπόμενο συνάλλαγμα κι έχουμε τόσα ν' αγοράσουμε στο Λονδίνο! Βέβαια κρύψαμε και δυο δεκαδόλλαρα ανάμεσα στα φύλλα του αγγλοελληνικού λεξικού. Λαθραία εξαγωγή συναλλάγματος, που λένε, μα τι να κάνεις που μόλις ακούσουν Λονδίνο, όλοι σου φορτώνονται, ποια για καλλυντικά, ποιος για παιδικά ρουχαλάκια, ποιος για δίσκους του Θεοδωράκη, παράνομους φυσικά, ντουμπλαρισμένους σε ξένο κάλυμμα  Το Λονδίνο χωρίς ψώνια είναι ψάρι δίχως λαδολέμονο. Μόλις γυρίσουμε θα πλακώσει το συγγενολόι να δει τι κουβαλήσαμε, πόσο το αγοράσαμε και φυσικά τι τους πήραμε για δώρο. Και με αυτό το συνάλλαγμα πρέπει και να φας και να κυκλοφορήσεις και να δεις και την πόλη και ότι προλάβεις από μουσεία, θέατρα και το πορνό...
Α, είμαστε πλήρως κατατοπισμένοι. Ρωτήσαμε αυτούς που πριν από μας ανακάλυψαν το Λονδίνο, προμηθευθήκαμε χάρτη, φτιάξαμε πρόγραμμα, που το αλλάξαμε ξανά, πότε υπολογίζοντας τον ποδαρόδρομο, πότε τον υπόγειο, πότε τα διώροφα λεωφορεία. Τι να πρωτοδεί κανείς σε μια βδομάδα στο Λονδίνο;
Μόνο στην Πινακοθήκη και το Μουσείο αν περπατήσεις με την ησυχία σου, θες δυο μεροκάματα στο καθένα. Οι σημερινοί τουρίστες είναι σαν τα λαίμαργα παιδιά. Γεύονται απ' όλα μα δίχως να χαρούν ουσιαστικά τίποτε. Η βιτρίνα ποτέ δεν αντιπροσωπεύει την ουσία κι ο σημερινός τουρισμός δείχνει μόνο βιτρίνες.

Σαν προσγειωθήκαμε ήτανε προχωρημένη ώρα στο Λονδίνο. Ευτυχώς με αυτά τα τουριστικά γραφεία, μας περίμενε κάποιος αγγλόφωνος ξεναγός, που μας έχωσε σ' ένα από αυτά τ' ανάποδα πουλμανάκια κι ανάμεσα από τόσους άδειους ανάποδους δρόμους μας πήγε στο ξενοδοχείο μας, το Mount Royal, διαλεγμένο ειδικά για νάναι στην εμπορική καρδιά του Λονδίνου, την Oxford str, για ανετότερα ψώνια.
Μοναδική αντίθεση στη Λονδρέζικη γαλήνια νύχτα κάτι μυστήριοι ρωμιοί στη ρεσεψιόν, που μας ρωτούσαν εναγώνια “πως είναι τα πράγματα στην Ελλάδα;” και όταν εμείς τους απαντούσαμε φυσικά κι αθώα “μια χαρά” μας κοιτούσαν αποχαυνωμένοι, λες κι έβλεπαν δαιμόνους που απέδρασαν από τα καζάνια της κόλασης.
Λες και τόξεραν ότι είμαστε “just married” μας έβαλαν σ' ένα απλόχωρο γωνιακό δωμάτιο με παράθυρα κυκλικά στη γωνία κι άπλετη θέα στη λεωφόρο, με μοκέτα μαλακή και ζεστή, τηλεόραση, ραδιόφωνο και διπλό κρεβάτι! Το πρωινό το σερβίριζαν στο δωμάτιο και είχαμε συμφωνήσει να το τρώμε μέχρι την τελευταία μπουκιά προκειμένου να εξοικονομήσουμε ενέργεια για ποδαρόδρομο μέχρι το μεσημεριανό χοτ ντογκ μιας και τα ψώνια στο Λονδίνο απαιτούν θυσίες!
Ξυπνήσαμε το πρωί για τους Λονδρέζους. Καλέσαμε Αθήνα.
-Ναι; ακούστηκε κατακάθαρη η φωνή της μαμάς. Είναι τα παιδιά! Τρέξε Μιχάλη, είναι τα παιδιά!
-Ρώτα πώς είναι τα πράγματα κει κάτω, με σκούντηξε ο άντρας μου.
-Πώς νάναι; ρώτησε έκπληκτη η μαμά. Μια χαρά, όπως πάντα! Εσείς πώς τα περνάτε; Πώς ήταν το ταξίδι; Ωραίο το Λονδίνο; Έχει καλό καιρό; Τη φιλήσαμε με ανακούφιση. Φάγαμε λαίμαργα το πρωινό μας και κατεβήκαμε ακάθεκτοι για την πρώτη μας εξόρμηση να κατακτήσουμε το υπέροχο Λονδίνο.
Και να η πρώτη έκπληξη. Έλληνες, πλήθος έλληνες στο σαλόνι να χειρονομούν και να φωνάζουν σα χαμένοι.
-Τι συμβαίνει; ρωτήσαμε κάποιον.
-Δεν τα μάθατε; μας είπε με ύφος ανθρώπου, που αντικρίζει αρειανούς, Οι Τούρκοι μπήκαν στην Κύπρο, στην Ελλάδα έγινε επιστράτευση, έκλεισαν τ' αεροδρόμια και τα τηλέφωνα.
-Μα πριν μισή ώρα τηλεφωνούσαμε, τολμήσαμε ν' αντιτείνουμε.
-Για δοκιμάστε τώρα... μας πέταξε ειρωνικά και γύρισε τις πλάτες.
Ξαφνικά, σα σε κάτι περσικά παραμύθια κάποιο χρωματιστό σύγνεφο λες και τύλιξε το μαγευτικό Λονδίνο και από τόπο χαράς και ξεγνοιασιάς γίνηκε τόπος αιχμαλωσίας, μια πράσινη φυλακή με κόκκινα σπίτια, με ωραίες βιτρίνες, απέραντα πάρκα, μουσεία κι αξιοθέατα, όλα τόσο αξιοπρόσεκτα μα και τόσο μακρινά και ξένα! Κι άξαφνα η τηλεόραση του γωνιακού μας δωματίου γίνηκε πιο σημαντική απ' το γωνιακό παράθυρο στη λεωφόρο, μας έφερνε πιο κοντά στη δική μας ζωή, στις δικές μας έγνοιες...
Μέσα από αυτό βλέπαμε τις κυπριακές, τις ελληνικές πόλεις να βομβαρδίζονται, τα καμμένα κορμιά των πατριωτών μας, ακούγαμε νούμερα νεκρών, διηγήσεις βιασμών τόσο αδιάφορα δοσμένων, βλέπαμε τις ηρωικές διασώσεις τουριστών από τις ακρογιαλιές κι έξαφνα νοιώθαμε τόσο ξένοι στη χώρα που φιλοξενώντας μας τόσο μας περιφρονούσε, άξαφνα με τρόμο διαπιστώναμε πως η ζωή του έλληνα αμάχου δε μετρούσε όμοια με του εγγλέζου, λες και το κυπριωτόπουλο είχε κάποιαν ευθύνη σε όλη αυτή την θηριωδία κι έπρεπε να πληρώσει.

Και βλέπαμε τον Ετσεβιτ τόσο χαμογελαστό να μας κηρύσσει το πόσο δίκιο είχε να ορμήσει να κατασπαράξει το μικρό νησί κι από τη μάνα Ελλάδα σιωπή, κανένα σχόλιο, κανένας ήχος, κλειστά τα αεροδρόμια, κλειστά τα τηλέφωνα, λες και άνοιξε η γη και την κατάπιε τη μητρική μας χώρα. Υπήρξαν άνθρωποι που ξεκίνησαν οδικά να φθάσουν μέσω Πάτρας, ήταν η μόνη ανοιχτή πύλη εισόδου, λεγαν, μα ήτανε μεγάλο το τόλμημα κι έπειτα.. ίσως... ποιος ξέρει;
Πήγαμε στην Πρεσβεία κάτι να μάθουμε. Ο Λευτέρης είχε επιστρατευθεί, θάπρεπε να γυρίσει. Χτυπήσαμε την πόρτα με την ελληνική σημαία. Τέτοια γαλήνη στο δενδροφυτεμένο δρόμο! Περιμέναμε... Κάποιος από τη μισάνοιχτη χαραμάδα μας είπε πως είναι κλειστή η πρεσβεία επ' αόριστον, πως δεν ξέρει κανείς τίποτε, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε.... Κι αν ξεσπάσει πόλεμος; Καλύτερα εδώ. Η καρδιά μου δίψαγε για σιγουριά. Ήμουν δυο μερών νύφη. Ίσως και νάπρεπε να πανηγυρίζω έτσι που ήλθαν τα πράγματα και γλιτώσαμε. Ο πόλεμος είναι θάνατος, τόβλεπα και στην τηλεόραση, μα κάτι πιο βαθύ μέσα μου μούλεγε “Κάλιο θάνατος στη δική σου γη, παρά τέτοια ζωή σε ξένη χώρα”. Η τύχη της πατρίδας μου δική μου τύχη, η μοίρα της φυλής μου δικιά μου μοίρα. Λες και μέσα μου ξυπνούσαν κραυγές προγόνων, λες και γύρω μου φτερούγιζαν ψυχές, απ' τα κόκαλα βγαλμένες των ελλήνων τα ιερά!
Κάτω στη λεωφόρο έκαναν διαδήλωση. Ήμερη διαδήλωση, πολιτισμένη, σαν παρέλαση. Όλοι συντεταγμένοι ανάλογα με τις πολιτικές τους πεποιθήσεις με τα πανώ και τα μωρά στα καροτσάκια. Τη μια μέρα ελληνοκύπριοι, την άλλη τουρκοκύπριοι, ήρεμοι φώναζαν τα συνθήματά τους με την προστασία της αστυνομίας και την ανοχή των εγγλέζων πολιτών. Δημοκρατία έχουμε. Όλοι μπορούν να λένε ότι θέλουν. Και στις γωνιές πηγαδάκια όλο αγωνία.
-Κανένα νέο από την πατρίδα;
-Τι γίνεται κει κάτω στην Ελλάδα;
-Πώς πάτε από λεφτά, αδέλφια;
-Έχουν υποχρέωση να μας κρατήσουν τουλάχιστον μέχρι να δούμε τι θα γίνει.
-Ο Τάσος πήγε από την Ιταλία, 4 μέρες ταξίδι.
-Κι από Γιουγκοσλαβία, λένε, μπαίνεις.
-Κι αυτά τα ρημάδια τα πρακτορεία.. χάνεις λέει το εισιτήριο αν φύγεις νωρίτερα.
Απέραντα ηλιόλουστα πάρκα... φωτογραφίες με τους ελέφαντες και τις αρκούδες στο Ζωολογικό κήπο. Ο Μακάριος στης Μαντάμ Τυσσό και τα μάρμαρα του Ελγίνου στο Βρεταννικό Μουσείο. Κι εσύ Ελλάδα τόσο μακρυά, τόσο κοντά, τόσο τριγύρω μας, μας αγκαλιάζεις, μας κυκλώνεις, μας προστατεύεις, μας πνίγεις.. Ολόγυρα η βασιλευομένη δημοκρατία της γηραιάς ξεπεσμένης Αλβιόνας. Μια δημοκρατία ήμερη και αδιάκοφτη για τόσους αιώνες με μονάρχη στο κεφάλι της, μια αδιάφορη δημοκρατία κομμένη και ραμμένη στα βρετανικά μέτρα. Η μόνη δημοκρατία στην Ευρώπη που χτίστηκε ανέξοδα σα φυσική εξέλιξη της κοινωνικής κατάστασης, μια δημοκρατία με πρίγκηπες και λόρδους, εργάτες και βουλευτές, νέγρους εισπράκτορες κι ευγενικούς πολιτσμάνους. Μια δημοκρατία που ονειρεύεται τις παλιές δόξες της κοσμοκρατορίας της με δέος, που δεν παύει ν' ανακατεύεται όπου της είναι βολετό στα παρασκήνια της διεθνούς κουζίνας. Και τώρα νάτην η τρίτη εγγυήτρια δύναμη ενός κράτους βρέφους, που μόλις γλίτωσε από την τυραννική της αγκάλη, αδιάφορη, ίσως και ικανοποιημένη από την τροπή των πραγμάτων.
-Καλά να πάθουν! Ανεξαρτησία δε γύρευαν; Ιδού το τίμημα της ανεξαρτησίας τους.
Μικρόψυχη δημοκρατία, στημένη στους τύπους, όμοια με το βασίλειο των τραπουλόχαρτων στην “Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων”.
Για να περάσουν οι κύπριοι στρατιώτες κυνηγημένοι από τις ορδές του Αττίλα μέσα από τις εγγλέζικες βάσεις, αυτές που υποτίθεται ότι νοικιάζουν από τους κυπρίους, έπρεπε να βγάλουν τις στολές τους, γιατί ο κανονισμός ρητά απαγόρευε τη διέλευση ξένων χρωμάτων από τις εγγλέζικες βάσεις κι οι κύπριοι γυμνοί πέρασαν το δρόμο της λευτεριάς και της ταπείνωσης. Η ανθρωπιά κι η αξιοπρέπεια στραγγαλίζονται από τους τύπους... Το λιοντάρι κι αν εγέρασε και ξεδοντιάστηκε δεν παύει νάχει τα επιθετικά του ένστικτα, να ματώνει, όπου μπορεί.
Οι εγγλέζοι, τόσο ευγενικοί, σου λένε ευχαριστώ ακόμη και αν τους σπρώξεις κατά λάθος στο δρόμο, σε κοιτούν όμως τόσο αγέρωχα που σου παγώνει το αίμα. Λες κι η υγρασία νότισε τα χαμόγελα, τα χέρια τους. Πουθενά η ζέστα η ανθρώπινη, η εγκαρδιότητα, η έκπληξη, η έντονη αντίδραση. Ακούν στις γωνιές του πάρκου τους διάφορους περιπατητικούς φιλοσόφους με ειρωνική αυτοσυγκράτηση. Προσμένουν υπομονετικά να τελειώσει η πορεία για να πάνε στις δουλειές τους, όπως προσμένουμε να περάσει η καταιγίδα. Τέλεια αδιάφοροι, τέλεια συγκρατημένοι. Μοναδική τους εκτροπή, οι χούλιγκαν στα γήπεδα, και οι βασιλικές παράτες.
Τα υπέροχα καταπράσινα πάρκα τόσο απέραντα για μια μεγαλούπολη στην πρώτη λιακάδα γεμίζουν ξαπλωμένους μακάριους εγγλέζους. Ξαπλώνεις, ατενίζεις τον παράξενο γαλάζιο ουρανό κι αναθυμιέσαι τη γαλανή πατρίδα σου. Ο ήλιος είναι αλλιώτικος, χλιαρός. Οι εγγλέζοι παίζουν κάποιο παιχνίδι στα γήπεδα ή τρέχουν με τις φόρμες τους. 'Ομορφη μεγαλούπολη για να ζει κανείς, αν ήταν στην Ελλάδα. Και κλείνεις τα μάτια και θαρρείς πως από μαγεία ακούς τις βροντερές φωνές των εμπόρων σε κάποια Λαϊκή.
-Μαρούλια, λάχανα, ντομάτες, σπανάκι, πορτοκάλια, μήλα 5 και φύγαμε! Χαμογελάς. Δε σκέφθηκες ποτέ άλλοτε πόσο χαριτωμένη είναι η πολύχρωμη φασαρία της Λαϊκής! 'Ισως φταίει η μυρωδιά του υγρού γκαζόν που σε μαγεύει.
Τι όμορφα λουλούδια στο Λονδίνο! Τι φροντισμένα! Κι οι λιμνούλες τόσο γεμάτες καθαρό νερό, κύκνους, πάπιες! Μπροστά σε τέτοια πάρκα ο φουκαριάρης ο Εθνικός κήπος μοιάζει με οικογενειακό περιβόλι. Και όμως αυτός ο μικρός κήπος στην καρδιά της Αθήνας, στον ίσκιο της Ακρόπολης, δυο δρασκελιές όλος κι όλος, για σένα είχε άλλη σημασία. Θαρρείς κι ακόμη αντηχεί τον απόηχο της 3ης Σεπτέμβρη, θαρρείς και σε κάθε του στροφή θ' ανταμώσεις κάποιον από αυτούς πούγραψαν την τυραγνισμένη Ιστορία των τελευταίων γενιών. Εδώ όλα είναι τόσο όμορφα, μα όλα δίχως νόημα, δίχως βαθύτερο μήνυμα. Είναι μια ξένη χώρα. Μια ήμερη πράσινη χώρα με αδιάφορους κατοίκους. Θα σε παραξένευε κάθε δημόσια εκδήλωση χαράς ή μίσους, κάθε έκρηξη ενθουσιασμού ή πίκρας. Λες και όλα πλάστηκαν για νάναι σιωπηλά. Κι ο ουρανός πάντα τόσο έτοιμος να συννεφιάσει...

Ξαφνικά το βράδυ μάθαμε πως γύρισε ο Καραμανλής, πως έγινε ξανά δημοκρατία! Κι είδαμε τον κόσμο να πανηγυρίζει στους δρόμους κι είδαμε τους αστυφύλακες αγκαλιά με τον κοσμάκη... Και δεν ξέραμε πια τι να σκεφθούμε. Να κλάψουμε ή να γελάσουμε από το ξαφνικό! Λες και μεσημέριασε προτού χαράξει! Έτσι ξαφνικά κι απροειδοποίητα έγινε δημοκρατία ξανά στην Ελλάδα και μεις μακρυά στο Λονδίνο και καλοκαιριάτικα να βρέχει! Είδαμε στην τηλεόραση πολλούς έλληνες πούχανε φύγει στη δικτατορία να μιλάνε, να κάνουν αναλύσεις κι εξηγήσεις των συμβάντων και να μαζεύουν τα μπογαλάκια τους για την επιστροφή τους στη γη της επαγγελίας, την αλλοπρόσαλλη πατρίδα μας.
Να λοιπόν και στην Ελλάδα η δημοκρατία. Και τι είναι η δημοκρατία; Τι είχαμε προλάβει εμείς να ζήσουμε απ' τη δημοκρατία; Είμαστε τόσο παιδιά σαν ήλθε η εθνοσωτήρια επανάσταση! Τι πάθαμε τάχατες από δαύτη για να την εχθρευόμαστε;
Στην αρχή μας ήλθε σα μια ελπίδα, σα μια γιορτή. Έκλεισαν τα σχολειά νωρίτερα, πλησίαζε το Πάσχα, το ραδιόφωνο έπαιζε συνέχεια εμβατήρια, οι δρόμοι έρμοι, παντού ησυχία, το τηλέφωνο μόνη παρηγοριά.
-Είστε όλοι καλά;
-Κι εμείς καλά.
-Μάθατε τίποτε;
-Για να δούμε... ότι πει το ραδιόφωνο!!
Δεν είχαμε να φοβηθούμε τίποτε. Φιλήσυχοι πολίτες είμαστε κι όμως ο πανικός μας πλάκωσε τα στήθια. Να μη μπορείς ούτε στη γειτόνισσα να πάς! Και κάτι μακρινοί ήχοι. Νάτανε πιστολιές; Ευτυχώς που δεν ανακατευόμαστε με τα πολιτικά. Αυτό το τρελόπαιδο απέναντι, ο Παντελής, τάχατες τι να γίνεται; και δόστου τα εμβατήρια να λαλούνε, λες και πηγαίναμε για πόλεμο, τα ίδια εμβατήρια πούβαζαν και στις παρελάσεις, μόνο που τώρα δε μας έκαναν τα στήθια να φουσκώνουν από περηφάνια, γιατί κείνος ο κόμπος μας έσφιγγε το λαιμό.
Και ποιος τέλος πάντων είναι ο αρχηγός; Κι ο βασιλιάς; Γιατί δε φαίνεται ο βασιλιάς; Κι έπειτα ακούστηκαν κάποια ονόματα, άγνωστα ονόματα, άσημα μα ιστορικά και τόσες θριαμβολογίες για την αναίμακτη νίκη! Ο κόσμος στέναζε με ανακούφιση!!! Πάει κι αυτό! Βέβαια μας σφίγγουν τα ζωνάρια, μα -δε βαριέσαι- επιζήσαμε. Ίσως και για καλύτερα! Τόχαν παρατραβήξει πια κι αυτοί οι βουλευτές με τους χοντρούς μισθούς και τον τουπέ τους! Ίσως τούτοι εδώ να είναι καλύτεροι! Πάντως από τους Κουκουέδες σίγουρα είναι καλύτεροι. Τι να κάνει ο δύσμοιρος ο ρωμιός; Μπρος βαθύ και πίσω ρέμα. Κουλουβάχατα. Κάθε πλατεία και τανκς, κάθε περβόλι και τανκς, τανκς που μπορούσαν να γκρεμίσουνε ολάκερη την πόλη. Και δίπλα, η ελληνική λεβεντιά, κάτι φανταράκια λερά κι αξούριστα, δυο πιθαμές μπόι, που κοίταζαν βλοσυρά τον κόσμο που τους χάζευε για αξιοθέατα. Φοβόντουσαν τάχατες τα φανταράκια τον κοσμάκη που θάμαζε με τρόμο τα σιδερένια τέρατα, τους υπερασπιστές της τιμής της χώρας; Τάχατες αναλογίζονταν τι γύρευαν τα τανκς στο Σύνταγμα, κάτω από τον Άγνωστο στρατιώτη, απέναντι στον Παρθενώνα; Ποιον ήθελαν να πολεμήσουν;

Ο στρατός είναι από τη φύση του παράλογος γιατί εξυπηρετεί μια παράλογη σκοπιμότητα. Τι λογικό υπάρχει τάχατες στον πόλεμο; Στο στρατό υπακούουν σε διαταγές, που δε μπορούν να ελέγξουν. Είναι όλοι πιόνια. Η καταστροφική εμπειρία της ανθρωπότητας δίδαξε πως έτσι μόνο κερδίζονται οι μάχες. Με πειθαρχία και τυφλή υπακοή. Αλλιώτικα ποιος τρελάθηκε να πάει να σκοτωθεί για τα συμφέροντα κάποιου τρίτου; Αλίμονο αν στον πόλεμο λειτουργεί ο άνθρωπος σα λογικό πλάσμα. Τότε δε θα υπήρχε πόλεμος, δε θα υπήρχε στρατός, δε θα υπήρχε ούτε επανάσταση της 21 Απριλίου.
Η μέχρι τότε εμπειρία μου για τις δικτατορίες εξαντλιόταν σε κάτι μισόλογα για το Μεταξά και τα βασανιστήρια πούκανε στους πολιτικούς κρατούμενους, πράγματα που φυσικά αρνιόμουν να πιστέψω πως γινήκανε επί πρωθυπουργίας του θρυλικού πρωθυπουργού του ηρωικού μας ΟΧΙ, του μόνου πρωθυπουργού, που άκουσα ν' αναφέρεται με τ' όνομά του στα μαθητικά μου χρόνια. Πραγματικά. Η Ιστορία της Ελλάδας στα σχολικά εγχειρίδια τέλειωνε με την άφιξη του Όθωνα και της Αμαλίας, αν και το κεφάλαιο Καποδίστριας ήταν σύντομο και θολό. Οι πρωθυπουργοί ήταν πολιτικά πρόσωπα, δηλαδή λίγο πολύ παράνομα για κρατική εκπαίδευση. Όμως ο ηρωισμός και η γενναιότητα ήταν συνώνυμα με το Μεταξά, τον τελευταίο Λεωνίδα της φυλής. Κι αν στις 25 του Μάρτη ακούγαμε για τον Παλαιών Πατρών, τον Κολοκοτρώνη, τον Κανάρη και τον Καραΐσκάκη  κάθε 28 του Οκτώβρη ακούγαμε μόνο για το ΟΧΙ του Μεταξά. Κι έπειτα άντε να με πείσεις πως ΑΥΤΟΣ ο Μεταξάς τάιζε τους ανθρώπους ρτσινόλαδο κι έπειτα τους κάθιζε στις παγοκολώνες!
Και όμως και δίχως αποδείξεις ο φόβος κυκλοπετούσε ολούθε μας. Λες και είχε πέσει καταχνιά. Πηγαίναμε στο σινεμά. Πρώτα πρώτα το τραγούδι 21 Απρίλη. Δε μπορούσες να διαβάσεις ότι θες, να τραγουδήσεις ότι θες, να μιλήσεις όπως θες. Τραγούδια μέχρι χθες αγαπητά πέρασαν στην παρανομία. Μια καθηγήτρια δε χώνευε μιαν άλλη και την κάρφωσε πως είχε δίσκους Θεοδωράκη και είδε κι έπαθε η γυναίκα να πείσει τον αστυνόμο για την εθνικοφροσύνη της! Θάπρεπε νάχαμε πεισθεί. Στο κάτω κάτω τι μας ένοιαζε ποιος σατανάς είναι πάνω από το κεφάλι μας; Μήπως όλοι τους ίδιοι δεν είναι;
Και όμως! Ο αγέρας μύριζε αλιώτικα. Μύριζε μούχλα, ψοφίμι. Μα μεις κοιμόμαστε ήσυχοι, ώσπου ήλθε αυτός ο χαζοβασιλιάς να κάνει λέει πραξικόπημα κι αυτός, ελπίζοντας να μας βγάλει από το ραχάτι μας. Κι εμείς ακούγαμε απ΄' την τηλεόραση τα κατορθώματά του, μασώντας τσίχλες και πασατέμπο, χουζουρεμένοι τη γαλήνη μας. Χαρά στο βασιλιά, που τον έπιασαν στον ύπνο και του πήραν την εξουσία μέσα απ' τα χέρια ποιοι; μια φούχτα συνταγματάρχες! Δεν έπρεπε να φερθεί έτσι, τέτοιος λεβεντονιός, με τέτοιο παράστημα, τέτοιο στυλ! Κι αυτή η γλυκιά του γυναικούλα, που μας ήλθε κι άπροικη, δεν πάλευε λιγάκι να του βάλει μυαλό; Μα την άφηνε, βλέπεις, η στρίγγλα η πεθερά της; Αν δεν ήταν αυτή η γριά σκρόφα, ο Κωνσταντίνος μπορεί και νάπαιρνε την Πόλη. Εξαδάχτυλος ήτανε, τ' όνομα το είχε, ολυμπιονίκης ήτανε, έδειχνε συμπαθητικός, έστω και αν δεν ήξερα ν' αρθρώσει δυο λέξεις σωστές στα ελληνικά. Μα τώρα πάει! Πέταξε το πουλάκι! Θρονιάστηκε στ' ανάκτορα ο αντιβασιλέας Ζωιτάκης κι η αντιβασίλισσα Παγώνα κι έκαναν κάτι υπέροχες μοιρασιές στα σερβίτσια και τις κλινοστρωμνές των βασιλιάδων! Τι να κάνουμε; Είναι στο αίμα μας. Όλοι τιμάμε το ρηθέν “Ποιος έχει μέλι στα δάχτυλά του και δεν το γλύφει;” Τόσα χρόνια μασούσαν οι πολιτικοί, τώρα οι στρατιωτικοί! Χαλάλι τους, αρκεί νάχουμε την ησυχία μας και το καθημερινό μας.
Έλα όμως που και αυτό το καθημερινό έγινε σιγά σιγά δυσεύρετο. Με το παραμικρό αεράκι ανησυχίας ο κόσμος έπεφτε στα σούπερ μάρκετ και τα μπακάλικα και τ' άδειαζε μέχρι τα ψίχουλα. Βέβαια οι έμποροι πανηγύριζαν. Πουλούσαν κονσέρβες 50 χρόνων, μοσχάρια κατεψυγμένα για φρέσκα, μα τι να τα κάνεις τα λεφτά, έτσι που η δραχμή ξεφτιλίζεται μέρα με τη μέρα; Πάντως ευτυχώς η ηρεμία κι η γαλήνη υπάρχουν κι έτσι έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο! Η ασφάλεια κάνει περίφημα τη δουλειά της. Έπιασε και τους βομβιστές αναρχικούς και το δολοφόνο Παναγούλη, που πήγε να τινάξει στον αέρα τον πατέρα του έθνους, τον Γεώργιο Παπαδόπουλο! Αυτός μάλιστα! Ήταν γεννημένος πολιτικός, μιλούσε από στήθους και τόσο καθαρά, που όλοι έμεναν έκθαμβοι από θαυμασμό! Βέβαια δεν καταλάβαιναν όλο το βάθος των νοημάτων του, μα σίγουρα μιλούσε για σπουδαία πράγματα κι έτσι που σ' έπειθε να μη προβάλεις αντιρρήσεις. Ήταν κατηγορηματικός. Στην Ελλάδα όλα πάνε καλά, ήλθε κι η Coca Cola. Οι αγρότες πανευτυχείς αφ' ότου τους χαρίστηκαν τα δάνεια, οι μαθητές στα βιβλία τους, που τα παίρνουν ΔΩΡΕΑΝ ΤΗΣ ΕΘΝ. ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ. Οι εργάτες στα γιαπιά και τα εργοστάσια. Η Ελλάδα ευημερεί, είναι όαση γαλήνης κι ηρεμίας. Γιαυτό και τη φθονούν! Οι έλληνες θέλουν άρτον και θεάματα, κι όσο λιγόστευε ο άρτος, τόσο τα θεάματα γινόντουσαν πιο εντυπωσιακά. Από τη γιορτή της Πολεμικής Αρετής στο Παναθηναϊκό Στάδιο, όπου έλαμπαν τα ουράνια με του αντιαρματικούς προβολείς, ως τις Απόκριες και την Πρωτομαγιά, κι απ' τις ελληνικές υπερπαραγωγές του σινεμά ως τον δακρύβρεκτο “Άγνωστο πόλεμο” στην τηλεόραση, η 21 Απριλίου με χίλια πρόσωπα πάλευε να μας πείσει για τη σκοπιμότητα της ύπαρξής της και τη νομιμότητα της παρουσίας της.
Ο Πειραιάς ήταν η καλύτερη βιτρίνα. Μ' ένα Σκυλίτση κι άφθονο χρήμα από την πιο βρώμικη πόλη της χώρας μεταμορφώθηκε στην πιο καθαρή, λες και πέρασε ο άσπρος σίφουνας! Στα σκουπιδιάρικα φύτρωσαν λουλούδια πλαστικά κι οι σκουπιδιαρέοι ντύθηκαν γαλατάδες. Κάθε εποχή ήταν ευκαιρία παράτας για τον Πειραιά. Τα Χριστούγεννα με τα πανάκριβα ξενόφερτα στολίδια, οι απόκριες με το Καρναβάλι, τ' άρματα και τις καλλίγαμπες μαζορέτες, το καλοκαίρι με τη γιορτή της θάλασσας και τα καλλιστεία και πάνω απ' όλα η επέτειος της 21 Απριλίου με το ομαδικό κουμπάριασμα του δημάρχου με τις άπορες δημότισσές του! Τόσοι γάμοι! Τι πανηγύρι και τι θέαμα! Η χαρά σου στο χάζι και το περιγέλιο του κοσμάκη και όλα αυτά για το ξεροκόμματο της ελεημοσύνης της Εθνικής μας Κυβέρνησης στις άπορες που προικοδοτούσε!
Κι από την άλλη πέθανε κι ο κακομοίρη ο γερο Παπανδρέου, καταπικραμένος και λησμονημένος, σα σύμβολο του “μηδένα προ του τέλους μακάριζε”. Στην κηδεία του μαζεύτηκαν κάμποσοι φανατικοί κι η νύφη του, λέει,- άκου αμερικάνικες κουζουλάδες!- αντί ν' ακολουθάει με την πλερέζα, σκαρφάλωσε στο φέρετρο -Θεός φυλάξοι- κι έκανε το σήμα της νίκης! Κάμε παιδιά να δεις καλό! Τόπε και το ραδιόφωνο κι η τηλεόραση έδειξε και τη φωτογραφία της. Μα τι περιμένεις; Αμερικανοβουλγάρα δεν είναι;
Ο Αντρέας ήτανε διάσημος από τ' άλογα που θάβαζε να κατακτήσουν τη Θεσσαλονίκη για να διχοτομήσει την Ελλάδα, να κατέβουν οι Βούλγαροι κλπ κλπ, όλα τα τρομερά, που πρόλαβαν οι ηρωικοί αρχηγοί της 21 Απριλίου. Μοναδική αντίφαση στο ματοβαμμένο πορτραίτο του τρομερού ανθρωποφάγου, ένα βιβλιαράκι καλοφτιαγμένο, που κυκλοφόρησα στα σχολειά μας για τα 100 χρόνια του Γκρέκο και είχε την υπογραφή Ανδρέας Παπανδρέου. Μπορεί τάχατες ένας άνθρωπος που ασχολείται με τέτοια φροντίδα για τόσο ωραία πράγματα να σχεδιάζει να καταστρέψει την πατρίδα του; Παιδιάστικη αφέλεια!!
Υπήρξαν πράγματα που τα μαθαίναμε αργότερα, όπως τη δήλωση Σεφέρη ή που διατηρούσαμε μια συγκεχυμένη εικόνα στη σκέψη δίχως να μπορούμε να κρίνουμε καθαρά, όπως με τις δίκες των βομβιστών. Η αλήθεια είναι πως δε μας εξέφραζαν οι προσπάθειές τους. Πάντα το αίσθημα της φοβίας για οποιαδήποτε ανωμαλία μας κατέτρεχε ασταμάτητα. Δεν είχαμε ζήσει πολέμους κι ανωμαλίες για νάχουμε τέτοιο πανικό, μα φαίνεται πως οι γονιοί και οι παππούδες μας μετέφεραν τις συγκλονιστικές τους εμπειρίες στο υποσυνείδητό μας μετατρέποντάς μας σε φοβισμένα αγρίμια. Φοβόμαστε, μα δεν ξέραμε τι. Πηγαίναμε στο Πολυτεχνείο κι έπειτα σπίτι, κάνα θέατρο, κάνα σινεμά, πάντα με το φόβο να μας φυλάει.

Ήλθε η κατάληψη της Νομικής μα ακόμη δεν την εγκρίναμε ολόψυχα. Ήλθαν και οι υποχρεωτικές στρατεύσεις. Άρχισεν αν φοβάσαι να πλησιάσεις το Πανεπιστήμιο, μόνο και μόνο γιατί είσαι φοιτητής! Σε σταματούσαν και αν έβλεπαν ταυτότητα φοιτητική μπορούσες νάχεις άγρια τραβήγματα. Μαθαίναμε πως σταματούσαν τις παραδόσεις για να συλλάβουν φοιτητές και οι πανεπιστημιακοί μας δάσκαλοι ένιπταν τα χέρια. Μαθαίναμε για τον Αλέκο, ένα τρελόπαιδο διάνοια, που ξημεροβραδιαζόταν στο Δημόκριτο γιατί είχε ψώνιο με την Πυρηνική Φυσική, πως τον σπάσανε στο ξύλο γιατί ανακατεύτηκε σε μια διαδήλωση. Είδαμε φοιτητές, που τελικά δεν ήταν φοιτητές, να συλλαμβάνουν συναδέλφους μας. Τα καρφιά δούλευαν συστηματικά. Μα τι παράξενο! Τώρα που οι φόβοι μας έπαιρναν σάρκα και οστά ο πανικός του φόβου μας ημέρευε. Η αλήθεια είναι πως όντας φοιτητές είχαμε ξεχάσει πια για ποιαν αφορμή αγωνιζόμαστε. Τώρα πια το συναίσθημα της σκλαβιάς ήταν ανυπόφορο. Αρνιόμασταν πια τις απαγορεύσεις, δεν αντέχαμε τον πανικό του ίδιου μας του φόβου.
Και όταν ήλθε το Πολυτεχνείο ξέραμε πια γιατί μισούσαμε τη δικτατορία. Και μαζί μας κι όλος ο κοσμάκης, που πετούσε τις σακούλες γεμάτες τρόφιμα από τα κάγκελα. Όλοι αυτοί ένοιωθαν την κατάσταση να τους πνίγει μα ήταν δειλοί για να πολεμήσουν κι έσπρωχναν μια φούχτα τρελόπαιδα να παλαίψει για ένα ολόκληρο λαό. Όλοι στα ΙΧ, στα λεωφορεία γελούσαν, άλλοι φανερά κι άλλοι κάτω απ' τα μουστάκια τους, όταν μουτζουρώναμε τις λαμαρίνες με συνθήματα κατά της Χούντας και κατά της αμερικάνικης καταδυνάστευσης.
ΔΕΝ ΠΕΡΝΑ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ
ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑΤΟ

ΕΞΩ ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ
ΨΩΜΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Το Πολυτεχνείο! Ειπώθηκαν τόσα για το Πολυτεχνείο. Το Πολυτεχνείο για τη γενιά μας ήταν το ξύπνημα της πολιτικής μας συνείδησης, ο πρώτος πετεινός στο βαθύ σκοτάδι, κάτι σαν το Θούριο του Ρήγα “Ως πότε παλληκάρια θα ζούμε στα στενά;...καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή!”

Κείνο το βράδυ της εισβολής του τανκ ήμουν στο σπίτι. Ήμουν κορίτσι κι έπρεπε μιαν ορισμένη ώρα νάμαι σπίτι μου. Άλλωστε η καρδιά μου ήταν εκεί με όλο τον πυρετό της ευφορίας, την έξαψη της λευτεριάς, που μου χάριζαν οι γνώριμοι χώροι του. Λες και ξαφνικά ολομεσίς στην Ελλάδα αναδύθηκε μια όση λευτεριάς και ειρήνης, μια κοινωνία αδελφοσύνης, τάξης κι αγάπης. Άκουγα το σταθμό.
“Εδώ Πολυτεχνείο... Εδώ Πολυτεχνείο. Σας μιλά ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερα αγωνιζόμενων φοιτητών, των ελεύθερα αγωνιζόμενων Ελλήνων”. Τ' άκουσα όλα, στιγμή με τη στιγμή και ο φόβος πάγωνε ξανά το αίμα στις φλέβες μου, μα η πόρτα του σπιτιού μου ήταν ερμητικά κλειστή, ήμουν κορίτσι, δεν είχα ελευθερία δράσης. Ο Λευτέρης ήταν εκεί. Το ήξερα και πανικοβλήθηκα. Αν οι φαντάροι..... Δε μπορεί να το κάνουν αυτό οι φαντάροι στα παιδιά! Πρέπει κι αυτοί νάχουν ξυπνήσει! Δε βλέπουν πως μας κυβερνά η παράνοια; 'Ακουσα για τραυματισμένους, επικλήσεις για γιατρούς, για φάρμακα...
Ο Λευτέρης ήταν εκεί. Θα γλίτωνε, Θεέ μου; Άκουσα για τη Βέμπο, που πρόσφερε το σπίτι της καταφύγιο στα χτυπημένα παιδιά και την ευλόγησα για μια ακόμη φορά αυτή τη γυναίκα. Ήταν και για μας η τραγουδίστρια της νίκης, του θριάμβου μας πάνω στην ωμή βία. Τελικά τηλεφώνησε ο Λευτέρης από κάποιο διαμέρισμα ενός άγνωστου.
-Στην είσοδο μας άφηναν  μας είπα μα πιο κάτω έκαναν μπλόκα και χτυπούσαν. Βρήκαμε εδώ την πόρτα ανοιχτή και μπήκαμε. Θα μείνουμε μέχρι το πρωί.

Το πρωί κατέβηκα κι εγώ, δίχως καμιάν ηρωική διάθεση, για να μάθω νέα, να δω τι γίνεται. Λιωμένα αυτοκίνητα στους δρόμους, βλοσυροί πολιτσμάνοι στις γωνίες και πού και πού παιδιά που φώναζαν συνθήματα κι έπαιζαν κρυφτούλι με την αστυνομία. Κάπου κει στην Πανεπιστημίου μια παρέα νεαροί έτρεχαν και φώναζαν “Λαέ κουνήσου, σκοτώνουν το παιδί σου” μα ο λαός περνούσε ατάραχος και βιαστικός τα φαρδιά πεζοδρόμια και την άδεια λεωφόρο. Γιαυτούς το ζήτημα είχε λήξει. Ίσως νάταν οι ίδιοι που έφερναν τα τρόφιμα, που φώναζαν Ζήτω και Μπράβο! Τώρα ήταν με τη μεριά της βίας, με το νικητή. Πάνω απ' όλα η ησυχία μας! Τι κι αν πεθάνουν κάτι παλιόπαιδα; Τι κι αν φάνε μερικές; Έτσι είναι η ζωή. Έτσι πληρώνουν οι επαναστάτες.
Βγήκε κι ο Μαστοράκης στην τηλεόραση κι έδειξε κάτι τρομαγμένα παιδιά και πάσχιζε να μας πείσει πως όλα ήταν τυχαία, πως δεν είχαν πολιτικό μήνυμα, πως οι φοιτητές λατρεύουν τη δικτατορία και το άλλο κιόλας πρωινό, όλα στην κορυφή της Χούντας αναποδογύριζαν κι υλοποιήθηκε ο αόρατος δικτάτορας Ιωαννίδης.
Η απελπισία πότιζε τις ψυχές μας κάθε φορά που αντικρίζαμε την πεσμένη πύλη του Πολυτεχνείου μας. Τι σημασία είχε ποιος από τη Χούντα είναι στην κορφή; Τι σημασία είχε που οι αμερικάνοι μαγειρεύουν, λέει, νέες λύσεις. Η καρδιά μας μάτωνε ακούγοντας κρυφά τη Ντουτσε Βέλλε και όχι στα επαναστατικά της θούρια αλλά στο μελωδικό από το Μαουτχάουζεν “Τι ωραία που είναι η αγάπη μου!” Στη γλυκιά μουσική φούντωνε όλος μας ο καημός για την καταδικασμένη μας αγάπη για την όμορφη πατρίδα μας που βαδίζει αργά αργά ματοβαμμένη μέσα στα συρματοπλέγματα τον τραχύ δρόμο του πεπρωμένου της. Η νοσταλγία για τη λευτεριά που δεν προφθάσαμε να γευτούμε μας πλημμύριζε παράπονο. Ως πότε παλληκάρια θα ζούμε στα στενά;

Κατά τ' άλλα η ζωή κυλούσε ομαλά. Τα μαθήματα ξανάρχισαν και τον Ιούνιο πήρα το πτυχίο μου. Ήταν καιρός πια να σκεφθώ το γάμο μου. Το αίσθημα είχε τραβήξει, το σούσουρο του κόσμου είναι έντονο όταν τραβούν σε μάκρος τέτοιες υποθέσεις. Γιατί να μη παντρευτούν; σου λέει ο άλλος. Εκείνος τελειωμένος είναι κι υποχρεώσεις δεν έχει. Ήταν ανάγκη να τελειώσει και αυτή; Να δεις που στο τέλος δε θα την πάρει! Και κοτζάμ μηχανικός να πάρει θέση στον ΟΤΕ! Ποιος ξέρει τι άσχετος θα είναι;
Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν κάνας χρόνος που είχε απολυθεί από φαντάρος. Εγώ τον πρωτογνώρισα ενώ ήδη υπηρετούσε στο σπίτι της ξαδέλφης του. Χωρίς να είμαι μιλιταρίστρια βρίσκω πως η στολή δίνει άλλη γοητεία στον άντρα. Ίσως αν ήταν πολίτης να μην τον πρόσεχα, τουλάχιστον εκείνη τη βραδιά. Πρώτο κοινό σημείο, το Πολυτεχνείο, κάποιοι κοινοί γνωστοί, καθηγητές και βοηθοί. Ήταν κι αυτός το ίδιο αδιάφορος πολιτικά, αν και ο στρατός τον είχε πλάσσει λίγο επαναστάτη. Πώς τα καταφέρνουν λοιπόν στο στρατό και αντί για πειθαρχημένους πολίτες να ξεφουρνίζουν επαναστατημένους ραγιάδες; Όσο είναι φαντάροι σκύβουν το κεφάλι και υπακούν, μα μόλις ξεφύγουν ξεσπαθώνουν όλοι ενάντια στο λοχία τους, όλοι σαν τα ποντίκια έτοιμοι να σκάψουν κάτω απ' τα πόδια του, όλοι ενωμένοι ενάντια στην κορφή, μα όλοι αναγκαστικά όργανα αυτής της κορφής.
Κείνο το βράδυ σιγοτραγουδούσαμε παράνομα. Παλιές ξεθαμμένες νότες που ζεσταίνονταν με την ανάσα μας και σιγοπετάριζαν ανάμεσά μας. Κείνο το βράδυ τραγουδούσαμε Ερωτόκριτο κι έγινε αυτό το μαγικό -απαγορευμένο από τη Χούντα- τραγούδι η τελική πνοή που φούντωσε τη σπίθα της αγάπης μας. Η τελική νίκη του έρωτα πάνω στη βία. Ο τελικός θρίαμβος της κάθε νέας γενιάς, που σε πείσμα της κάθε προκατάληψης βαδίζει λεύτερα την ανηφόρα.
-Θα μπορούσα να σε ξαναδώ; μου είπε φεύγοντας.
-Μα και βέβαια! Όποτε σε φέρνει ο δρόμος σου στην ταλαίπωρη Αθήνα!
Τελικά εγώ έκανα το επόμενο βήμα με πρόφαση κάποιαν εκδρομή με την ίδια παρέα.
-Παιδιά δε βλέπουμε και το Λευτέρη, μιας και είναι στο δρόμο μας;
Ξαφνιάστηκε μα και χάρηκε συνάμα. Την άλλη κιόλας Κυριακή βρισκόταν στην Αθήνα και από τότε κάθε Κυριακή, ώσπου απολύθηκε. Γυρίζαμε στα θέατρα, τις μπουάτ, τους κινηματογράφους, μιλούσαμε για χίλια δυο σημαντικά κι ασήμαντα, μα μουλιάζαμε στην ένταση της εποχής, μιαν ένταση που σιγόβραζε στα σκοτεινά. Κείνες οι επιστρατεύσει των φοιτητών, η αβεβαιότητα για το αύριο. Τελειώνεις ανώτατη σχολή, υπηρετείς φαντάρος κι έπειτα μάταια χτυπάς τις πόρτες για κάποια δουλειά. Διαγωνισμοί σε δημόσιες υπηρεσίες με προκατ αποτελέσματα, εξευτελιστικές αμοιβές στις επιχειρήσεις και οι λίγες αξιόλογες θέσεις για τους τυχερούς που έχουν κάποια γνωριμία. Το ρουσφέτι που βασίλευε ανέκαθεν στους πολιτικούς, τώρα περιορίστηκε ανεξέλεγκτα στα χέρια των λίγων στρατοκρατών. Ευτυχώς που αποφασίσαμε να αρραβωνιαστούμε επίσημα κι έστερξε ο μπαμπάς να τρέξει σε κάποιους γνωστούς γιαυτή την περίφημη θέση στον ΟΤΕ. Και είχε τελειώσει με “άριστα” ο Λευτέρης και ήταν το καμάρι των καθηγητών, πούλαμπαν τα μάτια τους, όταν μας έβλεπαν μαζί.
-Θαυμάσιο παιδί παίρνεις, Νίκη. Θα πάτε σίγουρα μπροστά!
Δεν τα πολυπιστεύαμε πια όλα τούτα. Η λιγοστή μας πείρα μας δίδαξε πως για να πας μπροστά επιμέλεια κι εξυπνάδα είναι τα τελευταία, που μετρούν. Νοιώθαμε να πατάμε σε κάποιο σιχαμερό τέλμα. Πνιγόμαστε από τη μπόχα του. Έπρεπε να παλαίψουμε για ν' ανασάνουμε. Κι όταν ξεσηκωθήκαμε δεν ήταν γιατί υπακούαμε σε κάποιο λογικό υπολογισμό, με κάποια στρατηγική σκοπιμότητα, μα γιατί η απελπισία μας πλάκωνε τα στήθια και δεν αντέχαμε άλλο τέτοια ζωή. Παραλογισμός! Ευλογημένοι όσοι ως τα στερνά τους βρίσκουν τη δύναμη και την πίστη να παραλογίζονται. Αυτοί κυλούν τη βαριά μυλόπετρα της Ιστορίας να φτιάξουν το αλεύρι για το Πρόσφορο των επόμενων γενιών. Αυτοί δίνουν σε μας, τ' αδύναμα ανθρωπάκια, το κουράγιο να συνεχίσουμε σκυφτά τον τραχύ ανήφορο της ανθρωποράτσας με την ελπίδα πως στο τέλος, ίσως κάτι καλό υπάρχει, εκεί που σμίγουν οι κορφές με τα ουράνια. Δεν είμαστε από τους ήρωες εμείς, απ' τους επαναστάτες. Είμαστε ουραγοί. Γιαυτό πετάξαμε τα όπλα μας στην πρώτη μάχη. Γιαυτό και μετά την αστραπή του Νοέμβρη ήλθε ξανά η νύχτα στις καρδιές μας, μια νύχτα απόλυτα σκοτεινή, που μύριζε βροχή και μούχλα. Και τ' όνειρό μας για μια λεύτερη δημοκρατική Ελλάδα γίνονταν εφιάλτης δίχως τέλος, μια βουβή συγκατάθεση στην κοινή μας μοίρα, μια αποδοχή ενός ξενόφερτου πεπρωμένου.
Πήγαμε στο Λονδίνο να βρούμε τον Παράδεισο. Τη Δημοκρατία, που δεν είχαμε προλάβει ν' αγγίξουμε. Πήγαμε να νοιώσουμε πώς είναι δίχως το φόβο να σου πνίγει την ανάσα. Πήγαμε να φωτογραφήσουμε πώς μοιάζουν οι άνθρωποι στη Δημοκρατία. Πήγαμε με τόσες προσδοκίες στη χώρα του Ντίκενς και του Μπάιρον  Και ίσως γιαυτό νοιώσαμε τόσο βαθιά προδομένοι, τόσο απελπιστικά ταπεινωμένοι στην υπεροπτική της όψη.


Μα τώρα δε βλέπαμε την ώρα να γυρίσουμε. Ο Λευτέρης θα παρουσιαζόταν αμέσως στο στρατό και όμως μας έτρωγε η ανυπομονησία! Λες και φοβόμασταν πως δε θα βρίσκαμε θέση στην πατρική μας γη. Λες και κάτι μπορούσε να συμβεί και να μας στρέψει πίσω! Μόνο που δε φιλήσαμε αυτόν που μας σφράγισε τα διαβατήρια στο τελωνείο!
Επιτέλους στο σπίτι μας, στην πατρίδα μας. Κάπως έτσι θάνιωθε και ο Οδυσσέας φιλώντας την πατρική του γη. Αφού φθάσαμε, ας πεθάνουμε, και όχι με λόγια. Επιστράτευση είναι δυο βήματα από τον πόλεμο, ένα βήμα προς το θάνατο.
Τι υπέροχη μου φάνηκε η ακαταστασία της Ομόνοιας, τα γεμάτα πεζοδρόμια της Πανεπιστημίου, οι σκυθρωποί βιαστικοί διαβάτες. Ξανά στη χώρα μου! Τι ζέστη! Καιρός για μπάνιο. Δεν έχει καθαρή θάλασσα η Αθήνα; Δε βαριέσαι. Θα την καθαρίσουμε, θα την ομορφύνουμε, θα την ξανανιώσουμε.
Υπάρχει ομορφότερη γυναίκα στον κόσμος από τη δική μας μάνα; Υπάρχει πολυτιμότερη γη από τη μητρική άγονη γη της φτωχιάς μας Ελλάδας; Την κουβαλάμε μέσα μας. Είναι ένα με τη σάρκα μας. Πίνει το αίμα μας και πίνουμε την αντρειά της. Γινόμαστε όπως μας θέλει. Πώς δεν το νοιώθουμε σε ώρες ξεγνοιασιάς; Η μητρική μας γη μας κατευθύνει. Υπάρχει θεός της Ελλάδας, υπάρχει θεός κάθε πατρίδας. Κατοικεί στα σκοτεινότερα υπόγεια της ψυχής μας και είναι στιγμές που ξεσπαθώνει και ζητά τη λευτεριά, το δίκιο.
Και τότε. Αλίμονο στον άπατρι.


Πειραιάς 1975

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου



Σχόλια

  1. Μιχαλης Χανιωτακης ΠΩΣ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΕΙΣ ΚΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΩ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΟΥ ΜΕ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΙ ΒΟΥΡΚΩΝΩ ΔΕΝ ΞΕΡΩ.!!!!! ΚΟΙΝΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΙΣΩΣ.!!! ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ ΕΓΩ ΕΙΜΟΥΝ ΠΟΙΟ ΠΟΝΗΡΕΜΕΝΟΣ.!!!!ΔΕΝ ΞΕΓΕΛΑΣΤΗΚΑ ΟΥΤΕ ΣΤΙΓΜΗ. ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΠΡΙΝ.ΑΠΟΡΙΑ ΕΙΧΑ ΜΟΝΟ.ΠΟΙΟΙ ΘΑ ΠΡΟΛΑΒΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΧΟΥΝΤΑ .!!!!ΟΙ ΣΤΡΑΤΗΓΟΙ ΜΕ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΙΑ Η ΟΙ ΛΟΧΑΓΟΙ. ΤΕΛΙΚΑ ΕΚΑΝΑΝ ΟΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΕΣ.!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας