Μόνοι στο πλήθος



Μόνοι στο πλήθος

Κυριακή τον Αύγουστο κι η φτωχολογιά κατέλαβε τους δρόμους γύρω απ’ την πλατεία Ιπποδαμείας. Τηγανίτα που  ψήνεται στην άσφαλτο, λεκές από λάδι, τέρας του περιθωρίου με ραχοκοκαλιά τις γραμμές του τρένου απλώνει τα πλοκάμια σε δαιδάλους ασφυχτικούς, όπου ένα ζαλισμένο απ’ τον ήλιο και τη ζέστη πλήθος συνωστίζεται. Σκιά και φως, γαλήνη κι εκκωφαντικοί ήχοι, αλλόγλωσσες κουβέντες, χαρμάνι ενδυματολογικό, δειγματισμός φυλών, διαλογή συμπεριφορών ανάμεσα στα παπούτσια του χιλιάρικου και την απορία για την έκθεση προς πώληση σκουπιδιών που περιφρονείς αν συναντήσεις εγκαταλειμμένα πλάι στους κάδους του δήμου. 
Το πλήθος πότε ανασαίνει και πότε συνωθείται ασφυχτικά. Σε μια πόλη έρημη, θαρρείς και άνοιξαν μυστικές πηγές για να ξεχυθούν εκείνοι που δεν έχουν δικαίωμα διακοπών, διεκδικώντας το δικαίωμα στην κατανάλωση. Σαν το ποτάμι πότε λιμνάζουν σε τέλματα και πότε παφλάζουν. 
Κάτω από τέντες σεντόνια που ανεμίζουν άσπρους ουρανούς διαλαλούν την πραμάτεια τους οι τσιγγάνοι, βουβοί οι ρωσοπόντιοι, ομιλητικοί οι έγχρωμοι, δεν παζαρεύει πια κανείς στο παζάρι. 
Μέσα απ’ τη μέθη του ποικιλόμορφου και τη μονοτονία της πολυχρωμίας κάτω απ’ το λιωμένο ήλιο το πλήθος αναταράσσεται, λες και συνάντησε καταρράκτη. Βουβές κραυγές κι ένας διάδρομος αυτόματα σε τοποθετούν πρώτη θέση στη σκηνή, όπου ένας αιμόφυρτος νέος κραδαίνοντας μαχαίρι κυνηγά κάποιον άλλο, που προσπαθούν να φυγαδεύσουν κάποιοι. Ούτε ο Μωυσής δεν άνοιξε την θάλασσα τόσο εύκολα. Ο φόβος καταργεί το αδιαχώρητο και μια πλατιά λεωφόρος ανοίγει μπροστά στο ματωμένο άνδρα που κρατά το μαχαίρι σέρνοντας σαν κουρέλι πίσω του μια γυναίκα που παλεύει να τον συνετίσει. «Του έκοψε το αυτί» λέει κάποιος, ενώ βουβό κι ανέκφραστο το ανθρώπινο ποτάμι καλύπτει αμέσως το κενό που χάραξε η βία. Αδιάφορα. Ό,τι κι αν είχε συμβεί κανείς δε θ’ αντιδρούσε. 
Η μοναξιά στραγγαλίζει ευκολότερα ανάμεσα στο πλήθος, σαν το λιωμένο ασήμι τ’ ουρανού που πυρπολεί την πολυάνθρωπη πολιτεία όπου αποκαλύπτονται οι νεκροί των διαμερισμάτων μόνο απ’ τη σιωπή και τη δυσοσμία. Καταργήθηκε το γαλάζιο. Ο ουρανός εξορίστηκε. Η αλληλεγγύη διαλύθηκε. Είμαστε σκαντζόχοιροι. Ιδιαίτερα ανάμεσα στο πλήθος.

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου 

Σχόλια

  1. Ageliki Maniadaki Γροθιά στο στομάχι το κείμενό σου...Και η συγκεκριμένη μοναξιά εφιαλτική και παρούσα πάντα...Εξαιρετική γραφή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας