Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Η Ζωή

πίνακας του Edward Burne Jones  "τα βάθη της θάλασσας" 1887
Η Ζωή

Τα ταξίδια πάντα φέρνουν ρομαντική διάθεση. Φταίνε βέβαια κι οι τρυφερές υπάρξεις, εγχώριας και αλλοδαπής προέλευσης που σειούνται και λυγιούνται στο κατάστρωμα, μισόγυμνες και προκλητικές, ξεροψημένες κι αφράτες σα φραντζόλια.
Φταίει και τ’ αγέρι της θάλασσας, που σου πλημμυρίζει τα πνευμόνια με διάθεση για δράση. Φταίει και το κύμα που αφρίζει κάτω από την κίνηση του καραβιού, φταίει κι η αλμυρή δροσιά που σου διαπερνά το μεδούλι, φταίει και η γοητεία του επαγγέλματος.
Ένας καπετάνιος με την ολόασπρη ατσαλάκωτη στολή του με τα χρυσά σειρήτια με το καπέλο και το ύφος του άρχοντα που όλο διαταγές δίνει, είναι πάντα αντικείμενο θαυμασμού και πειρασμός για όλα τα θηλυκά που μπαινοβγαίνουν σ’ ένα βαπόρι, που κάνει γραμμή στα τουριστικά μας νησιά. Ένας καπετάνιος είναι βασιλιάς, πρωθυπουργός ή κάτι παραπάνω, απόλυτος άρχοντας στο σκαρί που κουμαντάρει. Όλοι, σα στρατιώτες μπροστά του, στέκονται σούζα και κανένας δεν αμφισβητεί ή σχολιάζει το αλάθητο των εντολών του.
Βέβαια ακούς για περιπτώσει ανταρσίας, μα μόνο σε καράβια εμπορικά πάντα μακρυά απ’ τη ζεστή ατμόσφαιρα του ζεστού μας λιμανιού. Για τον καπετάνιο είναι πιο ξεκούραστο να κυβερνά μεγάλο πλοίο αντίς για ποστάλι, που κάθε λίγο σταματά σε λιμάνι και σε βάζει σε όλο το μπελά της μανούβρας, όμως άλλο να κουμαντάρεις το πλήρωμά σου και άλλο να φαντάζεις σε τόσα υπέροχα πλάσματα, που σε κοιτούν και τρέχουν τα σάλια τους, λες και είσαι ξερολούκουμο.
Η αλήθεια είναι πως δεν είχα ερωτευθεί ποτέ μου. Πιστεύω πως υπάρχουν άνθρωποι, που είναι πλασμένοι να ερωτεύονται και να βασανίζονται και άλλοι να περιγελούν και να βασανίζουν. Άλλοι που νιώθουν έρωτα πάντα ανικανοποίητο και άλλοι που κυκλώνονται από ερωτευμένες καρδιές και όμως είναι ανίκανοι να ανταποκριθούν. Τέλος υπάρχει και η πιο συνηθισμένη περίπτωση, η δική μου: έρωτας για να περνά η ώρα και σπανιότατα υπάρχει και ο τέλειος έρωτας ψυχών και σωμάτων, που μόνο εκλεκτοί απολαμβάνουν, αν μπορεί να θεωρηθεί απόλαυση η γεύση του ίδιου φαγητού, οσονδήποτε εκλεκτού, ανελλιπώς κάθε ημέρα.
Ο γάμος μου ήταν καθαρά θέμα κρίσης. Νέα, ωραία, με προίκα και βολικό σόι, ηθική, όσο ξέρω, τουλάχιστον. Σε αυτό το θέμα είμαι ελαστικός. Αδιφορώ για τις εξωσυζυγικές της περιπέτειες, εφ’ όσοσν δε μου δημιουργούν προβλήματα. Είμαι δημοκρατικός και υπέρ της ισότητας των φύλων. Μου αρκεί πως σαν γυρίζω δείχνει πάντα διψασμένη για τα χάδια μου στο κρεβάτι. Άλλωστε ούτε εκείνη με ρωτά αν της είμαι πιστός και αν με ρωτούσε φυσικά και δε θα μάθαινε την αλήθεια. Ο γάμος είναι μια εμπορική υπόθεση. Αναλαμβάνω τα εξοδα του σπιτιού, του φαγητού, των διασκεδάσεων, των κοσμημάτων και των φορεμέτων της κι εκείνη το μόνο που έχει να κάνει για μένα είναι ν’ ανέχεται την ολιγοήμερη παρουσία μου στο σπιτικό της και να μεγαλώνει τα παιδιά μου.
Ευτυχώς που διάλεξα ένα τέτοιο επάγγελμα γιατί μου είναι αδύνατο να ζω συνέχεια πλάι στο ίδιο θηλυκό, που θα βρωμά κεφτέδες ή φασολάδα, με τα κουτσούβελα να κρέμονται στη φούστα της, να δέχομαι τις εκρήξεις της οργής για την κατάντια της, τη γκρίνια για τη γκρινια μου, την ανία της για την ανία μου. Έτσι είναι πιο καλά. Σαν γυρίζω είναι πάντα φρεσκοπλυμένη κι από το κομμωτήριο. Όλα στο σπίτι στην εντέλεια και τα παιδιά προσεκτικά, μη με κουράσουν. Κι έπειτα πάμε κάπου τετ α τετ κι ώρες ώρες νιώθω πως είμαι ερωτευμένος. Τι διάολο, στο κάτω κάτω πρέπει να ήμουν ερωτευμένος για να την παντρευτώ.
Η αληθινή μου όμως ζωη ταξιδεύει πάνω στο πλοίο. Πάνω στη γέφυρά του εκπληρώνονται όλες μου οι επιθυμίες. Λες και γίνομαι άλλος άνθρωπος. Είμαι το πρόσωπο της ημέρας, ο εκλεκτός. Δεν έχω παρά να απλώσω το χέρι μου για ν’ αδράξω τους καρπούς της ευτυχίας μου. Η καπίνα μου συχνά γίνεται γκαρσονιέρα για τα τρυφερά θύματα που επιζητούν με αγωνία το θύτη τους. Προτιμώ τις ξένες και τις παντρεμένες. Είναι πάντα πιο απελευθερωμένες και σίγουρες πως στο τέλος του ταξιδιού τελειώνει και η ωραία μας περιπέτεια.
Αν δουλεύεις με διακριτικότητα και συνέπεια δεν κινδυνεύεις να σε πιάσουν στα πράσα. Γιαυτές τις δουλειές όμως απαιτείται επιδεξιότητα και μεράκι, ειδάλλως υπάρχει κίνδυνος να τα κάνεις θάλασσα και να γίνεις ρεζίλι και των σκυλιών.
Καλά περνούσα στο ποστάλι, τι μου ήλθε να μμπω σε αυτό το υπερωκεάνιο; Υπεραυτόματο, σου λέει ο άλλος, ξεκούραστο, άνετο, πολυτελές, καινούριο, ασφαλές. Κι έπειτα βαριέσαι όλο τα ίδια στο ποστάλι. Έμπαινε και ο χειμώνας και το Αιγαίο με αυτές τις σκυλοπνίχτρες καταντά επικίνδυνο. Ο «Πολικός» θα διέσχιζε τον Ατλαντικό ως το Μπουένος Άιρες.
Η γυναίκα μου δεν είχε αντιρρήσεις. Ο λόγος μου είναι προσταγή, άλλωστε από κει θάχε πιο μεγάλο έμβασμα, πράγμα που ήταν και το μόνο της ελάττωμα, το ξεκοκκάλιζε μ’ εκπληκτική ταχύτητα.
Μετέφερα χώμα από τη Μήλο στην Αμερική. Με αυτό το χώμα, λέει φτιάχνουν φάρμακα, καλλυντικά, μονώσεις και το ακριβοπληρώνουν. Φοβόμουνα τη μοναξιά του μακρινού του ταξιδιού. Ονειρευόμουνα Χογκ Κογκ, Ιαπωνίες, Ισπανίες με κοπέλες εξωτικές και μαγεμένες, μα το Μπουένος Άιρες δε μου μύριζε τίποτε το καλό, έξω από τις συνηθισμένες πληρωμένες παστρικιές, εμφίβολης καθαριότητας των καμπαρέ και των υπογείων.
Διαβάζοντας τον κατάλογο του πληρώματος το μάτι μου έμεινε σ’ ένα όνομα «Ζωή Λάμπρου : ασυρματίστρια» . Τη φανταζόμουνα στυφή και κακομούτσουνη γεροντοκόρη ή έστω στεγνή ξεζουμισμένη γυναίκα μιας κάποιας ηλικίας και ξύνισα τα μούτρα μου.
-Να και ο εκπρόσωππος του ωραίου φύλου στο ταξίδι μας για να μας κόβει την όρεξη.
Μα σαν την είδα, έμεινα άφωνος. Έδειχνε καμιά 20ρια και είχε μεγάλα πράσινα μάτια και φωτεινά καστανόξανθα μαλλιά που τύλιγαν το πρόσωπό της μαλακά κι αγράτα σα φωτοστέφανο. Η κοπέλα ήταν καλλονή για καλλιστεία. Τι γύρευε αυτό το πλάσμα στον «Πολικό» για το μπουένος Άιρες; Όλο το πλήρωμα, το πρόσεχα, την κοίταγε στα μάτια. Όλοι απ’ τον πιο σοβαρό ως και το πιο ρεμέλι της έκανα τσιριμόνιες πριν καλά καλά σηκώσει άγκυρα το καράβι. Μα κείνη έδειχνε ψυχρή κι απρόσιτη σαν πάγος. Η τακτική μου είναι σοφή. Στην αρχή κάνω το δύσκολο κι έπειτα δείχνω ενδιαφέρον κι έτσι σίγουρα κατακτώ το στόχο μου. Έτσι έγινε και με τη Ζωή. Στην αρχή της φέρθηκα ψυχρά. Την πρώτη βδομάδα μάλιστα την είχα όπως το χειρότερο μούτσο. Μα αυτή δεν έδειχνε να νοιάζεται. Έκανε τη δουλειά της κι έπειτα σαν ο καιρός ήταν καλός ρέμβαζε με τις ώρες στην κουπαστή, υπέροχη στο στενό της παντελόνι και το εφαρμοστό μπλουζάκι, μόνη, πάντα μόνη, αποφεύγοντας ευγενικά την παρέα όλου του πληρώματος, από τον υποπλοίαρχο ως τον τελευταίο ναύτη, που φορτικά αποζητούσαν τη συντροφιά της.
Κι έπειτα για πρώτη φορά παράτησα τις τεχνικές κι έριξα τον τουπέ μου και της μίλησα ευγενικά. Την κάλεσα να πιουμε και κανένα πιοτό στην καμπίνα μου. Μα τίποτε. Εκείνη ευγενικά αρνήθηκε κι εγώ άρχισα να σκυλιάζω. Ποια νόμιζε τέλος πάντων πως είναι, η ξιπασμένη; Εδώ, άλλες κι άλλες, κυρίες του καλού κόσμου, πολύ καθώς πρέπει θα το θεωρούσαν μεγάλη τους τιμή ακόμη και να τις κοιτάξω κι αυτή να μου κάνει τη δύσκολη!
Βγίνοντας από το Γιβλαρτάρ έπιασε η φουρτούνα. Μια καταιγίδα πρωτόφαντη, μας έσπαγε τα νεύρα.
Εκείνη στον ασύρματο κι εγώ στη γέφυρα ολονυχτίς κι ολημερίς παλεύαμε να βγούμε απ’ αυτή την κόμαση και τότε έγινε το χειρότερο. Αρπάξαμε φωτιά, δίχως να βρούμε την αιτία και πάνω που τη σβύσαμε σταμάτησαν κι οι μηχανές. Παραδέρναμε αβοήθητο στην καταιγίδα του Ατλαντικού τρία ολάκερα μερόνυχτα.
Οι ναύτες άρχισαν να βρίζουν. Έψαχναν να βρούνε τον ένοχο κι ο μάγειρας, που ήταν προληπτικός, τους βρήκε τη Ζωή για φταίχτη τούτης της μεγάλης συμφοράς.
-Δεν τόχετε ακούσει που λένε «πυρ, γυνή και θάλασσα»; Για να λευτερωθούμε απ’ το σατανά και να τριτώσει το κακό πρέπει να βγάλουμε από τη μέση το κορίτσι. Αυτή φταίει για όλα. Δε βλέπετε τι μυστήρια φέρεται; Μπορεί να είναι μάγισσα. Δε θα γλιτώσουμε με αυτή πάνω στο καράβι.
Αμέσως πήγα στην καμπίνα της. Πάλευε για να κοιμηθεί μέσα στην κοσμοχαλασιά ώσπου νάρθει η βάρδια της κι ενώ ο ουρανός φίνονταν νάχει γίνει ένα με τη θάλασσα. Σα με είδε προσπάθησε να κρύψει το γυμνό της μπούστο μα γω την πήρα βιαστικά από το χέρι και την τράβηξε, έτσι όπως ήταν, με τις νυχτικιές δίχως εξηγήσεις στην καμπίνα μου. Στο μεταξύ ήλθαν και οι άλλοι και ξέσπασαν στο μούτσο, που τους πρόδωσε, τον τουλουμιάσανε στο ξύλο, το φουκαρά κι έπειτα ήλθαν απειλητικά έξω από την καμπίνα μου. Εγώ τους πρόσμενα με το ερίστροφο στο χέρι.
Η αήθεια είναι πως όλοι τους δεν πήραν έτσι αψήφιστα την απόφαση που πήραν. Έμαθα πως τσακώθηκαν. Πως ήλθαν στα χέρια. Ο Πέτρος μάλιστα, ένας νταής μηχανικός, προσπάθησε με θάρρητα να τη γλιτώσει. Μα αλίμονο, ο μάγειρας με σύμμαχο του έναν αιγύπτιο, το Μουσταφά, πήρανε την πλειοψηφία. Εμένα μυ το κάρφωσε ο μούτσος, που φαίνεται την είχε συμπαθήσει γιατί του φερνόταν γλυκά και μαλακά, ενώ όλοι οι άλλοι τούδιναν σφαλιάρες.
-Τι τρέχει, καλόπαιδα; τους ρώτησα.
-Το και το, μούπε ο μάγειρας. Αποφασίσαμε να την πετάξουμε στη θάλασσα να ξορκίσουμε το κακό.
-Βρε ηλίθιοοι, τους λέω. Πρώτη φορά σε πλοίο τυχαίνει κάτι τέτοιο; Δε ντρέπεστε, βρε ρεμάλια; τους λέω, να θέλετε να ξεσπάσετε στο κορίτσι γιατί δεν έχετε τι να κάνετε τ’ απαυτά σας;
Τους είδα και λουφάξανε.
-Δρόμο, δουλειά, στις μηχανές για να γλιτώσουμε.
Η Ζωή στεκότανε κλαμένη στην καμπίνα μου, με τα μεγάλα μάτια της ολάνοιχτα απ’ την τρομάρα.
-Μείνε εδώ, της είπα. Μη φοβάσαι. Όλα τελειώσανε. Ετούτοι οι παληκαράδες δεν τολμάνε άλλο.
 Σε μιαν ωρίτσα οι μηχανές άρχισαν πάλι να δουλεύουν κι η κααιγίδα έμοιαζε να έχει κουραστεί. Ήμουν ευτυχισμένος, σίγουρος πια για την επιτυχία των σκοπών μου, τώρα που τη γλίτωσα από του Χάρου τα δόντια.
Ξεκλείδωσα την καμπίνα παίρνοντας το πιο γοητευτικό μου χαμόγελο. Ήμουν ο ήρωας.
Πάνω στο κρεβάτι μου πεσμένη, βρίσκονταν η Ζωή, πνιγμένη στο δικό της αίμα. Με το πιστόλι είχε τινάξει το ωραίο της κεφάλι στον αέρα και τα ματωμένα της μυαλά πιτσίλιζαν τους τοίχους. Πάνω στο γραφείο μου βρήκα το γράμμα της.
«Εγώ φταίω για όλα. Δεν έπρεπε ποτέ να διαλέξω αντρικό επάγγελμα. Ο Θεός με καταράστηκε γιατί αρνήθηκα το φύλο μου, γιατί πήγα κόντρα στη φύση. Στο πρώτο μου ταξίδι έγινε ναυάγιο και όλοι πνίγηκαν, εξόν από μένα. Στο δεύτερο πήραν φωτιά κι όλοι καήκαν, μοναχά εγώ γλίτωσα. Τα παιδιά είχαν δίκιο. Έπρεπε να φύγω εγώ για να γλιτώσετε. Από την αρχή σας αγαπούσα. Πρέπει να φύγω για να σας σώσω. Σας το χρωστώ.
Αντίο
Ζωή»

Την άλλη μέρα ξαστέρεψε. Θάψαμε τη ζωή στο βυθό της θάλασσας, καταπώς ταιριάζει σε ναυτικούς. Και από τότε κάθε γυναίκα που συναντώ θαρρώ πως είναι η Ζωή, όχι η Ζωή όμορφη και ζωντανή, όπως την πρωτόδα, μα η Ζωή με τιναγμένα τα μυαλά, όπως τη βρήκα μισόγυμνη στο κρεβάτι της καμπίνας μου.


περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων "Ο θηλυκός άνθρωπος"

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου