Στον Οδυσσέα της Κίρκης και της Πηνελόπης

στον Οδυσσέα της Κίρκης και της Πηνελόπης
απόσπασμα από "'Στη Σοφία της Άγνοιας Δόξα"
Εν αρχή ην ο πόθος σου για το κορμί μου. Κι έπειτα οι κατακλυσμοί των αναβολών κι η ακροβασία ανάμεσα στην εκτίμηση και τ' αχαλίνωτο πάθος. Πάντα κατακτητής. Πάντα καβαλάρης. Κι εγώ πάντα υποτακτική, ενδοτική, αποσπώντας, λεηλατώντας, ζητιανεύοντας, αρπάζοντας, όλο και πιο επιθετική, όλο και πιο κατακτητική απ' την ανάγκη μου να εξαφανιστώ μέσα σου.
Για σένα όλα απλά και φυσικά. Όλα σοφά ταξινομημένα. Όλα μπορούσαν να περιμένουν σ' ένα χρόνο που συλλάβιζε το αύριο. Ο δικός μου χρόνος κατρακυλούσε προς το θάνατο μέσα στις ομοβροντίες υπόγειων κατακρημνίσεων. Ο θάνατος ερχόταν καταπάνω μας ορμητικός τυφώνας κι η μόνη σωτηρία τα κορμιά μας σφιχτοπλεγμένα έτσι που ν' ακινητοποιούμε τη στιγμή. Κάπου το ρολόι του κόσμου σταμάτησε.
Και λοιπόν, αγάπη μου, οι μέρες φεύγαν σαν καπνός, το 'ξέρες, κι η πυρά σου ανάλωνε τις μέρες μου κι ο πυρετός να καταλαγιάσει δεν μπορεί κι η ζωή μου λίγνεψε κι αλάργεψε κι η ανάσα μου να σε ζεστάνει δε φτάνει. Ο ήλιος κύλησε ως την άκρη τ' ουρανού, το χιόνι πότισε τα ματοτσίνορά μου, η ανατολή γονατίζει τις ελπίδες μου, κουράστηκα να γέρνεις πάνω μου σκιά δίχως το βάρος σου να με τραβά στην άβυσσο των οριζόντων. Οι επιδρομές σου μνήμη θαμπή, τα δάχτυλα μάτωσαν την ανυπομονησία των αγγιγμάτων σου, ίδρωσα τη χαρά σου, έσκυψες για να πιεις την πίκρα των βουνοκορφών μου, τι θησαυρούς ανέσυρες από κρυμμένα ναυάγια των αθέατων σπηλαίων μου; Πώς μεσουράνησες την κραυγή των ηδονών, φως μου, χαρά μου, λαχτάρα, βάσανο μου, οδύνη μου, εγκαρτέρηση, γλυκιά μου μέθη; Υποταχτική, καλόγνωμη, αρπαχτική και πλεονέχτρα, κρεμάστηκα, ορθώθηκα, γκρεμίστηκα, απάγγιασα, απλώθηκα να στεγνώσει η αγάπη μου στην έρημο της αγκαλιάς σου, λούφαξα να με καταπιούν οι αρπάγες των μπράτσων σου, σκαρφάλωσα στα δέντρα των μηρών σου, ξεδίψασα από τα λαγήνι του φύλου σου, ήθελα το στόμα σου, ήθελα στα χείλια σου να πνιγώ, ήθελα να καρφωθούν στις παλάμες σου ματωμένες οι αιχμές του στήθους μου, ήθελα να κουρνιάσω στο στήθος σου, να λεηλατηθώ απ' την ορμή των επιθέσεών σου, ήθελα να 'μαι τ' αποτύπωμα από το πέλμα των ονείρων σου, ήθελα να ξεδιψάσω απ' τον ιδρώτα της ανάγκης σου για μένα κι ο έρωτάς μου γιατρικό, φαρμάκι, δηλητήριο κι ο έρωτάς σου μαχαίρι και πληγή κι ο καλπασμός σου λευτεριάς κυμάτισμα, αγάπη μου, αγάπη μου κι οι προσταγές σου διαβατήριο ζωής.
Δεν μπόρεσα να σε κρατήσω όπως δεν μπορεί κανείς να αιχμαλωτίσει μια στιγμή, δεν άντεξα και βούλιαξα στο βάρος της χαράς σου, τα χείλια σου μαχαίρωναν τους οδηγούς της ηδονής, χνάρια τρυφερά των βίαιων σπαραγμών σου κι οι λυτρωτικές κραυγές σου πάνω μου, βαρκούλα του ήλιου μ' έστελναν στη δυτική την όχθη του θανάτου «ζωντανή με θάβεις καρδιά μου» φώναζα «ναι, ναι, αξίζει να πεθάνω γι' αυτό», ο θάνατος είναι η μόνη απάντηση στο γρίφο που μου βάζεις, παιχνίδι, ερμητικά κλεισμένο μυστικό, σφραγίδα εφτασφράγιστη, γραφή δυσδιάκριτη το χάδι, τ' αρπαχτικό φιλί, το άγγιγμα προδοτικό, το καθρέφτισμα στο ψέμα του απατηλού κακόφημου δωματίου, εσύ κι εγώ. «Πόσο ωραία είσαι! Κοίταξε!» με πρόσταζες. Τι ωραία που είναι η αγάπη μου στο βωμό του θυσιαστηρίου ένα λεφτό πριν απ' τη μαχαιριά!
Με χαλινάρι τα μακρυά μαλλιά μου ξέπλεκα, ταξίδευες στις στέπες της ηδονής σου, όπου ήθελες μ' έσερνες, πιο γρήγορα, πιο σιγανά, να νιώσεις στους παλμούς της μήτρας μου το έμβρυο της ανθρωπότητας να σφύζει, στον κόλπο μου η αιωνιότητα λούφαξε, πώς δεν το πρόσεξες, εσύ που διάπλατα ανάβεις τους προβολείς να αιχμαλωτίσεις τις πιο κρυφές εκφράσεις της χαράς μου;
Δυνάστης παντοδύναμος γονατιστή με πρόσταζες να σου τρυγώ το νέκταρ της απόλαυσης κι έπειτα βιαστικά, πάντα σαν κλέφτες, πάντα στη σκιά, πάντα στο «μη», στα σύνορα, στ' απαγορευτικά φυλάκια, στις δεσμεύσεις, στα βρόμικα στρωσίδια, τα ξένα γυναικεία ονόματα να σημαδεύουν τους καθρέφτες, καθώς διόρθωνα το κραγιόν στα χείλη μου καθρεφτιζόμουν -τι όμορφη!- στ' όνομα κάποιας άλλης, πληρωμένης με το λεπτό, την ώρα ή το μήνα, επαγγελματία στο παιχνίδι κι εγώ επιδεικτικά αγνοούσα τ' όνομα, τη δική σου σιωπή, τις δικές σου επισημάνσεις, βούλιαζα, μόνο βούλιαζα αρπαγμένη από τον κορμό σου, μ' έσερνες στο βυθό και το χαιρόμουν να πλημμυρίζω κάτω από το βάρος σου, να λιώνω στις αρπάγες των χεριών σου.
Κι έπειτα μήτε ένας λόγος θωπευτικός, μήτε ένα χάδι, μόνο τα λόγια της σειράς, το μπούκωμα του χρόνου, το ξετύλιγμα της κλωστής, το ξέφτισμα του ονείρου κι οι τύψεις της συνενοχής κι ο αγέρας να μυρίζει αθώα πεύκο, η ψύχρα της νυχτιάς -στάσου μια στάλα ν' ανασάνουμε- η συνωμοτική βιασύνη, το σκοτάδι της αποχώρησης, το μισόφωτο της συνομιλίας, μήτε ένα γλυφιτζούρι για να γλυκάνουν οι στιγμές κι οι λέξεις να σφάζουν, λέξεις λογικές σαν σιδηρόδρομοι με ταχτικά βαγόνια, όχι σαν κι αυτές που εκτροχιάζονται στην ηδονή του κρεβατιού, λέξεις με σημασία βέλους μια μια να τρυπούν προσεκτικά, με σύστημα αποφεύγοντας την καρδιά, μια καταδίκη σε θάνατο με δόσεις για ν' αποφεύγονται οι δυσμενείς επιπλοκές, ένα έγκλημα δίχως ίχνη. Σε μια βαθιά λίμνη το κουφάρι μου -η θάλασσα είναι επικίνδυνη, με τους κυματισμούς της αναδεύει τη λάσπη- κι εγώ στη θάλασσα αφέθηκα και της μιλούσα για σένα κι είχε τη γεύση των δακρύων μου. Ήταν σα να 'κλαιγα τη θάλασσα, τότε που πρωτοπνίγηκα στην αγκαλιά σου κι ήσουν ευγενικά προσεκτικός «θέλεις να φύγουμε;» ρώτησες. «Είναι ανθρώπινο, είπες, οι γυναίκες να κλαίνε θάλασσα κι οι άντρες να ιδρώνουν γυναικείο δάκρυ» κι οι ρίζες των μηρών μου λουλούδιαζαν μελανά τριαντάφυλλα στο σχήμα των χειλιών σου κι οι ρόγες μου ανυπεράσπιστες στη μέγγενη των δοντιών σου, το στόμα μου αστείρευτη πηγή για τα φιλιά σου, το δέρμα μου γυμνώθηκε απ' την αρπαχτικότητα των χειλιών σου, τα μάτια μου βασίλευαν κι όμως με πρόσταζες να δω, να ζήσω να μιλήσω. «Πες μου τι θες. Πες μου τι σου κάνω» κι εγώ ούρλιαζα ακατάληπτες κραυγές, ξεπηδούσαν από τα σπλάχνα μου εμβρυϊκές οδύνες κι έλεγες «Πιο σιγά, πιο σιγά». Πάντα ο κίνδυνος μη μας ακούσουν κι η κραυγή στα στήθη μου πηχτή «αγάπη μου, αγάπη μου».
Μα συ δεν ήξερες το χρώμα της αγάπης, τη γεύση της, δεν κάτεχες να ξεχωρίσεις την ευωδιά της που ανάβλυζε από κάθε πόρο του κορμιού. Ήθελες να με ξεσχίζεις, να με υποδουλώνεις, να μ' εκπορθεύεις. Δεν ήθελες να μ' αγαπάς.
Συγχώρα με λοιπόν γι' αυτή μου την αγάπη. Εσύ δε γύρευες τον έρωτά μου. Σου ήταν ακατανόητα τα μηνύματα που σε βομβάρδιζα. Δυσπιστούσες στις γέφυρες που έρριχνα για να διαβείς. Όλα για σένα απλά και φυσικά, όσο κρατά το άναμμα του σπίρτου. Έπειτα το σκοτάδι κι η σιωπή. Για μένα η λαύρα του πυραχτωμένου σίδερου.
Γεμίζω, μπουκώνω το χρόνο μου, τρίβω τις αιχμές να μη με σφάζουν οι στιγμές της απουσίας σου, οι σταγόνες της σιωπής σου.

Απαγόρευση απόπλου μηνυμάτων, πρόσταξες. Καταπιέζουν τα ερωτικά μου νεύματα. Η γλώσσα της αφής πρέπει να φιμωθεί. Δεν εννοούσες αυτό όταν έλεγες «Κι εγώ θέλω να σε αγγίζω». Κι όταν με φίλησες αρπαχτικά στο ασανσέρ, θα 'ταν τυχαίο. Δεν ήταν, όταν πανικόβλητος μήπως μας δουν πάσχιζες να ξεφύγεις. Και ήταν η χαριστική βολή όταν μ' έστησες απέναντι για να με πυροβολήσεις μ' ένα κατηγορώ «Είσαι πολύ καταπιεστική», είπες. «Ελπίζω πως αστειεύεσαι» αντιστάθηκα, όπως θα φώναζαν «Ζήτω η ελευθερία». Είχα ήδη σωριαστεί στο χώμα. Αυτή που έφυγε μετά, δεν ήταν παρά η σκιά μου.

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η ιστορία του αντιπυρηνικού κινήματος και ο ειρηνιστής γιατρός Γρηγόρης Λαμπράκης