Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

ΜΑΚΑΡΟΝΙΑ ΜΕ ΚΙΜΑ



                                           ΜΑΚΑΡΟΝΙΑ ΜΕ ΚΙΜΑ

          Τον ξαναθυμήθηκε την ώρα που ετοίμαζε μακαρόνια με κιμά.
          -Nα γίνεται ψίχουλο ο κιμάς,  τη συμβούλευε. Θα τον λιώνεις
     καλά με το κουτάλι.  Nα, έτσι. Έπειτα θα τσιγαρίζεις το κρεμμυδάκι
     ψιλοκομμένο, θα τ' ανακατεύεις μαζί με τον κιμά, θα ρίχνεις και τη
     ντομάτα κι έτοιμο.
          -Προσοχή στα μακαρόνια,  συνέχιζε.  Πρέπει να βράζει καλά το
     νερό όταν τα ρίχνεις, αλλιώς λασπώνουνε.
          Απλώθηκε τέτοια γλύκα στη θύμησή  του.  Θάτανε δυο  η ώρα κι
     είχε γυρίσει απ'  το σχολειό κι αυτός απ'  το γραφείο του, η μαμά
     ήταν ακόμη στο δικαστήριο.  Όχι πως την κατηγορούσε, τη θαύμαζε.
     Όλοι της έλεγαν  πως θάπρεπε νάναι πολύ  περήφανη που  η μαμά της
     είναι τόσο  πετυχημένη δικηγορίνα και  για να το λένε  όλοι έτσι
     πρέπει νάναι πάσχιζε μάλιστα και να της μοιάσει.
          Κοιτιόταν  στον  καθρέφτη κι έπαιρνε το  ύφος  της φόραγε τα
     γυαλιά της και τα κατέβαζε στη μύτη κοιτώντας πάνω απ' αυτά, όπως
     έκανε  εκείνη πάντα όταν ήθελε να δώσει έμφαση σε ότι έλεγε.
          Όχι δεν τον αγαπούσε το  μπαμπά.  Τον μισούσε λίγο, ίσως τον
     περιφρονούσε.  Ήταν πάντα τόσο  δισταχτικός,  τόσο συγκρατημένος.
     Δεν είχε καθόλου ανδρισμό. Φαινόταν νάνος πλάι στη μαμά. Και ήταν
     κι απαιτητικός.
          -Φέρε μου το  νερό,  τις  παντόφλες.   Κόψε μου τα νύχια των
     ποδιών να μη σκύβω, ξύσε μου την πλάτη.
      Έκανε σα μωρό παιδί, κοτζάμ άντρας. Ναι λοιπόν τον περιφρονούσε,
     αηδίαζε στη σκέψη του.  Κι έπειτα μάλιστα από τα τελευταία του να
     κυλιέται με τις πόρνες, αυτός που τη γυναίκα του τη ζήλευαν όλοι.
     Τόσο  όμορφη,  τόσο  νέα,  τόσο  πετυχημένη!
     Είχαν  χωρίσει  τον  τελευταίο καιρό.  
    Ειπώθηκαν μάλιστα ανάμεσά τους και  πολύ σκληρά  λόγια.
          -Δεν αγαπήθηκαν  ποτέ,  είπαν.  Ήταν βλακεία  ο  γάμος τους.
     Κακιά στιγμή,  που  λένε.  Δεν  ένοιωσαν  ποτέ  ικανοποίηση στον
     έρωτα.
   
     Ήμουν μεγάλη τότε πια,  τα καταλάβαινα καλά. Άλλωστε τόνοιωθα από
     παιδί.  Είμαστε πρότυπο οικογένειας.  Όλοι μας  θαύμαζαν  και μας
     καμάρωναν.  Μα γω οσμιζόμουν πως  κάτι δεν πήγαινε  καλά. Ποτέ δε
     τσακώθηκαν μπροστά μου. Ήταν πάντα τόσο ευγενικοί. Ο ένας παίνευε
     τον άλλο.
          -Θάπρεπε να μοιάσεις στη μαμά σου, μούλεγε κείνος.
          -Μακάρι νάπαιρνες το χαρακτήρα του πατέρα  σου, μούλεγε πάλι
     αυτή   κι αυτά  δίχως να  φαίνεται  προσποίηση  σε ώρες ανύποπτες
     χωρίς της παρουσία του άλλου.
   
    Ήταν αταίριαστοι κι  όμως  έζησαν  μαζί  μιαν  ολόκληρη  ζωή. Στα
     τελευταία του,  σα σ'  όλες τις μελό ταινίες,  στο νοσοκομείο τον
     επισκεφθήκαμε.  Καμιά  κοκοτίτσα δε  συμπαραστάθηκε τις δύσκολες
     ώρες  της  αρρώστιας  του.   Η  μαμά  και   γω.  Ένοιωθε  τόσην
     ευγνωμοσύνη!
          Όταν πέθανε και τον πενθήσαμε αληθινά,  μας ήλθε η κεραμίδα.
     Ανοίχτηκε η διαθήκη του, πούγραφε  πως ότι έχει  και δεν  έχει  τ'
     αφήνει σε κάποια απ' τις περαστικές του φιλεναδίτσες.
          Η  μαμά  επαναστάτησε  και  γω  την   ακολούθησα. Είπε  θα
     προσβάλουμε τη διαθήκη , αυτή ξέρει. Είναι παράνομο νάχει γυναίκα
     και παιδιά  και να  κάνει διαθήκη σε  τρίτους.  Στο κάτω  κάτω το
     Ρεμάλι, είπε η μαμά θάπρεπε να σκεφθεί πως ό,τι  έφτιαξε  ήταν απ'
     το δικό μου ιδρώτα, ο κηφήνας, το παράσιτο, ο εκμεταλλευτής.
   
     Και  όμως  η  γλύκα  πλημμυρίζει  την  καρδιά  μου  σαν  μαγειρεύω
     μακαρόνια  με κιμά.  Λες κι όλα  τ'  άλλα τα σκεπάζει μια ομίχλη.
     Ξεχνώ  τις  πίκρες,  που  μου  πρόσφερε,  τις  απογοητεύσεις,  την
     έχθρητα,  την  αηδία μου και  νοιώθω  μια  βαθειά  απέραντη λύπη.
     Θυμάμαι  κάποιο  χαμόγελο,  κάποιο χάδι,  κάποια  στιγμή στοργής,
     κάποια του κίνηση.  Λες  κι  όλα αναλύονται  εντός μου  στο θαύμα
     κάποιου  αόρατου καλειδοσκόπιου.
          Τι  έμεινε  απ'  την  ολοκληρωμένη  εικόνα  του ανθρώπου που
     γνώρισα  από  τόσο  κοντά;   Κομματιασμένες  θύμησες,  θαμπές  κι
     ωραιοποιημένες.  Η  κρίση αποκοιμήθηκε,  βουβάθηκε στον τρόμο του
     θανάτου κι απόμεινε η καρδιά  να  συγχωρά και ν'  αγαπάει. Λες κι
     όλα μονοκοντυλιά σβηστήκαν απ' τη μνήμη μου κι έμειναν χαραγμένες
     στο μυαλό μου οι ώρες  οι γλυκές  της παρουσίας του, σαν τότε που
     μου μάθαινε  να μαγειρεύω τα μακαρόνια με κιμά.

     Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου