Στη Σαντορίνη Κάποτε. "Εκδρομή στα Αλμυρά"


Στ' Αλμυρά
Εκδρομή στη θάλασσα. Στ΄ Αλμυρά. Προγραμματισμένη. Με τα γαϊδούρια ντυμένα πολύχρωμα χράμια, τα χαμηλά για τις κυράδες και τα παιδιά δυο δυο ζεμένα στα σαμάρι, σελωμένοι στ' αγριομούλαρα οι άντρες με καμψίκι. Χρουτσάλιζε τ' αφράτο χώμα στο βάδισμα των ζωντανών, μοσκοβολούσαν οι λυγαριές που έκλειναν το δρόμο και γρατζουνούσαν τα πόδια των καβαλαραίων. Το καπέλο πιότερο κάψωνε τα κεφάλια μιας και εμπόδιζε τ' αγέρι ν' ανακατεύει τα μαλλιά. Το κουβεντολόι έδινε κι έπαιρνε και το τραγούδι ομαδικό, φάλτσο, ξυπνούσε τη ναρκωμένη φύση. Πού και πού κάποιος ξεπέζευε να φέρει κάνα τσαμπί σταφύλι απ' τ' αμπέλια.
-Αγουρίδα είναι καημένε, ακολουθούσαν τα σχόλια, μα από χέρι σε χέρι κι από γάιδαρο σε γάιδαρο απόμενε απ' τ' άπλυτο σταφύλι μόνο το τσάμπουρο που πετιόταν μέχρι το επόμενο. Ετρεχ' η Κανέλλα, η σκύλα του αγωγιάτη, το μύριζε, το δάγκωνε κι έπειτα κουνώντας το κεφάλι δύσπιστα το παράταγε κι έτρεχε να προφτάσει τον αφέντη της.
Ο αγωγιάτης ξυπόλυτος πορεύονταν τσιγκλώντας τα ζωντανά του πιότερο με φωνές παρά με το καμψίκι. Τα πλατειά του πόδια πετσωμένα κι ολόασπρα απ' το χώμα πατούσαν σταθερά τ' αφράτο χώμα και δεν έδειχνε να ενοχλούνται απ' τις χοντρές μαύρες πέτρες ή τ' άπειρα αγκάθια πούβρισκαν στο δρόμο τους. Από κοντά ο Μανωλάκης το στερνοπαίδι του με την τσιριχτή του φωνή διάταζε τα ζωντανά πιότερο από χαρά ν' ακούει την ίδια του τη φωνή παρά από ανάγκη. Ήταν λιγνό κουρεμένο γουλί σαν όλα τ' αγόρια με πεταχτά αυτιά, μαυριδερό, ξυπόλυτο με ολάνοιχτα πονηρά μάτια. Το κοντό φαρδύ παντελόνι του δενόταν στη μέση μ' ένα σπάγκο, ενώ από πάνω ήταν γυμνό ανυπεράσπιστο στη μανία της φλόγας τ' ουρανού, που λίγο φαινόταν να το ενοχλεί μιας και ιδρώς δε λάμπιζε στις πλάτες του.
Οι υπόλοιποι της συντροφιάς καμιά δεκαριά αθηναίοι, που χτυπούσαν αμέσως στο μάτι με τα ψάθινα καπέλα και τα φανταχτερά ρούχα τους και καμιά δεκαπενταριά ντόπιοι, οι άντρες δίχως καπέλα κι οι γυναίκες μαντηλοδεμένες. Ήταν μια παράξενη συντροφιά. Στο πλάι του ενός γαϊδουριού φορτωμένος ένας γραμμόφωνος απ' τους πρώτους φορητούς, δώρο κάποιου θειού απ' την Αμέρικα κι ένα μουλάρι βαφυφορτωμένο με τ' αναγκαία, τσίρους, ψευτοκεφτέδες, ελιές, ταραμά, ντοματάκια και προπάντων κρασί, μπόλικο κρασί σε νταμιτζάνα.
Στο ξωκλήσι ξεπέζεψαν, άγγλισαν νερό απ' το στερνάκι κι ήπιαν όλοι απ' το ντενεκάκι, άναψαν τα καντήλια, προσκύνησαν κι έπειτα ξανά με φωνές και γέλια πάνω στα ζώα για τη θάλασσα. Ο δρόμος τώρα άρχιζε να γίνεται στενός κι ανώμαλος. Δεξιόζερβα βουνά από ελαφρόπετρα έπαιρναν τρομαχτικά σχήματα. Η λευκότητα του τοπίου η αγριάδα της ακαλλιέργητης γης λούφαζε τις καρδιές.
Βαθιές σπηλιές, μυτεροί βράχοι, σχήματα παράδοξα. Όλα θύμιζαν την ύπαρξη του σεισμού, του παντοτινού κατοίκου τούτου του νησιού, τ' αληθινού του πεπρωμένου. Μπορεί τώρα να γελούσαν, να διασκέδαζαν, μπορεί να καλλιεργούσαν τη γη, ν' αυγάτιζαν το βιός τους, να έχτιζαν σπίτια, να ερωτεύονταν, να γεννοβολούσαν παιδιά, μα πάντα τόξεραν. Ολομεσίς στη θάλασσα, αγκαλιασμένο απ' τα δυο μπράτσα της στεριάς το σκοτεινό ηφαίστειο υπήρχε κει για να θυμίζει την απειλή. Κι αν έχτιζαν τα γκρεμισμένα σπίτια κι αν ξεχνούσαν τους νεκρούς και τις ζημιές, αυτό εκεί μόνιμος δυνάστης και κυρίαρχος της μοίρας τους θα επιζούσε.
Και τώρα σ' αυτό το ανώμαλο τοπίο όλοι αθέλητα το ίδιο στοχάζονταν μόλο που δεν τ' ομολογούσαν. Φιλοσοφούσαν όπως στις κηδείες. Για τη ματαιότητα της χαράς. Για την αχόρταγη δίψα της ευτυχίας. Στο τέλος δε θα μείνει τίποτε που να θυμίζει το σημερινό γιορτάσι.
Ευτυχώς εκεί στο βάθος ανάμεσα σε δυο κάθετους γκρεμούς φάνηκε η θάλασσα να μπλαβίζει μαργιόλικα χωρισμένη απ' τη λευκή στεριά με μια σειρά κατάμαυρα βραχάκια. Όλοι ανάσαναν με ανακούφιση. Ξεπέζεψαν καψωμένοι και με φωνές. Οι γυναίκες βάλθηκαν να συγυρνούν μια σπηλιά στην ελαφρόπετρα για να τακτοποιήσουν στον ίσκιο τα τρόφιμα. Οι άντρες κουβάλαγαν νερό και τα παιδιά γδύνονταν βιαστικά για να βουτήξουν.
- Μη! Καμα Βαγγέλη, δες το κοπέλι σου, ακούστηκε μια κελαριστή φωνή απ' τη σπηλιά. Μπρε Ποθητέ είσαι μουσκίδι στον ιδρώτα. Πού πααίνεις;
Μα ο Ποθητός μαζί με όλα τ' άλλα παιδιά μισόγδυτα πλατσουλούσαν στα νερά, γλιστρούσαν στις πέτρες, πήγαιναν με τα τέσσερα ώσπου να ξανοιχτούν να πλέουν.
- Βρέ από δώ. Δε βλέπετε; Από κει έχει άμμο!
Μα τα παιδιά αδιαφορούσαν για την απαλότητα της αμμουδιάς. Η αγάπη τους για τη θάλασσα έκρυβε αμάχη. Ήθελαν να την παλέψουν, να την κατακτήσουν. Οι πιο δειλοί έμεναν έξω έξω σηκώνοντας μια μια τις πέτρες ν' ανακαλύψουν πότε κάνα καβούρι, πατελίδες και κολιτσάνες, κάτι παράξενα ζωάκια, που θαρρείς και βγήκαν απ' το πάντρεμα μιας τσούχτρας και μιας πατελίδας.
-Μωρέ τσούζουν, ακούστηκε πάλι η μητρική φωνή. Κοίτα καλά μη σ' ακουμπήσουν. Μόνο με τις φούχτες να τ' αγγίζεις. Ακούς μωρέ κουζουλέ!
Ο κουζουλός δεν άκουε. Με θαμπωμένα μάτια εξερευνούσε του κόσμου το μυστήριο. Πιο κει παίζανε με το νερό κάποιοι μεγαλύτεροι κι αντιλαλούσαν οι ακτές απ' τις τσιρίδες τους. Ο Γιωργής πούχε στα βράχια τη βαρκούλα του ετοιμαζόταν να τη φουντάρει κι όλοι πρόθυμοι κυκλογύριζαν το κόκκινο χαριτωμένο πλεούμενο ελπίζοντας γι ανταμοιβή κάποια βολτούλα στη γαλανή απεραντοσύνη.
-Ενα, δυο, όπα, κυλίστηκε με χάρη σκορπίζοντας αφρό. Δυο τρεις τυχεροί απάνω κι ο Μανωλάκης του αγωγιάτη, το ζιζάνιο. Με δυο τρεις επιδέξιες κουπιές η βάρκα ξέφυγε απ' το παιδομάνι που ασθματικά κολυμπώντας με μπόλικους αφρούς πάλευε να τη φτάσει. -Μωρή Κατίνα, μη ξανοίγεσαι.
Οι γυναίκες ντροπαλές, κακοσουλούπωτες με κατάλευκα μπούτια και μαύρες κνήμες βιάζονταν να κρύψουν τη γύμνια τους στο νερό. Μόνο οι αθηναίες καθυστερούσαν με συναίσθηση της υπεροχής του κάλους τους. Αυτές και τα κοριτσόπουλα, από άγνοια του θησαυρού που εμφάνιζαν τόσο σπάταλα στα τόσα αντρικά βλέμματα που καμώνονταν πως δε βλέπουν. Οι πιο πολλές ντόπιες δεν ήξεραν μπάνιο. Στα νιάτα τους το μπάνιο ήταν ανήθικο για τα κορίτσια. Ετσι φώναζαν σε κάθε βήμα ίσαμε το γόνατο το νερό κι έπειτα ξάπλωναν μπρούμυτα αγκαλιάζοντας σφιχτά κάποιο βράχο και χτυπούσαν τα πόδια τους άτσαλα. Αυτή ήταν για δαύτες όλη κι όλη η χαρά του μπάνιου.
Ηταν κι η μικρομάνα η Αργυρώ μια νόστιμη ψιλομελάχροινη κοπελιά που μαζί με τον άντρα της κι όλες τις στοργικές νουθεσίες της παρέας πάλευε να βουτήξει τ' αχρόνιαγο μωρό στο δροσερό νερό δίχως να το κάνουν να τσιρίζει. Ξάφνου εμφανίστηκε κι η γρια Μαργαρώ μ' ένα μακρύ κομπιναιζόν και κάλτσες. Πατούσε σα μεθυσμένη στα βράχια, αρνιόταν κάθε βοήθεια και με χίλια ζόρια κατάφερε να μπεί στο νερό κάτω από τα ειρωνικά χαμόγελα των αθηναίων. Ξάπλωσε βγάζοντας ηδονικούς αναστεναγμούς και το νερό φουσκώνοντας το μακρύ κομπιναιζόν την έκανε να μοιάζει με μπαλόνι. Μα κείνη απτόητη φούσκωνε και ξεφούσκωνε τα μάγουλα μπουσουλώντας βράχο βράχο ίσαμε να φτάσει στην αμμουδιά. Εκεί ο Τίνος κι η Αθηνά οι αρραβωνιασμένοι αθηναίοι χοροπηδούσαν χέρι χέρι και κοιταγόντουσαν με σημασία.
-Μια μπάλα, βρε παιδιά. Φέρτε μια μπάλα. ξεφώνισε ο Δημήτρης, ο φοιτητής. Απ' το καλάθι η μαμά του πέταξε μια πολύχρωμη, ενώ άνοιγε μια θεόρατη ομπρέλα να καθίσει κάτω της σύμφωνα με την αξιοπρέπεια που της επέβαλε η κοινωνική της θέση, ήταν χήρα δικαστού.
-Πήγαινε χρυσό μου να παίξεις και συ, είπε στη πολύπροικη γεροντοκόρη. Να, βλέπεις, ο Δημήτρης θα σε προσέχει.
Μα η Ρηνούλα ντρεπόταν. Ήξερε το κακοφτιαγμένο σουλούπι της, ήξερε τα τόσα άτυχα συνοικέσια και φοβόταν, φοβόταν τόσο τους πειραματισμούς. Κι ο Δημήτρης με το νεανικό αθλητικό κορμί της άρεσε τόσο που σίγουρα κοντά του θάκανε κάποια γκάφα.
Όχι καλύτερα στα σίγουρα εδώ με τις γυναίκες. Κι αν της έπιανε το χέρι; Τι θάκανε αν της έπιανε το χέρι; Ήταν 26 χρονών κι όμως ακόμη κανείς δεν της είχε πιάσει το χέρι. Ήταν λιγνή. Αυτό ήταν στη μόδα. Μα ήταν και κοκκαλιάρα δίχως στήθια, με μύτη πεταχτή, μάτια πουλίσια και πηγούνι μακρουλό. Τα μαλλιά της κομμένα αλά γκαρσόν για να της κόβουν χρόνια την έδειχναν ακόμη πιο ουδέτερη φυλετικά. Υπήρχαν γυναίκες πανάσκημες, μα εκρηκτικές. Κάθε γυναίκα, σαν έχει προσωπικότητα, βρίσκει τρόπους να λάμπει. Μα η καημένη η Ρηνούλα με 26 χρόνια κλεισούρα, δίπλα σ' ένα πιάνο προσμένοντας το νυμφίο, δεν κατάφερε ν' ανακαλύψει τον εαυτό της. Η μόνη φιλολογία που διάβασε ήταν κάτι ιπποτικά μυθιστορήματα της κακιάς ώρας κι οι μόνες της γνώσεις ήταν κάτι σκόρπιες γαλλικές λεξούλες. Κι ο φοιτητής φαινόταν έξυπνος και κοσμογυρισμένος. Τι θάβρισκε να πει με τη Ρηνούλα; Πώς θάθελε να βουτήξει με τα παιδιά, να ξανοιχτεί ως τη βάρκα που μόλις διακρινόταν πια, να κολυμπά, να κολυμπά, να μη γύριζε ποτέ πίσω. Αν ήταν μόνη της... Μα τώρα ήταν πια αργά... Αρκέστηκε να παρακολουθεί τα παιχνίδια των αρραβωνιασμένων.
Ξανοίχτηκαν. Βουτούσαν κι έπειτα ξαναφαίνονταν ξεκαρδισμένοι στα γέλια. Έπειτα κάτι άλλο τράβηξε την προσοχή της. Το μωρό, που σκουπισμένο κι ήρεμο στη σκιά κάποιου βράχου πιπιλούσε μιαν αλμυρή πετρίτσα. Η μάνα κι ο πατέρας του πλατσουρούσαν στα ρηχά θαυμάζοντας τον καρπό της ένωσής τους.
-Ώρα για φαί, φώναξε η κυρά Μαρία. Ήταν αφύσικα χοντρή δίχως μέση και τα πόδια της ήταν υδρωπικά. Έλεγαν πως έχει ελεφαντίαση, γιατί έμοιαζε σαν ελέφαντας. Η γρια Μαργαρώ πρώτη πρώτη μπουσουλώντας βγήκε στη στεριά.
-Η φάλαινα, σφύριξε μέσα απ' τα δόντια της η κυρία δικαστού. Το θέαμα φυσικά ήταν τέλεια ακαλαίσθητο καθώς το ρούχο κολλούσε στ' ασουλούπωτο κορμί της. Η Ρηνούλα απόφυγε να σχολιάσει. Κοιτούσε τις τρίχες που μαύρες φύτρωναν στα πόδια της σα βούρτσες.
-Τις ξυρίζω τόσο συχνά, συλλογίστηκε μ' αυτές είναι τόσο πολλές και βγαίνουν τόσο γρήγορα. Άγγιξε με τα δάχτυλα το πόδι της. Τσιμπούν. Πόσο τσιμπούν. Ποιος θα τις θαύμαζε αυτές τις γάμπες;
Εκείνη την ώρα πρόβαλλε σαν αναδυομένη Αφροδίτη η αρραβωνιασμένη Αθηνά. Στηριζόταν γερά στα ωραία πόδια της. Το στενό μπανιερό διέγραφε τέλεια όλες τις γραμμές του σφιχτοδεμένου κορμιού της. Οι θηλές του στήθους ερεθισμένες απ' το ψυχρό νερό διαγραφόντουσαν τέλεια. Τα μαλλιά της βρεμένα κολλούσαν στο κεφάλι και τόνιζαν πιότερο την ομορφιά του προσώπου της. Ακτινοβολούσε. Αυτό όλοι τόνοιωθαν, ακόμη και τα παιδιά που αθέλητα έτρεχαν ξωπίσω της, ακόμη και ο Ποθητός που προσφέρθηκε σβέλτος να της φέρει τα πασούμια της, μόνο για να δει το χαμόγελό της να λάμπει μόνο γι αυτόν. Ο τυχερός γαμπρός, καπετάνιος στα πλοία, ακολουθούσε περήφανα. Γεροδεμένος και ψηλός, δε θα τον έλεγες όμορφο, μα ανδροπρεπή, επίδειχνε με την αρραβωνιαστικιά την τελειότητα των επιδόσεών του. Σίγουρα όλοι οι άντρες απ' τον αγωγιάτη ως το χοντρό γερο γιατρό τον ζήλευαν. Ακόμη κι ο νιόπαντρος είχε το βλέμμα καρφωμένο πάνω στη όμορφη αθηναία έτσι που νευρικά η τρυφερή γυναίκα του, του πάτησε μιαν υποβρύχια τσιμπιά στο μπράτσο ενώ κοκκίνισε από ζήλεια.
Κι όμως ήταν όμορφη, γλυκιά, μα θύμιζε άκακη παιδούλα. Όλοι την αγαπούσαν, την εκτιμούσαν, μα κανείς δεν την έβλεπε πια με μάτι ερωτικό. Ήταν η ενσάρκωση της μητρότητας.
-Τουλάχιστον αυτή πρόλαβε, συλλογίστηκε η Ρηνούλα.
Ο άντρας την αγριοκοίταξε, μα σα να μετάνιωσε και βγήκε απ' το νερό κι έτσι βρεμένος τράβηξε για τη σπηλιά. Εκείνη πάλι σκουπίστηκε, πήρε στην αγκαλιά της το μωρό κι απόμεινε να χαζεύει τη θάλασσα, όπου έπλεαν τα κεφάλια των παιδιών που δεν χόρταιναν την αγκαλιά της.
-Κάθε άνθρωπος έχει λόγους νάναι απογοητευμένος, συλλογίστηκε ο φοιτητής ανταμώνοντας το σκοτεινό βλέμμα της Αργυρούλας. Κι αν εγώ δεν ποθώ την όμορφη Αθηνά είναι γιατί μου φαίνεται ψεύτικη η τελειότητά της. Τούτη τη μικρή χωριατοπούλα, ναι σίγουρα θα την αγαπούσα. Θα μπορούσα να την πλάσω στα μέτρα μου σαν Πυγμαλίωνας. Όχι όμως τη Ρηνούλα. Αυτή έχει πια σκεβρώσει, δε διορθώνεται με τίποτε. Κι έπειτα αν εξαιρέσεις τη θλίψη στα μάτια της είναι απωθητική. Τη λυπάμαι. Δε θα μπορούσα ποτέ να την αγαπήσω, ούτε και να υποκριθώ πως την αγαπώ κι ας ελπίζει μάταια η μητέρα μου.
-Δημήτρη, χρυσό μου. Έλα για φαί.
Το τραπέζι είχε απλωθεί κοινό. Ανακατεμένες οι κονσέρβες, τα ντοματάκια, οι τσίροι, οι ομελέτες και τα σφιχτά αυγά, οι ελιές και το τυρί, οι κριθαροκουλούρες και το ψωμί και το κρασί από στόμα σε στόμα με το μπουκάλι.
Οι ψαράδες της συντροφιάς ακόμη να φανούν όμως κανείς δε νοιάστηκε. Είχαν καιρό μέχρι το βράδυ. Έβαλαν το γραμμόφωνο να παίζει κι η μουσική ανακατευόταν με τις φωνές των μανάδων που μπούκωναν τα παιδιά τους ανάμεσα στα τσαλαβουτήματα.
-Βρε δεν κάνει με γεμάτο στομάχι, πάσχιζαν να τα συνετίσουν, μα δαύτα δεν έδιναν σημασία.
Οι μασέλες δούλευαν εντατικά. Όλοι πεινούσαν και διψούσαν. Το κρασί έκανε τον κύκλο της συντροφιάς απ' τα ωραία χείλη της Αθηνάς ως το φαφούτικο στόμα του αγωγιάτη. Κανείς δεν έδειξε να ενοχλείται. Το κρασί έχει σπίρτο, σκοτώνει τα μικρόβια. Άλλωστε κι όταν κοινωνάμε...
Σιγά σιγά άναβε το κέφι. Στη σπηλιά μια υγρή δροσιά γέμιζε την ατμόσφαιρα. Η σκοτεινιά ήταν ανακουφιστική μετά το τόσο άπλετο φως τ' ανοιχτού πελάου. Άρχισαν τα τραγούδια και τα χωρατά. Η γριά Μαργαρώ πούχε δεκαοχτώ παιδιά γεννήσει, άσχετα που τώρα στα γεράματα κοντά της δε βρίσκεται κανένας, διηγιόταν τις γέννες της τόσο παραστατικά που όλοι ξεκαρδιζόντουσαν.
-Σα μυριζόμουνα την ώρα μου συγύρναγα, πάστρευα, ετοίμαζα τα μωρουδιακά, έβραζα τα νερά, έδιωχνα τα παιδιά, καθόμουν σαν την κλώσα και ωχ, ωχ τόκανα τ' αυγό. Τ' αφαλόκοβα, τόπλενα, το συγύρναγα, τόβαζα στην κούνια, έτρωγα κάνα κοψίδι καπνιστό με ψωμί, γιατί κόντευα να πεθάνω απ' την πείνα μετά από τόση κούραση, θύμιαζα κι έπειτα έστελνα για τον παπά και στρωνόμουν στο κρεβάτι, γιατί ο παπάς με φοβέριζε πως ευχή δε θα μούδινε αν δε μ' έβρισκε στο κρεβάτι. Βέβαια μετά την ευχή πήγαινα στα χωράφια γιατί ποιος θα φρόντιζε για τα ζωντανά; Ο συχωρεμένος ο προκομμένος μου, που από πρέφα και κρασί άλλο δεν κάτεχε; Ο Θεός ν' αναπάψει την ψυχούλα του στον παράδεισο της πρέφας και του ποτηριού.. .
Όλοι γελούσαν. Έφταιγε και το κρασί κι η μυρουδιά της θάλασσας κι η δροσιά της σπηλιάς κι η ακτινοβολία της Αθηνάς.
-Αυτές ήταν γυναίκες! έλεγε με θαυμασμό ο γιατρός. Ενώ
σήμερα ούτε ένα παιδί δεν κρατάνε.
-Ναι, μα πόσες πέθαιναν τότε, πέταξε αντιδραστικά ο φοιτητής προκαλώντας το οργίλο μητρικό βλέμμα για την τόσην αυθάδεια.
-Και όμως, νεαρέ μου. Οι παλιοί ήταν γερά κόκκαλα. Θυμάμαι.. -Βαρβάτα τραγιά, πετάχτηκε ο αγωγιάτης που είχε αναψοκοκκινήσει. Ξέρετε πόσες φορές απαύτωνε ο....
-Χμ, χμ ξερόβηξε η κυρία δικαστού. Έχουμε και κορίτσια εδώ κι έδειξε την υπερώριμη παρθένα.
Όλοι συγκράτησαν το γέλιο που αυθόρμητα ξεπήδησε σα λόξυγκας.
Η συζήτηση είχε φτάσει σε αδιέξοδο όταν ακούστηκαν φοβερές στριγκλιές απ' τα παιδιά. Οι μανάδες πρώτες πρώτες βγήκαν αλλοπαρμένες. Ο Νικολός τραβομαλλιόταν με τον Παναγή κι η υπόλοιπη μαρίδα αναστατωμένη τους προγκούσε. Ο καπετάνιος μπήκε στη μέση και τους σήκωσε στον αέρα σα γατιά. Οι μύτες του έτρεχαν αίματα, ήταν γεμάτοι γρατζουνιές, μα δεν έδειχναν διάθεση να ηρεμήσουν. Κλωτσούσαν και χτυπούσαν τον αέρα με τις λιγνές μπουνιές τους. Ο πατέρας του Νικολού, ούτε καν είχε βγει απ' τη σπηλιά. Αμέριμνος ρουφούσε το κρασάκι του. Είχε δέκα παιδιά. Πού νάβρεις λογαριασμό, σαν έχεις να βουλώσεις με μπουκιές τόσα στόματα. Γιαυτό καλύτερα να γεμίζεις τη δική σου την κοιλιά, όταν υπάρχει τέτοια ευκαιρία.
-Παλιόπαιδα, μάλωσαν οι γυναίκες, γιατί τσακωνόσαστε σαν τα κοκόρια. Οι δράστες θαρρείς κι η γυναικεία απειλή, να τους συνέτισε, μούλωξαν κι οι σιδερένιες χερούκλες του Τίμου, χαλάρωσαν και τους απίθωσαν στη γη. Δε μιλούσαν, μόνο κοιτούσαν το χώμα.
-Αφήστε τους, είπε ο φοιτητής. Άντρες, είναι θα τα βρούνε. Η θάλασσα ήταν πήχτρα, γιαούρτι. Τίποτε δεν ξεχώριζε στην επιφάνειά της.
-Ακόμη νάρθει ο Γιωργής, είπε παραπονιάρικα η Αργυρούλα που νανούριζε το μωρό στην αγκαλιά.
-Μην κάνεις έτσι. Αφού τον ξέρεις, τι φοβάσαι; είπε ακόμη κακιωμένος ο σύζυγος. Ο Γιωργής ο ψαράς ήταν αδελφός της κι ήταν γνωστός παλληκαράς. Μπεκρούλιαζε, έκλεβε φιλιά και χάδια, δεν είχε σταθερή δουλειά κι όλοι στην οικογένεια τούχαν αδυναμία γιαυτά του τα ελαττώματα.
-Τ' ασθενικό σου το παιδί το πονάς πιότερο, έλεγε συχνά κουνώντας το κεφάλι με καημό η μάνα του.
-Πήρε και τα παιδιά. Τι τάθελε μ' αυτή την κάψα;
Ήρθε κι η αποχαύνωση του μεσημεριού. Tα γεμάτα στομάχια, το κρασί που ζέσταινε το κεφάλι, η κάψα της ουρανοκρέμαστης πυρκαγιάς. Όλοι ναρκώθηκαν. Μόνο τα παιδιά συνέχισαν με ξέσκεπα κεφάλια να πλατσουλούν στον ακίνητο καθρέφτη, να δίνουν κάποια κίνηση στο τοπίο. Κι άξαφνα κει πίσω απ τη μύτη του γιαλού ακούστηκε μια βροντή. Η Ρηνούλα αναπήδησε τρομαγμένη.
-Έβαλαν δυναμίτη, μονολόγησε η Αργυρούλα.
-Θα φάμε καλά, είπε χαμογελώντας ο άντρας της.
-Δεν είναι παράνομο; ρώτησε ο γιατρός.
-Εδώ στην ερημιά, γιατρέ μου; ρεύτηκε ο αγωγιάτης.
-Πλημμυρίζει η επιφάνεια της θάλασσας νεκρά ψάρια, παρατήρησε θλιμμένα ο φοιτητής. Συνήθως το κάνουν το βράδυ με το πυροφάνι. Είναι πιο πολλά τα θύματα τότε. Πόλεμος άνισος.
-Τι να κάνουν οι χριστιανοί αφεντικό; πετάχτηκε η γρια Μαργαρώ. Το ψωμί τους βγάζουν.
-Καταστρέφοντας, επέμεινε ο Δημήτρης.
-Όλοι λίγο πολύ έτσι το βγάζουμε, είπε η Αθηνά.
Ο Δημήτρης ξαφνιάστηκε. Λίγο έλειψε να φωνάξει.
-Ώστε έχετε φωνή και μυαλό και σκέπτεσθε, ερίτιμος θεά του έρωτος!
-Άμυαλες πράξεις που καταστρέφουν την ίδια μας την ύπαρξη. Τόσα μικρά άχρηστα πλάσματα νεκρά, για λίγα χρήσιμα ψάρια. Κι έπειτα η καθετή. Το σάρωμα κάθε ψαρίσιου σπόρου στ' ακρογιάλια. Κι αύριο οι θάλασσες θάναι νεκρές.
-Ωστόσο τούτοι δω οι άνθρωποι θα επιζήσουν, τούπε κοιτώντας τον κατάματα.
-Σιωπή, είπε ο κατεπάνιος. Κάτι δε μ' άρεσε σ' αυτό τον ήχο. Κάτι δεν πάει καλά. Ρε Παντελή, πάμε γιαλό γιαλό να δούμε.
Η μικρομάνα ανασηκώθηκε αλαφιασμένη.
-Σύρε και συ Μανωλιό τόλμησε να προτείνει, μα τ' οργισμένο βλέμμα του την έκανε να καταπιεί τις λέξεις. Αγκάλιασε το μωρό κι άρχισε να το κουνά σαν νάθελε να το κοιμήσει, μα κείνο φρεσκοξυπνημένο αντιστάθηκε κι έβαλε τα κλάματα. Αυτό ήταν αρκετό για να βουρκώσει η Αργυρούλα. Όμως κανείς δεν το πρόσεξε. Όλοι κοιτούσαν τον καπετάνιο με τον Παντελή που βάδιζαν σα να πετούσαν στην παραλία που άχνιζε. Μόνο η Ρηνούλα πρόσεξε το δάκρυ της.
-Ίσως και νάμαι καλύτερα έτσι, παρηγορήθηκε.
Ο φοιτητής δεν είχε μάτια παρά για την Αθηνά.
-Ζέστη. Θα σκάσουμε, είπε εκείνη.
-Και δε βουτάμε; της πρότεινε.
-Μην ξανοιχτήτε, φώναξε η μάνα του κι αυτός γέλασε περιφρονητικά. Ανοίχτηκαν όσο πιο βαθειά μπορούσαν. Συναγωνιζόντουσαν στις αποστάσεις μέχρι που λαχάνιαζαν και ξάπλωναν στον αφρό.
-Δε φοβάσαι; της είπε τέλος.
-Nα φοβηθώ, τι; τον ρώτησε προκλητικά.
-Ίσως υπάρχουν καρχαρίες.
-Kαι φυσικά εσύ δε θα με γλυτώσεις. Η μήπως είσαι και συ ένας καρχαρίας;
Πήρε μια βαθειάν ανάσα και βούτηξε περνώντας κάτω απ' το κορμί της έτσι που να το χαϊδεύει με το δικό του. Βρήκε στον αφρό και περίμενε την αντίδρασή της, μα κείνη είχε κιόλας εξαφανιστεί κάτω απ' το νερό κι ένοιωθε τα χέρια της να τυλίγονται στη μέση του και να προσπαθούν να τον γυμνώσουν. Βυθίστηκε κι αυτός κι είδε πως τα στήθη της ήταν κιόλας λεύτερα στο καθαρό νερό κι αστραποβολούσαν γαλανό φως. Αναδύθηκαν στόμα με στόμα, τα πόδια της τριγύρω του, τα χέρια του καρφωμένα στις σκληρές της ρόγες. Κι ενώ αρμένιζαν στην ηδονή ξάφνου εκείνη τινάχτηκε σα να τη τσίμπησε οχιά. Την κοίταξε και τα μάτια της ορθάνοιχτα δε χωρούσαν τόση φρίκη. Και τότε μόνο πρόσεξε πως κολυμπούσαν ανάμεσα σε μύρια ψόφια ψάρια, μικρά και μεγαλύτερα κι η θάλασσα είχε λεκιαστεί με κόκκινες θαμπές κηλίδες.
-Θεέ μου, ψιθύρισε ο Δημήτρης.
Πίσω της ακριβώς έβλεπε να επιπλέει ένα ανθρώπινο κορμί, ένα παιδικό κορμί, σε μια κηλίδα αίμα.
-Βγες γρήγορα, της πρότεινε.
-Όχι, είπε εκείνη ψύχραιμα. Θα βγούμε μαζί. Πλησίασαν το νεκρό κορμί και τόπιασαν απ' τα μαλλιά.
-Είναι ο Νικολάκης του αγωγιάτη, είπε η Αθηνά.
Δε στάθηκε τόσο δύσκολο να τραβήξουν το νεκρό παιδί ως τη στεριά. Δεν τους αντιστεκόταν. Πλησιάζοντας άκουσαν τα ουρλιαχτά της κυρα Μαρίας που έμοιαζε με ογκόλιθο καρφωμένο στην ακρογιαλιά.
-Κακούργε, το βλαστάρι μου.
Οι άντρες πάλευαν να συγκρατήσουν το μεθυσμένο πατέρα του, που παραπατούσε, προσπαθώντας να ορμήσει στο Γιωργή που στεκόταν ξέπνοος.
-Ήταν κακιά ώρα, μουρμούριζε ενώ η Αργυρούλα έκλαιγε με λυγμούς και το μωρό της τσίριζε διαπεραστικά. Καθώς πλησίαζαν όλοι οι άντρες βούτηξαν να βοηθήσουν. Μόνο ο γιατρός έμεινε στη στεριά.
-Θα δουλέψω αργότερα, σκέφτονταν. Σίγουρα θα μου ζητήσουν να τους τον αναστήσω.
-Μα τι έγινε; ρώτησε ο Δημήτρης.
-Έριξε το δυναμίτη, δίχως να δει πως το παιδί είχε βουτήξει στη θάλασσα, είπε ο καπετάνιος κοιτώντας την Αθηνά.
-Και τώρα; ρώτησε κείνη παρακάμπτοντας τη βουβή ερώτηση πούκρυβε το βλέμμα του.
-Θα πάει φυλακή, είπε ο καπετάνιος στο Δημήτρη. Και για το φόνο και για το δυναμίτη.
Ο Γιώργης ακούγοντάς τον άρχισε να τρέμει σαν από κάποιο εσωτερικό σεισμό.
-Όχι φυλακή, μουρμούρισε η αδελφή του. Θα τον σκοτώσει. Όμως κανείς δε φάνηκε να την προσέχει. Όλοι είχαν κυκλώσει το πτώμα του παιδιού που σχεδόν εξαφανιζόταν στη αγκαλιά της μάνας του.
-Έχεις άλλα 9 παιδιά πάσχιζαν να την παρηγορήσουν οι αθηναίες, όμως αυτό ακριβώς δυνάμωνε το μοιρολόι της.
-Και τι αξίζουν τα παιδιά; σκέφτηκε η γεροντοκόρη. Κι αυτά μονάχα βάσανα θα φέρουν.
Ο πατέρας του ήρεμος πια καθόταν στη σκιά κι έπινε το ρακί που τον κερνούσαν αδιάκοπα οι άντρες.
Ο Δημήτρης είδε το Γιώργη να μπαίνει στη βάρκα μα δεν έκανε καμιά κίνηση να τον εμποδίσει.
-Το δίκιο. Ποιο δίκιο; συλλογιζόταν. Ήταν εκδίκηση της φύσης. Κι ο Γιώργης έβαλε μυαλό ή θα το ξανακάνει μόλις τον αφήσουν λεύτερο;
Τον περίμενε να πιάσει τα κουπιά για να ξεφύγει, να κερδίσει λίγη λευτεριά, όση μπορούσε τουλάχιστον. Αντίθετα τον είδε να σκύβει στην κουπαστή. Έσυρε φωνή την ώρα που τον είδε να χαράζει με το μαχαίρι το λαιμό του με μιαν απότομη κίνηση, να γέρνει στο ρυθμό της βάρκας και να βυθίζεται στη θάλασσα.


γράφτηκε 6-1-1981

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σχόλια

  1. Michael Panagiotou ΕΞΑΙΣΙΟ ΜΑΡΙΑ....ΕΙΜΑΙ ΠΟΛΥ ΕΥΤΥΧΗΣ ΠΟΥ ΜΕ ΕΧΕΙΣ ΦΙΛΟ ΣΟΥ.....
    Δεν μου αρέσει · Απάντηση · 1 · 1 ώρα
    Annitsa Varchalama Arvaniti Πολυ ωραιο μπραβο Μαρια μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Litsa Fousteri Υπέροχο Μαρία μου!!!!!!!!!!!!!
    Δεν μου αρέσει · Απάντηση · 1 · 46 λεπτά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Manos Kykrilis · 22 κοινοί φίλοι
    Εξαιρετικό κα Σωτηροπούλου Αρβανίτη!!! Μου ζωντανέψατε παιδικές μνήμες από το νησί σας και νησί της μητέρας μου, όπου περνούσαμε τα καλοκαίρια μας εκείνες τις δεκαετίες που αναφέρεστε... Τραγικό τέλος, αλλά και δίδαγμα στις νεότερες γενιές για το αίσθη...Δείτε περισσότερα
    Δεν μου αρέσει · Απάντηση · 1 · 2 ώρες

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Vangelis Paravas Ένα μαγευτικό διήγημα της Maria Sotiropoulou από μία #Σαντορίνη μακρινής, περασμένης, άλλης εποχής, αλλά ταυτόχρονα και τόσο κοντινής γεμάτης με μνήμες, μυρωδιές και εικόνες...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η ιστορία του αντιπυρηνικού κινήματος και ο ειρηνιστής γιατρός Γρηγόρης Λαμπράκης