Στον Ορφέα που βιάστηκε να ξαναντικρύσει την Ευρυδίκη

             
Στον Ορφέα που βιάστηκε να ξαναντικρύσει την Ευρυδίκη
Είπα λοιπόν πως κάποτε θα 'ρθεις κατά τις επιταγές των αισθημάτων μου. Ωραίος, άχρονος, μυστηριακός με ανοικτές τις μυστικές διόδους επικοινωνίας μας. Θα 'πρεπε όμως πρώτα να σταματήσω τα χρόνια που βαριανάσαιναν ν' αστράψουν τα δόντια τους στο σβέρκο της φυγής μου.
Είπα «δε θα 'ρθεις την αυγή» κι ανυπεράσπιστη σου παραδόθηκα. Με κατάπιες ανελέητα. Έσμιξα σε μυστικές σπηλιές με το βαθύτερο εαυτό σου.
Έστω, εσύ δεν το 'μαθές ποτέ. Κάποτε σμίξαμε, κάποτε θα σμίξουμε πέρ' απ' το χρόνο. Οι αστραπές καθοδηγούν τα βήματα, τυπικές συμβατικότητες ενάντια στις κοινωνικές προκαταλήψεις. Σ' ονοματίζω σαν αερικό. Γεύομαι την απόλυτη ηδονή του έρωτά μας. Σ' είχα πριν γνωρίσω άντρα. Θα σ' έχω πέρ' από τον τάφο μου. Τα σώματά μας παλαμάρια σφιχτοπλέκουν το χωρισμό μας. Αν αύριο ξαναγεννηθείς πόσες φορές θα πρέπει να υπάρξω ώσπου να σ' ανταμώσω;
Και λοιπόν. Ο κόσμος μπορεί ακόμη να στενάζει ανείπωτα. Παρά τη λογική που καραδοκεί με στιλ δασκάλου παρθεναγωγείου. Κρυφά οι σκιές μαρτυρούν την ηλιοφάνεια του βυθού. Τα λιμάνια των σιωπών βούρκωσαν. Οι κραυγές ολοφύρονται την άνοιξη που ποτέ δεν παρεμβαίνει. Το πρέπον ξεροβήχει στην έδρα. Κι ένα απλό χτύπημα του μολυβιού θ' αρκούσε να μας συνετίσει.
Ποτέ λοιπόν μη λες «ποτέ». Τι απόγιναν οι αιώνιοι όρκοι; Πότε έλιωσε το κερί κι έμεινα στο σκοτάδι;
Και γω σ' αγκαλιάζω όπως αγκάλιαζα το χθες, σου μιλώ σαν στο αύριο, σε κοιτώ όπως αντίκριζα το πουθενά. Σε νοιάζομαι κι ας μην υπάρχεις.
Μαχαιρώνω τις κραυγές της οδύνης μου. Οι παρειές μου οργωμένες απ' την παρουσία σου και συ παντού και πουθενά.
Με καλείς απ' τις σπηλιές των προφητών, ακάλεστος οδεύεις στην κορύφωση των ηδονών μου, μεταλλάσσεσαι σ' ερπετό, παρθενικός κύκλος με στραγγαλίζεις και γω η ανέραστη Λητώ αποδέχομαι την παράδοξη επαφή εγώ φυλακισμένη Δανάη ξεδιψώ απ' τη χρυσή βροχή. Κι όμως σαν ούρλιαζα υψώνοντας τρικάταρτα ιστία τα πόδια μου στους ουρανούς δεν έστερξες ν' ανακουφίσεις την πυρά των σπλάχνων μου. Όταν ζουμερή φράουλα ο κόρφος μου ανάλωνε τα χείλη των πληγών μου δεν έτρεξες να μου τρυγήσεις τον ανθό. Περίμενες την ωριμότητα του δαμάσκηνου, την πορφύρωση του βύσσινου στο κελάρι του ύπνου.
Και τότε αναλύθηκες σε κεραυνούς και χρυσό δάκρυ.

Και γω σε αποδέχθηκα με οίκτο και στοργή. Όχι πια μ' έρωτα και πεθυμιά. Σε λυπήθηκα ουρανέ μου γιατί τόσο χαμήλωσες για να μ' αγγίξεις.

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σχόλια

  1. Tasos Vassiliou ..Μαχαιρώνω τις κραυγές της οδύνης μου.. Σ'ευχαριστούμε Μαρία!
    Δεν μου αρέσει · Απάντηση · 1 · 1 ώρα

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η ιστορία του αντιπυρηνικού κινήματος και ο ειρηνιστής γιατρός Γρηγόρης Λαμπράκης