Ένα μοναχικό κορίτσι


Ένα μοναχικό κορίτσι

ΡΕΝΑ: Ζούσαμε μαζί σαν αντρόγυνο δυο χρόνια πριν παντρευτούμε. Εκείνος σπουδαστής στο Πολυτεχνείο κι εγώ γιατρός στην εκκόλαψη. Είχα δοκιμάσει και με άλλους το πείραμα.
Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη ιδανική για τέτοιους πειραματισμούς της νεολαίας. Μυρμηγκιά ο φοιτητόκοσμος, επαρχιωτάκια λεύτερα πια από τον πατρικό ζυγό.
Ήταν ο πιο τέλειος συγκάτοικος που γνώρισα. Έπλενε τα ρούχα του, συμμάζευε τα πράματά του, μαγειρεύαμε κι οι δυο μαζί, συγυρίζαμε, ψωνίζαμε κι οι δυο, διαβάζαμε, διασκεδάζαμε παρέα.
Θυμάμαι που και που μέναμε ως αργά ακούγοντας τζαζ απ΄ το σαραβαλάκι το πικ απ που τούστειλε ο πατέρας του και βούιζε η πολυκατοικία.
-Σκασμός, γαϊδούρια… Έχουμε και διάβασμα! Ακούγονταν τέλος από τον ακάλυπτο και τότε ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια, κλείναμε το πικ απ, σβήναμε τα φώτα και κάναμε έρωτα κατάχαμα πάνω στη φλοκάτη της μάνας μου.
Όμορφα χρόνια, γεμάτα συγκινήσεις. Ο πατέρας μου, ένας γέρος παλιών ξεπερασμένων αντιλήψεων, τόξερε μα έκανε πως δεν το ξέρει. Τρεις κόρες είχε ο άμοιρος. Αλίμονο αν γύρευαν όλες προίκα. Μούστελνε τακτικά το μηνιάτικο και τα φιλιά του και ήταν ευχαριστημένος που δεν έχανα χρονιά και θάβγαινα κάποτε γιατρίνα. Οι δικοί της ήταν πιασμένοι πολιτικοί μηχανικοί, λεφτάς ο γέρος του κι η μάνα του της αριστοκρατίας. Μοναχογιό τον είχανε. Στην αρχή δεν είπαν τίποτε μη του χαλάσουνε τη ζαχαρένια. «Παιδί είναι, ας κάνει καμια τρέλα» έλεγαν. Μα αυτός ήτανε φαίνεται πολύ τρελός κι έτσι στα ξαφνικά, δίχως καν να τους ειδοποιήσουμε παντρευτήκαμε σ’ ένα ξωκλήσι, αφού τσακωθήκαμε με τον παπά που γύρευε παραπάνω λεφτά για ν’ ανάψει τον πολυέλαιο.
Ο πατέρας μου χάρηκε, χάρηκε πολύ κι έστειλε τη μάννα και την αδελφή μου με χωριάτικες χυλοπίτες και τραχανά για γαμήλιο δώρο και στριμωχτήκαμε στο δυαράκι μας για τη βδομάδα του μέλιτος. Ήτανε τότε που ο πατέρας έπαψε πια να μου στέλνει χαρτζιλίκι. Οι υποχρεώσεις του τελείωσαν τη στιγμή που με φόρτωσε στους ώμους του Άρη.
Οι δικοί του θύμωσαν, μα έκαναν πως αγνοούν το γεγονός και τούστελναν τόσα ώστε τα κουτσοβολεύαμε τον πρώτο καιρό. Μετά μας βοήθησαν, από μακρυά πάντα με τις γνωριμίες και τα μέσα τους να βρούμε καλές δουλειές κι έτσι το δεύτερο κιόλας χρόνο του γάμου μας ματσωνόμαστε καλά.
Πιάσαμε πιο ευρύχωρο δαμέρισμα, αγοράσαμε μοντέρνα έπιπλα, στέρο, μπόλικα λουλούδια πούκαναν το μπαλκόνι να μοιάζει με ζούγκλα, αγόρασα φορέματα και λούσα, αγόρασε φωτογραφικά κι εμφανιστήριο. Ζούσαμε μούρλια. Μόνο που φοβάμαι να κάνω παιδί. Με τη δουλειά που κάνω είδα τόσα….Όσα ξέρει κανείς τόσο το χειρότερο. Φοβάμαι τον πόνο. Μισώ τον θάνατο.
Μα ένα παιδί δικό του να τρέχει και ν’ αναστατώνει το διαμέρισμα είναι κάτι το υπέροχο! Κι έπειτα ο Άρης όλο φωτογραφίες παιδιών κρεμάει στους τοίχους…. Εκείνος θέλει τόσο ένα παιδί! Σκέφθηκα να του κάνω το χατήρι.


ΑΡΗΣ: Αφ’ ότου η Ρένα έμεινε έγκυος χάσαμε τα νερά μας. Ούτε εκδρομές πια, ούτε μπουάτ, ούτε χορός, ούτε τίποτε. Έμεινε στο κρεβάτι, ήταν δύσκολη, λέει η εγκυμοσύνη της, χλώμιαζε σα λεμόνι κι όλο έκανε εμετούς μα έκανε κουράγιο κι η καρδιά της χόρευε από περηφάνια όσο έβλεπε την κοιλιά της να φουσκώνει. Δεν έβγαινε έξω όπως οι άλλες για να το δείξει κι η μοναδική της απόλαυση ήταν σαν έβαζα το χέρι μου στην κοιλιά της όταν ο μπόμπιρας κλωτσούσε. Τους γέρους τους έφερα με το ζόρι να τη δούνε. Ήταν συγκινητικά. Όλοι έκλαιγαν. Βέβαια το εγγονάκι θα είχε τ’ όνομά μας.

Πλησίαζε ο καιρός για να γεννήσει κι άξαφνα είχε αίμα, πολύ αίμα. Αιμορραγούσε, στράγγιζε.
Ήταν όλοι φίλοι, συνάδελφοί της στο νοσοκομείο. Πάλεψαν, πάλεψαν πολύ. Δεν τους κατηγορώ. Μα εκείνη χάθηκε. Στράγγισε και την τελευταία σταγόνα αίμα της για να μ’ αφήσει ένα μωρό στην αγκαλιά, ένα σερνικό μωρό που θάχει τ’ όνομα της οικογένειας.
Μα εγώ δεν θέλω το μωρό. Θέλω εκείνη. Να τσακωθούμε, να φιλιώσουμε, ν’ αγαπηθούμε, να σμίξουμε με τη ζωώδικη ορμή που μας έδενε όσο ζήσαμε μαζί
Ήταν κάποτε μια μοναχική κοπέλα, που την έλεγαν Ρένα και συνάντησε ένα μοναχικό αγόρι, εμένα, κι αποφάσισαν να φτιάξουνε ένα καινούριο κόσμο, μα στο τέλος γέννησαν ένα φριχτό μωρό, ένα μωρό που έζησε από το θάνατο της ίδιας του της μάννας.
Είναι άδικο! Οι γέροι μου είναι ευχαριστημένοι. Όλα τελείωσαν καλά για την οικογένεια. Πήρε η μάννα μου το παιδί να το αναθρέψει όμοια κι απαράλλαχτα με μένα.
Κι εγώ…Εγώ θα τρέχω για σπουδές στο εξωτερικό. Θα μου πλασάρουν νύφες πολυπροικούσες. Θα μπω στο κατεστημένο. Θα γίνω σκληρός, απάνθρωπος. Θα δείξω τη γροθιά μου στο θεό. Δεν είχε το δικαίωμα να τα τελειώσει έτσι. Δεν είχε το δικαίωμα να φτιάξει έτσι τον κόσμο.

Ήταν κάποτε ένα μοναχικό κορίτσι που το κλάδεψαν άγουρα.

 Περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων "Ο Θηλυκός άνθρωπος"


Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας