Φθινοπωρινή ραψωδία


Φθινοπωρινή ραψωδία
Στην ακροθαλασσιά με το μπουρίνι ν’ ανακατεύει τα μαλλιά του πελάγου, γυμνός με το στήθος προτεταμένο στην ανατριχίλα τ’ ουρανού, τα κύματα να καλπάζουν απειλητικά, με τ’ αυτιά σου να βουίζουν υποσχέσεις αιωνιότητας νάσου κι ορθώνεσαι ν’ αντιπαλέψεις τη ζωή που ανταριάζεται σαν την ψυχή σου.
 Δίνεις μια και βουτάς στ’ αφρισμένα βράχια, αφήνεις τ’ ακροδάχτυλα της θάλασσας να σου μαλάζουν το κορμί. Χώνεσαι ξανά στη ζεστή της μήτρα, γίνεσαι ένα με τον ουρανό και τον αέρα, αφήνεσαι φτερό στον άνεμο και φύκι ξεμαλλιασμένο απ’ την οργή της, που τώρα το πιπιλά στυφόγλυκο μέχρι να το φτύσει στη στεριά. Εγκαταλείπεσαι στα χέρια της, στην πρωτεϊκή της δύναμη και μια σ’ ανεβάζει μέχρι ν’ αγγίξεις το γκαστρωμένο βροχή ουρανό και πότε σε βουλιάζει  στον κόλπο της κι ο κόσμος χάνεται κι όλα γίνονται ασήμαντα. Ίσα που προλαβαίνεις να δεις γυμνά τα σπλάχνα της τη στιγμή που κρατά την ανάσα της κι εσύ στέκεις στην κορφή του αφρισμένου της στήθους.
 Κόκαλα στην έρημο, βράχια, σπηλιές μ’ αμμουδιές γυμνές και ξεσχισμένες. Ο κόσμος ανάσκελα. Ψάρια αλαφιασμένα, καβούρια στρεβλά ψάχνουν γωνιά ν’ απαγκιάσουν,  πεταλίδες και κοχύλια βυζαίνουν με μανία τη στεριά για να γλιτώσουν τον ξεριζωμό και το ταξίδι. 
Γυμνό τοπίο και συ θες να φύγεις μακριά, πέρα από τούτο το λιμάνι να σαλπάρεις, πέρα απ’ την έρμη ακρογιαλιά που επιτέλους σου ανήκει, ένα με τη θάλασσα και τον άνεμο, ένα με το λίκνισμα των πλεούμενων που τολμούν. 
Κι αν κάποιο κύμα σε προλάβει και σκεπάσει την κολοκύθα που περνιέται για ένφρον και καλλίμορφον ενδιαίτημα της ζωής, χαμογελάς με κατανόηση. Είσαι ένα μαζί της. Καταπίνεις την πικρή της ευωδιά, ανασαίνεις το μεθυστικό της ποτό. Είσαστε ένα κι ας πονάνε τ’ αυτιά απ’ το παγωμένο τράβηγμα του δάσκαλου ανέμου κι από την πλησμονή του αλατόνερου ας τσούζουν τα μάτια. Αυτά δεν ξέρουν ότι σιγά σιγά μεταμορφώνεσαι. Τα πόδια σου ατονούν. Σε  λίγο θα φυτρώσει η ψαροουρά σου. Τα χέρια σου απλώνονται  στον υγρό σταυρό, αγκαλιάζουν το θολό νερό, το κορμί σου γυμνώνεται απ’ την περιττή σεμνότητα του τελευταίου ρούχου την ώρα που οι κεραυνοί γεφυρώνουν το πέλαγο σ’ αψίδες θριάμβου, σιωπηλές φαντασμαγορικές λάμψεις, που δε μπορούν να καλύψουν την οργασμική της ανάσα, τις λυτρωτικές της κραυγές. 
Γεννιέσαι κι ο ουρανός αναλύεται σε λυγμούς. Τα μαλλιά που κυμάτιζαν αλαφιασμένα τώρα γλυκαίνουν και τα δάκρυα του προσώπου σου θυμίζουν θάλασσα κι ουρανό. Υπόγλυφα. Σαν ιδρώτας. Λαχανιάζεις. Τα πνευμόνια σου δεν αντέχουν τόσην ευτυχία. Κωπηλατείς προς τη μουσκεμένη ακτή που μοσκοβολά  φθινόπωρο. Κάπου ανάμεσα στα βράχια φυτρώνει το πρώτο κυκλάμινο.

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σχόλια

  1. Avgi Kommata Εξαιρετικό κείμενο Μαρία!
    Δεν μου αρέσει · Απάντηση · 1 · 18 ώρες

    Plakiotis Anargiros Το λάτρεψα λέξη - λέξη.. Στάθηκα στην τελευταία παράγραφο, σαν επιστέγασμα των στοχασμών σου..Σ΄ευχαριστώ Μαρία μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας