Ο Κυριακάτικος περίπατος


Ο Κυριακάτικος περίπατος

Ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι καπνίζοντας κι αναθυμιόταν κείνα τα πρώτα χρόνια. Γέρασε κιολας στα 35 του. Και όμως μικρόδειχνε. Κανείς δεν τον περνούσε πάνω από 30 κι αυτό στη δουλειά του ήταν κακό. Πώς να εμπιστευθείς τη ζωή σου σε ένα παιδαρέλι;
Ο γιος του τσακώνοντας με την κόρη του. Οι τσιριχτές φωνές τους του τρυπούσαν τα μηνίγγια.
-Πάψτε επιτέλους, άκουσε τη φωνή της γυναίκας του. Ο μπαμπάς θέλει να κοιμηθεί.
Μια πόρτα έκλεισε με πάταγο κι ο θόρυβος απομακρύνθηκε. Τα παντζούρια κλειστά εμπόδιζαν το φως του καταμεσήμερου να πλημμυρίσει το υπνοδωμάτιο.
-Η καημένη η Χάρη! συλλογίστηκε ο Κώστας. Πόσα θα περίμενε σαν με παντρεύτηκε και τι βρήκε…. Κι οι γονείς της μούτρωσαν. «Δεν πήρα ούτε ντοκτορά» της λένε « και ούτε και καλός επαγγελματίας είναι. Κρίμα στην προίκα που του δώσαμε!» Και χαρά στην προίκα! Ένα διαμέρισμα δυάρι κι ένα μαγαζί κι αυτό απόμερο και συνέχεια ξενοίκιαστο και το διαμέρισμα δε φθάνει και πρέπει να πληρώνουμε ενοίκιο.
Δεν είμαι καταφερτζής, πάει τελείωσε. Δεν είμαι κομπιναδόρος. Μα ούτε και ιεραπόστολος είμαι, ούτε μπορώ να γίνω. Φταίει το σύστημα. Γνωστό. Φταίει το σύστημα.
Αν δούλευε η Χάρη; Όμως αν δούλευε, θάθελα γυναίκα για δουλειές γυναίκα για να φυλάει τα μωρά… τόσα έξοδα. Βλέπεις κι η πεθερά μόνο λόγια είναι, δε δίνει και κάνα χεράκι. Αν ζούσε η μάννα μου!!!! Μα δε βαριέσαι. Ποιον θα πρωτοκοιτούσε και κείνη η δύστυχη; Πέντε παιδιά ανάστησε κι ένα ζόρικο άντρα…. Ο πατέρας, αυτός την έθαψε. Οι παλιέ γυναίκες, βλέπεις ήταν βράχοι υπομονής. Ενώ η Χάρη, καλή, χρυσή, μα για τόλμησε να της πεις πως το φαΐ είναι καμένο, βγάζει μια γλώσσα δέκα πήχες και στο τέλος βάζει και τα υστερικά της κλάματα, έτσι που σε κάνει να νιώσεις τόσο δυνάστης, τόσο καταπιεστής…
Και τώρα, να στο νοσοκομείο, έκαναν το Χρήστο επιμελητή, ποιόν; το Χρήστο που δεν ξέρει πόσα απίδια βάζει ο σάκος, που από Ανατομία έχει μελετήσει μόνο τα βρωμοθήλυκα που μπάζει στη Μερσεντές του, που αν δεν ήταν ο μπάρμπας του καθηγητής, ποτέ δε θάχε πάρει το ρημάδι το πτυχίο. Και τώρα ο Χρήστος επιμελητής! Ο Χρήστος, που δεν κόπιασε για να μπει στο Πανεπιστήμιο, μα ήλθε μέσω Ιταλίας, αφού έκανε ένα χρόνο τουρισμό δίχως να ξέρει κατά που πέφτει το Ιταλικό Πανεπιστήμιο, έπαθε λέει μελαγχολία, θυμήθηκε την πατρίδα του και λόγω υγείας, μας ήλθε με μετεγγραφή στο πρώτο έτος.
Και συ δόλιε Κώστα, φτύσε αίμα για να μπεις και πάλι καλά που μπήκες με την πρώτη! Ο Γιώργος, πιο διαβασμένος και πιο έξυπνος μπήκε με την Τρίτη. Και κάτσε να διαβάζεις, κορόιδο Κώστα, όταν ο Χρήστος γύρναγε στις ταβέρνες και κάτσε να μαθαίνεις με τα ψηλάσου ιδανικά, πώς να υπηρετήσεις τον άνθρωπο.
Βλακείες, βλακείες για να τις χαύουν οι ηλίθιοι!
Άνθρωπος πρώτα απ’ όλα είμαι εγώ, άνθρωποι και τα παιδιά μου, η γυναίκα μου. Ποιος θα νοιαστεί γιαυτούς; Το κράτος; Μα αυτό μόνο κάποιους σαν το Χρήστο ξέρει να αμείβει. Είδες κανένα δίχως μέσον ή γλύψιμο να προκόβει;
Μα εγώ είμαι από περήφανη γενιά. Σιχαίνομαι να γλύφω τα’ άπλυτα του ενός και του άλλου. Τόσα ξενύχτια, απλήρωτα τόσα ξενύχτια! Τι κέρδισα; Άφηνα τη γυναίκα μου μόνη στο κρεβάτι, τα παιδιά μου άρρωστα και πήγαινα εκεί, δίχως μισθό να χειρουργώ ολονυχτίς, γιατί;
Έγινα καλύτερος χειρουργός. Κι έπειτα; Ποιος το εκτιμά; Οι προϊστάμενοι έκαναν το Χρήστο επιμελητή. Ήταν, λέει, από γνωστή οικογένεια κι ειχε κάνει κι ένα χρόνο στην Ευρώπη. Οι άρρωστοι… Αλήθεια πώς τους σκεπτόταν τους αρρώστους στην αρχή. Πώς έτρεμε για τη ζωή που του εμπιστεύονταν. Κι όταν πετύχαινε κι όταν νικούσε πώς χτυπούσε η καρδιά από ευτυχία! Μα τι γρήγορα που διάβαιναν τούτες οι συγκινήσεις. Μόλις συνέρχονταν ο άρρωστος, ο ετοιμοθάνατος, που εγώ είχα γλιτώσει από του Χάρου τα δόντια που εγώ είχα παλέψει ολονυχτίς να τον κρατήσω στη ζωή, ζήταγε το διευθυντή να κάνει συμβούλιο και τον πλήρωνε όσα όσα, τον άνθρωπο που πρώτη φορά αντίκριζε και για μένα δεν είχε ούτε ένα ευχαριστώ…
Θυμάμαι τα παλιά μυθιστορήματα του Κρόνιν, που διάβαζα παιδί. Αυτός ο ψυχοπλάνος μ’ έκανε να παθιαστώ με την Ιατρική. Δίχως λεφτά, δίχως ανάπαψη. Χαλάλι, σκεφτόμουν τότε. Παιδιακίσιες σκέψεις. Δίχως φαΐ, κανείς δε ζει. Δίχως λεφτά κανείς δε σε υπολογίζει. Ο Χρήστος έχει Μερσεντές. Έτσι κάνει κάθε γιατρός που σέβεται τον εαυτό του, λέει. Κι ο Τάκης ξέρει να λέει μεγάλες κουβέντες και να πληρώνεται. Είναι λοιπόν μεγάλη τέχνη να μπορείς να πείσεις τον άλλο πως είσαι σπουδαίος επιστήμονας, να μπορείς να δώσεις φάρμακα που δεν πρέπει, δίχως ντροπή, με ύφος δέκα προφεσσόρων, να μπορείς να λες ψέμματα δίχως να κοκκινίζεις. Ίσως αυτό τελικά να είναι η πιο μεγάλη σοφία της ζωής. Ο άλλος όσο σε πληρώνει, τόσο εκτιμά την αξία σου! Βλέπεις τα μαγαζιά. Τρέχουν σαν τρελοί στις μπουτικ πολυτελείας ν’ αγοράσουν πανάκριβα, ότι θα μπορούσαν να βρουν πάμφθηνα. Μα βλέπεις, έχει τη σφραγίδα του τάδε οίκου μόδας, έχει τη φίρμα. Και στην εποχή μας οι φίρμες βασιλεύουν. Μα ίσως δεν έχει άδικο ο κόσμος. Στη φίρμα αναζητά τη χαμένη του πίστη, την εμπιστοσύνη στο γνήσιο. Και πάνε για τσεκ απ στις πανάκριβες κλινικές γιατί φοβούνται τις μικρές, γιατί δε μπορούν να μπουν στα νοσοκομεία, και πάνε για γέννα στα πολυτελή τα Μαιευτήρια για νάναι σίγουρες ότι γιατρός θα τις ξεγεννήσει. Τρέλα του κόσμου; Και όμως την ίδια στιγμή οι ίδιοι τσιγκουνεύονται και την παραμικρή πεντάρα, Σε πληρώνει το νοσοκομείο σου λένε, σάμπως να μπορεί να ζήσει κάποιος με αυτό τον ξερό, ελάχιστο μισθό…
Ένοιωσε ένα δροσερό χέρι ν’ ακουμπά το μέτωπό του.
-Κοιμάσαι αγάπη μου; Είχες το τσιγάρο αναμμένο. Θα μας βάλεις φωτιά..
Κουλουριάστηκε πλάι του σα γατούλα κι έχωσε το πρόσωπό της στ’ ανοιχτό του στήθος.
-Τι μου κρύβεις; Μουρμούρισε παραπονιάρικα.
-Τίποτε, στέναξε κείνος. Απλώς σκεπτόμουν….
Γονάτισε πάνω στο κρεβάτι και τον κοίταξε με ψεύτικη σοβαρότητα.
-Είσαι κουτός, του είπε κι έπειτα από λίγο.. Τα πράγματα είναι υπέροχα!
Ο Γιαννάκης μπήκε τρέχοντας. Σκαρφάλωσε στο κρεβάτι και τρύπωσε ανάμεσά τους. Ξωπίσω του μπήκε και η Αννούλα. Αυτή προτίμησε να καβαλήσει το μαξιλάρι του κι άρχισε να του τραβάει τα μαλλιά.
-Μη παλιόπαιδο, της φώναξε γελώντας.
-Θέλω ντεντένι, μπαμπά, είπε ψελλίζοντας και καβάλησε το στήθος του.
-Είδες, που στάλεγα, είπε η Χάρη, ενώ στα καστανά της μάτια λαμπύριζε η ευτυχία. Όλα είναι υπέροχα!
-Δε ζηλεύεις, αγάπη μου; Της φώναξε ενώ κουνούσε ρυθμικά τα μωρά που τσίριζαν και γελούσαν ευτυχισμένα.
Έσκυψε και τον φίλησε παθιασμένα.
-Ξέρεις πότε θα ζηλέψω και πολύ μάλιστα. Πρόσεξε, λοιπόν κακομοίρη μου.
Πήδηξε απ’ το κρεβάτι. Τα παιδιά κρεμάστηκαν στα πόδια του.
-Μα δε σε πάω ούτε ένα θέατρο.
-Θα πάμε όταν μεγαλώσουν. Μου το ορκίζεσαι;
-Σ’ αγαπώ, Χάρη, το ξέρεις. Ωχ Πάλι λείπει το κουμπί απ’ το πουκάμισο.
Τα παιδιά είχαν κρεμαστεί τώρα πάνω της.
-Για πού τόβαλες; του είπε.
=Πάω στο νοσοκομείο. Κείνος ο φουκαράς ο γέρος που εγχειρήσαμε χθες, τη βγάζει, δεν τη βγάζει. Και ήταν τόσο συμπαθητικός!
-Λες να σου δώσει τίποτε ο γιος του;
-Μπα, δεν πιστεύω. Τα πήρε όλα ο Χρήστος. Υποσχέθηκε να του σώσει τη ζωή, ξέρεις.
-Πάντως αν πάρεις τίποτε έξτρα λεφτά, την Κυριακή θα πάμε βόλτα και θα φάμε έξω. Μου το υπόσχεσαι;
-Ναι αγάπη μου, Αντίο.
Ο γέρος ψυχορραγούσε. Δεν είχε καμιάν ελπίδα πια.
-Καλέσαμε τον κύριο καθηγητή. Θα γίνει συμβούλιο, είπε ο γιος του. Όταν ήλθε ο καθηγητής ο γέρος ήταν κιόλας νεκρός, όμως φυσικά ο γιος του πλήρωσε. Ολόκληρος καθηγητής είχε κάνει τόσο δρόμο για να τον σώσει, άλλο τώρα τ’ ότι δεν πρόλαβε. Ίσως γιαυτό να φταίει το γιατρουδάκι που μπλέχτηκε στα πόδια μας…
Ο γιος έφυγε θλιμμένος δίχως να πει ούτε ένα ευχαριστώ κι ο Κώστας ξενύχτησε πάλι δίχως πληρωμή. Είχαν βλέπεις έκτακτο χειρουργείο. Κάποιος έπρεπε να βοηθήσει. Θα πέθαινε ο φουκαράς ο άρρωστος. Κι η Χάρη μόνη στο κρεβάτι θα πρόσμενε τον κυριακάτικο περίπατο. Ποιος ξέρει; Ίσως την άλλη Κυριακή…

περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων "Ο θηλυκός άνθρωπος"

Πρόλογος
Τούτο το βιβλίο είναι πέρα για πέρα αληθινό.
Είναι ότι η γυναικεία μου διαίσθηση κατάφερε να φωτογραφίσει από τις καθημερινές στιγμές των ομόφυλών μου. Φωτογραφίες τόσο αλλιώτικες, μα τόσο ίδιες. Η Εύα, πολύμορφη σαν τη θάλασσα, πάντα γοητευτική και ζωογόνα, πάντα καταπιεσμένη, από τα γεννοφάσκια ως τη θανή της, πάντα θύμα εκμετάλλευσης μα πάντα τολμηρή κι έτοιμη ν’ αντιδράσει με όποια δύναμη της είναι βολετό.
Γυναίκες ηρωίδες, μα και γελοίες, σκληρές, κακές ή αδύνατες, μα πάντα προδομένες από παντού, ακόμη κι από το φύλο ή τα παιδιά τους.
Γυναίκες παγιδευμένες σε μιαν εποχή επανάστασης, που πριν προλάβουν να γευτούν τη γλύκα των καρπών της, τις φόρτωσε με νέες ευθύνες.
Γυναίκες πελαγωμένες από τις τόσες θεωρίες, που τέλεια ανοργάνωτα παλεύουν κι αντιδρούν, υπακούοντας τυφλά στην παρόρμηση και τις εμπειρίες τους.
Γυναίκες τόσο όμοιες στον πόνο και την αγάπη, τόσο ευαίσθητες κι υπεύθυνες μπροστά στην ίδια τη ζωή.
Τούτες οι φωτογραφίες παρθηκαν με αγάπη και γνήσιο ενδιαφέρον. Είθε να βοηθήσουν να βρει επιτέλουν η Εύα το χαμένο της πρόσωπο, την αληθινή της ταυτότητα. Είθε να γίνει κάποτε η Εύα αυτό που πάντα ήταν. Ο Θηλυκός άνθρωπος.
Πειραιάς 1981

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας