H ελευθερία του τριγώνου

H ελευθερία του τριγώνου
     -Μπορείς να χωρέσεις τόσο πολλά πράγματα σε μια μέρα, όταν δεν είσαι ερωτευμένος!
   Έτσι κατέληγε πικρά τη συνέντευξη η διάσημη ζωγράφος και οι δημοσιογράφοι σεβάστηκαν τη θλίψη της. Άλλωστε όλο το ήξεραν. Ποτέ, ούτε την εποχή που ήταν στις μεγάλες δόξες της, ποτέ δεν προχωρούσε σε εκμυστηρεύσεις. Μιλούσε πάντα για τη δουλειά της και μόνο γιαυτήν. Πίστευε ότι η ιδιωτική της ζωή δεν έπρεπε να εκτίθεται στο αδιάκριτο μάτι του παμφάγου κοινού και τίποτε δεν την απωθούσε περισσότερο από τα σκάνδαλα που πλούτιζαν τα λογής λογής μέσα μαζικής ενημέρωσης.
  Είχε ξανά βρεθεί στο κέντρο της επικαιρότητας ανήμπορη ν’ αντιδράσει σε αυτή την ανελέητη ανατομία της ψυχής κάτω από το φως των προβολέων, δίχως κανένα για να στηριχτεί, κανένα ώμο που να νιώθει τόσο δικό της ώστε να μπορεί ν’ ακουμπήσει τους λυγμούς που της έπνιγαν το λαιμό, δίχως κανένα πια να την προστατεύσει πέρα από τη σιωπή των εικόνων που την κατέκλυζαν τη νύχτα.
Όπως και τότε. Όλοι τους έτρεξαν με το προσωπείο της συμπόνιας, με τη χαιρεκακία να μεταμφιέζεται σε ενδιαφέρον. Όπως και τότε. Όλοι ρωτούσαν τι θα ’θελε να κάνουν, πώς θα μπορούσαν να τη συντρέξουν. Είναι τόσο εύκολο να ρωτάς «τι θα μπορούσα να κάνω;» σε μιαν υπόθεση, που όλοι ξέρουν ότι κανείς δε μπορεί να κάνει το παραμικρό. Και κανένας τους πια δε χρειαζόταν. Και ήξερε πια πως, αν και τίποτε δεν επιθυμούσε και τίποτε δε φοβόταν, ποτέ δε θα ήταν ελεύθερη.
Τότε όμως δεν ήταν η μόνη περίπτωση. Είχε ήδη χορτάσει τη νοσηρή τους περιέργεια. Τα πτώματα ξεχύνοντας απ’ τα κανάλια της τηλεόρασης και γέμιζαν με εφιάλτες τις άδειες από όνειρα κρεβατοκάμαρες.
Η δική της περίπτωση είχε το στοιχείο του τραγικού. Ήταν αυτό που τους έδινε την ψευδαίσθηση ότι η ανθρώπινη Μοίρα δεν κάνει διακρίσεις και πως τελικά όλα ισοπεδώνονται. «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε» που έλεγε κι ο μακαρίτης ο Σόλων, πεθαμένος κι αυτός, τι ειρωνεία! Μπορούσαν να ελπίζουν, αφού δεν πνίγηκαν μόνο στα υπόγεια των λαϊκών συνοικιών ή στα αυθαίρετα, που χτίστηκαν στο ρέμα.
Όλη η οικογένεια της διάσημης ζωγράφου παρασύρθηκε σ’ έναν υπόνομο. Ο σύζυγος και τα δυο τους παιδιά. Ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας και δυο αριστούχοι φοιτητές μέσα σε λίγα λεφτά έγιναν ένα με το ρυπαρό νερό των αποχετεύσεων. Εξαφανίστηκαν στη σχισμή του υπονόμου, διαλύθηκαν από την υγεία της καταιγίδας, που ξέπλυνε την αναίδεια της μεγαλούπολης.
Εκείνη γλίτωσε χάρη σ’ ένα πίνακα, σ’ έναν ατέλειωτο πίνακα, που την εμπόδισε να τους συνοδεύσει κείνο το βράδυ.
-Αφού το ξέρεις ότι απεχθάνομαι τις επισημότητες! του είχε πει. Πήγαινε με τα παιδιά. Ξέρεις πόσο θαυμάζουν το Φάνη. Είναι ο μόνος έλληνας ηθοποιός, που εκτιμούν. Εγώ, πες του θα πάω κάποιο άλλο βράδυ. Όχι στην πρεμιέρα. Με βασανίζει αυτός ο πίνακας. Πρέπει επιτέλους να τελειώσει.
Αυτός ο πίνακας δεν έμελλε να τελειώσει. Τον ξέβγαλε η καταιγίδα. Ήλθε ξαφνικά με ριπές καυτές που αναμάλλιασαν τα φύλλα των φυτών της βεράντας της. Οι κουρτίνες τρεμόπαιξαν ανήσυχα κι ακολούθησε η θριαμβευτική εκτόνωση τ’ ουρανού σε αστραπόβροντα.
«Ο Θεός κάνει φασίνα, μετακινεί τα έπιπλά του να καθαρίσει κάθε βρωμιά. Γιαυτό και κάνει φασαρία. Μη μου φοβόσαστε. Η βροχή είναι προετοιμασία για γιορτή. Γιαυτό και δοκιμάζουνε τους προβολείς οι άγγελοι φωτορεπόρτερ» συνήθιζε να λέει στα παιδιά της που ‘τρεχαν μικρά να κουκουλωθούν κάτω από τα στρωσίδια της κάποιες νύχτες σαν κι αυτή.
Από μικρή λάτρευε να παρατηρεί τις μεταμορφώσεις του τοπίου κάτω από τον ηλεκτρισμό της καταιγίδας. Έτσι και τώρα. Είχε εγκαταλείψει τον καμβά και θαύμαζε τους κόσμους που ‘πλαθε το στερέωμα πάνω από τις πολυκατοικίες. Κι έπειτα άνοιξαν οι καταρράκτες του ουρανού και τα νερά πλημμύρισαν τη βεράντα αναγκάζοντάς τη ν’ αφήσει την ονειροπόληση και να στρωθεί με σκούπες και σφουγγαρόπανα προσπαθώντας να σταματήσει την εισβολή του νερού στο καλογυαλισμένο παρκέ του ατελιέ της.
Δεν είχε προλάβει τίποτε να σκεφθεί, δεν είχε ανοίξει την τηλεόραση, όταν χτύπησε το τηλέφωνο και βλαστημώντας γιατί την αποσπούσαν απ’ τη απαιτητική δουλειά της έτρεξε να σηκώσει το ακουστικό. Μαγκωμένη η φωνή της Φαίδρας.
-Τι κάνεις;, τη ρώτησε.
-Προσπαθώ να μαζέψω τα νερά, της είπε κάπως απότομα.
-Δεν είδες τηλεόραση; τη ρώτησε αμήχανα
-Δε βλέπω τον καλό καιρό τηλεόραση, της είπε. Θα δω τώρα που πνιγόμαστε;
- Α, καλά, είπε ξερά η Φαίδρα κι έκλεισε.
-Τι ηλίθια! σκέφθηκε εκείνη. Με παίρνει τέτοια στιγμή για να κουτσομπολέψει για την τηλεόραση!
Τότε για πρώτη φορά το σπίτι ήχησε τη μοναξιά του κι εκείνη ανατρίχιασε στη σκέψη του ότι εκείνος και τα παιδιά έλειπαν. Θυμήθηκε κάποιες γριές που κρατούν μέρα νύχτα ανοιχτή την τηλεόραση για συντροφιά κι αφήνοντας το σφουγγαρόπανο έτρεξε προς την τηλεόραση, όταν ξανά την πρόλαβε το τηλέφωνο.
-Η κυρία Ρωμανού;
-Ναι, απάντησε άτονα στην άγνωστη φωνή.
-Στεργίου, δημοσιογράφος.
-Τι θέλετε; τον ρώτησε ενοχλημένη.
-Έχετε κανένα νέο από το σύζυγο; τη ρώτησε. ΄Ηταν μόνος του στο αυτοκίνητο;
Έτρεξε έξαλλη προς την τηλεόραση με την απόγνωση που ο πνιγμένος αναζητά την επιφάνεια του ωκεανού. Ξαφνικά η τηλεόραση μεταμορφώθηκε στο δικό της περισκόπιο στον κόσμο. Με λύσσα έκανε ζάπινγκ στους σταθμούς. Παντού η ίδια εικόνα. Η Αθήνα μια λίμνη, αυτοκίνητα να πλατσουρίζουν κωμικά στα λασπόνερα. Ώσπου το είδε. Το δικό τους αυτοκίνητο να κρέμεται από το γάντζο κάποιου γερανού με όλα τα παράθυρα θρυμματισμένα και τις λαμαρίνες τσαλαπατημένες.
-Έτσι μασούσε ο γιος μου τ’ αυτοκινητάκια που του χάριζαν, σκέφθηκε, ενώ χτυπούσε το κουδούνι της εξώπορτας και μηχανικά το άνοιξε δίχως να μπει στον κόπο να ρωτήσει ποιος νάναι τέτοιαν ώρα.

Μπήκαν με τους προβολείς να τη στοχεύουν. Την έλουζαν με φως και ερωτήσεις.
-Τι ώρα έφυγε; Ήταν μόνος; Πότε επικοινωνήσατε για τελευταία φορά;
Δεν ήταν άνθρωποι. Ήταν απωθητικά έντομα με μικρόφωνα αντίς για δαγκάνες και κάμερες αντίς για κεραίες. Ζουζούνιζαν τριγύρω της και την πολιορκούσαν. Κούρνιασε σε μια γωνιά του σαλονιού αμίλητη κι αγκάλιασε τα πόδια της μένοντας πεισματικά σιωπηλή κι αδιάφορη.
Κάποιοι γείτονες βρήκαν την πόρτα ανοιχτή κι άρχισαν να προκαλούν τους προβολείς να τους μπάσουν στο κέντρο του τυφώνα της δημοσιότητας.
-Τους είδαμε να φεύγουν. Και με τα παιδιά ήταν. Όμως ίσως κάπου να τ’ άφησε. Μακάρι δηλαδή. Θα ήταν πολύ τραγικό να ξεκληριστεί έτσι μια τόσο αγαπημένη οικογένεια. Εξαιρετικοί άνθρωποι όλοι τους. Κι ο κύριος και η κυρία και τα παιδιά.

Έτσι λοιπόν, σε μια στιγμή η ζωή της άδειασε τον έρωτα. Τον έρωτα του Λέανδρου, του άντρα της. Τον έρωτα του Γιώργου και του Παύλου. Το τρίγωνο, που συγκροτούσε τη ζωή της διαλύθηκε μόλις ο ένας κόμπος του, ο πιο σημαντικός, σαρώθηκε από την ανάσα της Μοίρας.
Τα παιδιά της. Δεν πίστευε ότι είχαν φύγει για πάντα τα παιδιά. Ή μάλλον πάντα το περίμενε ότι θα φύγουν. Ήδη είχαν φύγει από τη ζωή της. Στην αρχή ένα σαββατοκύριακο με την παρέα τους, έπειτα οι χωριστές διακοπές, ήδη ετοίμαζαν τα χαρτιά για τα μεταπτυχιακά τους. Έκαναν σχέδια επί χάρτου. Όλος ο κόσμος μια πρόκληση που τους καλούσε να πετάξουν μακριά της. Ήξερε λοιπόν ότι τα παιδιά της θα έφευγαν. Όχι για πάντα. Αυτό δεν το χωρούσε το μυαλό της. Απλώς έσπρωχνε η στη λήθη το συμβάν. Πίστευε ότι θα ξαναρχόντουσαν. Άλλωστε κανείς δε βρήκε το παραμικρό. Άδικα έψαχναν το δίκτυο των υπονόμων. Αμήχανοι κι οι αστυνομικοί. Εξαφάνιση, είπαν. Δεν έγινε ούτε κηδεία, δε στήθηκε ούτε τάφος.
Βρέθηκε μόνο το πτώμα του Λέανδρου. Μπλέχτηκε στα δίχτυα κάποιων ψαράδων στ’ ανοιχτά της Αίγινας. Δεν ξέρει ποιος ή πώς τον αναγνώρισαν. Ο γιατρός που κάλεσαν οι δημοσιογράφοι κείνο το βράδυ της πλημμύρας της έκανε κάτι ενέσεις που την κράτησαν κοιμισμένη για τρεις ολόκληρες ημέρες. Κρατούσαν στο ψυγείο το κορμί του, ελπίζοντας να βρουν και τα παιδιά. Όταν εκείνη συνήλθε κάπως, της ανακοίνωσαν ότι η κηδεία είχε γίνει. Ζήτησε να την πάνε στον τάφο του.
Πήγε με την κουνιάδα της ένα λαμπρό ηλιόλουστο απόγευμα. Στο Α Νεκροταφείο. Ο οικογενειακός τους τάφος ίδιος κι απαράλλαχτος. Μόνο μια στοίβα μαραμένα στέφανα στην είσοδο και σ’ ένα από τα μαρμάρινα παράθυρα το όνομά του.
-Ήταν μόνο 50 χρόνων, σκέφθηκε. Η κουνιάδα της ξέσπασε σε λυγμούς όσο πάλευε ν’ ανάψει το καντήλι. Εκείνη ένιωθε την καρδιά της στεγνή, πιο άψυχη κι από το μάρμαρο. Δε θέλησε ούτε ν’ ασπασθεί, ούτε ν’ αγγίξει το άσπρο μάρμαρο ή τη φωτογραφία του. Βγήκε από την κρύπτη και κάθισε στα σκαλιά κοιτώντας τον ήλιο, που κρυβόταν πίσω από τα φυλλώματα κι ακούγοντας τις δεκοχτούρες που κούρνιαζαν στα κλαριά.
-Σ’ αγαπάω, ψιθύρισε. Δεν ξέρεις πόσο σ’ αγαπάω.
Περίμενε να τον ακούσει ν’ αποκρίνεται, όπως πάντα, ότι κι αυτός την αγαπά, να τη βεβαιώνει ότι ποτέ δεν πρόκειται να εξαντληθούν τα αποθέματα του έρωτά του για κείνη.
-Δε σε πίστευα στο βάθος, σκέφθηκε. Έλεγα «ο έρωτας γεννιέται με ημερομηνία λήξης». Όλα τα πράγματα στη ζωή αλλάζουν. Μήπως η σχέση μας δε μεταμορφώθηκε στα 20 χρόνια αυτού του γάμου;
Τη γνώρισε παιδούλα. Γκαλερίστας ο ίδιος και λάτρης της τέχνης θαύμασε το ταλέντο της. Την ερωτεύτηκε γιατί ήταν τόσο καλή ζωγράφος. Ήθελα να γενεί ο Πυγμαλίων της. Για κείνην ήταν ο πρώτος έρωτας. Ο γάμος ήταν γιαυτήν το μόνο παράθυρο για να ξεφύγει από τα ασφυχτικά δεσμά της πατρικής της οικογένειας. Κι ο Λέανδρος τα είχε όλα όσα μπορούσε ένα κορίτσι να ελπίζει. Όμορφος, πλούσιος κι ερωτευμένος μαζί της. Αργότερα κατάλαβε ότι την έβλεπε σαν ένα απόκτημα. Ότι ήταν γιαυτόν κάτι πολύτιμο όπως οι πίνακές του και ότι της συγχωρούσε πολλά με τη συγκατάβαση που ο πατέρας δείχνει στο παιδί κι ο δάσκαλος στο μαθητή του. Δεν ήταν τόσο η διαφορά της ηλικίας, όσο η ανάγκη του να εκφράζει τις δικές του ιδέες μέσα από τη ζωγραφική της. Μαζί συζητούσαν κάθε της πίνακα, τον έκριναν, τον αξιολογούσαν, τον κατέτασσαν, συχνά διαφωνούσαν τόσο που πολλές φορές αυτός ο πίνακας δεν τελείωνε ποτέ, μαζί ταξίδευα στις εκθέσεις του εξωτερικού, ενώ διακριτικά την παρακολουθούσε στις αναζητήσεις της στις διάφορες σχολές προσπαθώντας να της διορθώσει την πορεία κατά τις δικές του προτιμήσεις.
Είχαν ήδη δυο παιδιά και πίστευε ότι ήταν ευτυχισμένη όταν ο Γιώργος την άγγιξε. Δεν τον εκτιμούσε. Η ζωγραφική του δεν είχε τίποτε κοινό με τη δική της προοπτική για τον κόσμο και οι ιδέες του την απωθούσαν. Και όμως όταν την άγγιξε στο διάδρομο του ατελιέ του, το κορμί της σημαδεύτηκε ανεξίτηλα από το χνάρι του.
Έγιναν εραστές. Ήταν μια σχέση ιδιόρρυθμη. Οι ψυχές τους δεν τους συγχωρούσαν την ακόρεστη ανάγκη που ένιωθαν ο ένας για το κορμί του άλλου. Γιαυτό και τσακωνόντουσαν για όλα κάθε στιγμή πέρα από τις στιγμές που τα κορμιά τους έσμιγαν. Ήταν μια σχέση που την εξουθένωνε κι όμως εκείνος ήταν που πρώτος τραβήχτηκε μακριά της. Εκείνος, ο πολύπειρος και λογικός. Το κορμί της επαναστάτησε. Δεν είχε πια μυαλό για τίποτε πέρα από την ανάγκη της για κείνον. Αδυνάτισε ραγδαία κι ο άντρας ανησυχούσε. Την πήγε σε γιατρούς μα τίποτε και κανείς δε φαινόταν ικανός να τη γιατρέψει. Τα τελάρα της λευκά, τα όνειρά της άχρωμα.
Τότε ο Παύλος εμφανίστηκε κι έγινε το γιατρικό, η λίμνη, όπου ξέπλυνε τη ντροπή της πεθυμιάς της. Δεν ήταν το πάθος που την ένωνε μαζί του. Υπήρχε μια τρυφερή συντροφικότητα, ένα ακατανίκητο αίσθημα βαθιάς κατανόησης. Το αίσθημά της για τον Παύλο ήταν τόσο σημαντικό, που αποφάσισε να μιλήσει στο Λέανδρο.
Ήξερε ότι ο Λέανδρος ήταν ο πατέρας κι ο Γιώργος ο εραστής. Δεν ήθελε να ψάχνει για την ηδονή σε ξένους άνδρες. Ο Παύλος της φαινόταν σαν η μόνη ευκαιρία για να παραμείνει αυτό που την έμαθαν ότι πρέπει να ‘ναι, η γυναίκα ενός άνδρα. Με τον Παύλο θα μπορούσε ίσως να ξαναρχίσει από την αρχή.
Ήξερε τις ιδέες του Λέανδρου για τη συζυγική πίστη. Ήταν βέβαιη ότι θα την απέρριπτε μόλις θα μάθαινε την απιστία. Δεν είχε ζυγίσει σωστά το μέγεθος της αγάπης του. Γιατί ο Λέανδρος, όχι μόνον αποδέχθηκε τα γεγονότα, αλλά και της απέδωσε την ελευθερία της, με μόνο όρο να παραμείνει ευτυχισμένη στο πλευρό του.
Υπήρχαν και τα παιδιά κι ο Παύλος αναποφάσιστος κι ο Λέανδρος σταθερός σα βράχος κι ο Γιώργος που ξαναφάνηκε μόλις το πάθος του για το κορμί της ξεχείλισε τ’ αμπάρια της ψυχής του. Βρέθηκε έγκλειστη στο τρίγωνο τριών ανδρών, που τους αγαπούσε και τους τρεις, τον καθένα με διαφορετικό τρόπο και που πίστευε ότι την αγαπούν με τον ιδιόρρυθμο τρόπο που κάθε άνθρωπος εκφράζει μια τόσο άπιαστη έννοια, όπως η αγάπη. Πίστευε ότι χρωστούσε και στους τρεις. Είχε μάθει να τοποθετεί το κέντρο της ζωής της έξω από τον εαυτό της σε μιαν ιδέα, σ’ ένα σκοπό, σ’ έναν άνθρωπο. Αυτός είναι ο προορισμός της γυναίκας, της είχαν πει. Να θυσιάζεται για τους άλλους.
Η ίδια η ζωή ανέτρεψε την κλίμακα των αξιών της. Αν ήθελε να επιβιώσει έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει τη ζωή σα μοναχικό μονοπάτι. Έπρεπε να τοποθετήσει τον εαυτό της στο κέντρο του τριγώνου, που οριοθετούσε τον κόσμο της. Οι φιλοδοξίες της, τα παιδιά, οι επιτυχίες, οι σκοτούρες κι η καθημερινότητα μπορούσαν να συνωθούνται στο τρίγωνο που καθόριζαν αυτά τα τρία σημαντικά πρόσωπα της ζωής της. Εκείνη μπορούσε να αιωρείται στο εσωτερικό αυτού του τριγώνου, άλλοτε λεύτερα κι άλλοτε με επώδυνες τριβές.
Πίστευε ότι εκείνη θάφευγε πρώτη από τη ζωή. Κάποτε μάλιστα που έβλεπαν μιαν εκπομπή στην τηλεόραση για την ευθανασία, είχε βάλει τα παιδιά της να της υποσχεθούν πως όταν πεθάνει θα την κάψουν. Πως θα μπορούσε να φανταστεί τη δική τους, δίχως ίχνος, ανάληψη απ’ αυτό τον κόσμο;
Ο Λέανδρος την είχε σώσει κιόλας δυο φορές από το χείλος του τάφου. Την πρώτη, στα πρώτα χρόνια του γάμου τους, όταν εκείνη είχε συνειδητοποιήσει το τέλος αυτού που είχε πιστέψει για Έρωτα στην κοινή τους ζωή, τότε που ένιωσε ότι η ζωή πια δεν τη χωρούσε, αν η αγάπη του Λέανδρου ξέφτιζε στη συμβίωση. Ούτε τα παιδιά, ούτε η καλλιτεχνική της αναγνώριση δε γέμιζαν το κενό του Έρωτα. Τότε εκείνος δεν είχε καταλάβει το γιατί. Πίστευε ότι έφταιγε η καλλιτεχνική της ιδιορρυθμία. Ήταν η εποχή που πάλευε να στήσει όλο και μεγαλύτερες επιχειρήσεις και της είχε αναθέσει εξ ολοκλήρου την ευθύνη του σπιτιού και των παιδιών. Ήταν η εποχή που την έβλεπε μόνο σαν την πιστή του Πηνελόπη. Εκείνος είχε το δικαίωμα να πλαγιάζει με τις νεαρές που σύχναζαν στα καλλιτεχνικά σαλόνια. Δεν πίστευε ότι αυτό ήταν απιστία, αφού ούτε το πρόσωπό τους δε θυμόταν το πρωί. Αγαπούσε μόνο τη γυναίκα του. Μπορεί να της γκρίνιαζε για την ακαταστασία του σπιτιού ή να τη χρέωνε για τις αποτυχίες των παιδιών -και αποτυχία ήταν οτιδήποτε λιγότερο από το «άριστα»- αλλά πάντα πίστευε ότι την αγαπά, πάντα την ένιωθε κοντά του. Έτσι αν και τρομοκρατήθηκε όταν τον ειδοποίησαν κι έτρεξε στο νοσοκομείο, όμως δεν ασχολήθηκε να ψάξει το γιατί. Άλλωστε και η ίδια μόλις συνήλθε, τ’ όνομά του φώναξε από το βύθισμα της νάρκης της.
-Λέανδρε, είσαι καλά; τον ρώτησε, μόλις τον είδε σκυμμένο πάνω της.
Η δεύτερη απόπειρα είχε σχέση με το τρίγωνο της ζωής της. Πίστευε πια πως πατούσε γερά στα δικά της πόδια και διεκδικούσε την ελευθερία της. Εκείνος, όσο κι αν πόνεσε με την αποκάλυψη. Λογάριασε τι έδωσε και τι πήρε στα τόσα χρόνια της συμβίωσής τους, υπολόγισε πόσα είχε να της δώσει και πόσα μπορούσε να δεχθεί σαν αντίδωρο, έλπιζε ότι η ερωτική της έξαψη θα ‘ναι περαστική, στο κάτω κάτω κι εκείνος το είχε κάνει κι αν δεν του το είχε ομολογήσει δε θα το μάθαινε ποτά. Δε χωρίζουν τα ζευγάρια στην κάθε απιστία, έλεγα. Τους έσμιξε μάλιστα περισσότερο η αμφισβήτηση της συζυγικής εξουσίας. Εκείνος έγινε πιο τρυφερός, γιατί ήθελε να την κρατήσει κοντά του κι εκείνη γινόταν τόσο δοτικότερη, όσο περισσότερο γευόταν την ελευθερία της. Θεωρητικά δεν είχε καμιά δέσμευση. Πρακτικά ήταν συνέχεια μαζί, έκαναν καθημερινά έρωτα, έτσι που η κοινή τους ζωή να είναι τόσο διάφανη, έτσι που αμέσως να χαράζεται με τη σκιά κάποιου παρείσακτου.
Άσχετα με την εξωτερική πραγματικότητα που θύμιζε ροζ παραμύθι η δική της εσωτερική ζωή περιείχε την επιθυμία του κορμιού του Γιώργου, που τον κουβαλούσε κατάσαρκα σαν το πουκάμισο του Νέσσου και την ανάγκη για εκ βαθέων εξομολογήσεις έτσι όπως μόνο στον Παύλο μπορούσε να τα πει.
Για κείνην η σεξουαλική πράξη δεν είχε τόση σημασία, όσο η επιθυμία της για κάποιον άλλο. Η παρουσία των επιθυμιών της την καταδίκαζε στα ίδια της τα μάτια και γινόταν τόσο δυστυχέστερη όσο καλύτερα της συμπεριφερόταν ο Λέανδρος. Βούλιαζε στην κατάθλιψη και κανένας ψυχίατρος δε φαινόταν να μπορεί να τη βοηθήσει. Ο Λέανδρος ανησυχούσε, όμως ήθελε να πιστεύει ότι για όλα έφταιγε η καλλιτεχνική της ευαισθησία. Χρέωνε στον εαυτό του όλη τη δύναμη, γινόταν το δεκανίκι της για να στηρίζεται, όταν εκείνη δε χρειαζόταν παρά να μείνει μόνη για ν’ ανοίξει τα φτερά της όπου η καρδιά την πρόσταζε, μακάρι προς τον όλεθρο του Ικάρου.
Δεν ήταν πια σίγουρη αν ήταν γενναιότητα ή αφροσύνη η εντιμότητα της αποκάλυψης. Ήξερε μόνο ότι δε μπορούσε να γυρίσει το ποτάμι πίσω. Προτιμούσε τη ρήξη από τη συμβατική συμβίωση, μα η ίδια η ζωή την εξανάγκασε να ζευτεί στο μαγκάνι της υποκρισίας. Ποτέ πια δε θα μπορούσε να ‘ναι απόλυτα ειλικρινής μαζί του. Η λογική τη βαυκάλιζε με την άποψη ότι απόλυτη αλήθεια δεν υπάρχει, ότι όλοι υποκρινόμαστε ακόμη και στον ίδιο μας τον εαυτό, όμως εκείνη μ’ αυτό τον άντρα είχε μάθει να μοιράζεται και την παραμικρή της σκέψη.
Ήταν η πρώτη φορά που μετά από καιρό ξαναβρέθηκε με το Γιώργο. Η έκρηξη του πάθους δεν άφηνε κανένα περιθώριο περιφρούρησης. Το κορμί της σημαδεύτηκε από τα χνάρια του έρωτά του. Μάταια προσπάθησε ν’ αποφύγει την επαφή με το Λέανδρο με λογής λογής τεχνάσματα. Ποτέ δεν του είχε αρνηθεί τον έρωτά της. Ποτέ δεν τον είχε αρνηθεί σε κανένα από τους τρεις. Κανείς από τους τρεις δεν καταλάβαινε ότι δεν προσφερόταν τόσο από επιθυμία, όσο από ανάγκη επικοινωνίας. Τους δινόταν γιατί τους αγαπούσε. Το κορμί της δεν ήταν παρά το δοχείο της αγάπης της, ο πίνακας όπου εκείνοι μπορούσαν ν’ αποτυπώσουν μιαν εικόνα, το δημιούργημα της δικής τους αγάπης.
Το κορμί μου ανήκει μόνο σε μένα» είχε πει στο Λέανδρο, τότε που του αποκάλυψε την ύπαρξη των εραστών. Όμως το κορμί της γινόταν διάφανο, φεγγοβολούσε την αγάπη της για τον καθένα και μόνο ο Λέανδρος μπορούσε να πληγωθεί παρατηρώντας τις ρωγμές, διακρίνοντας τα βήματα των άλλων στην άμμο του κορμιού της.
Ποτέ δεν του είχε αρνηθεί. Ούτε την εποχή που πέθαινε απ’ την ανάγκη της για το κορμί του Γιώργου, ούτε τότε που αποζητούσε την τρυφερότητα της αγκαλιάς του Παύλου.
Δεν μπόρεσε ούτε και τώρα ν’ αρνηθεί. Κι όταν ο Λέανδρος διέκρινε τα σημάδια απ’ τον έρωτα του άλλου, δεν είπε τίποτε. Ούτε κι αυτή. Θα’ θελε να του πει πως δε μετράνε, θα ‘θελε να τον κάνει να πιστέψει πως ότι ανήκει σ’ εκείνον δεν το ‘χει δώσει πουθενά. Όμως πώς θα μπορούσε; Θα ‘θελε να μπορούσε να του υποσχεθεί ότι ποτέ πια δε θα τον πλήγωνε. Θα ‘τανε ψέμα. Θα μπορούσε να καταστρέψει την ασφάλεια της οικογενειακής της ευτυχίας για την προοπτική μιας συνάντησης με το πάθος.
Έτσι στάθηκε αρκετό τ’ ότι τον είδε συννεφιασμένο. Κατάλαβε. Μπήκε στο αυτοκίνητο κι οδήγησε ξέφρενα στη λεωφόρο. Αναζητούσε την ψυχή της. Έφευγε από τις τύψεις της ή προσπαθούσε να δραπετεύσει απ’ την αγάπη του; Ήθελε να τελειώνει με όλα όταν ξέφυγε από το δρόμο και βρέθηκε στο κενό.
Το αυτοκίνητο ήταν με υψηλές προδιαγραφές ασφάλειας. Εκείνη γλίτωσε με πολλαπλά κατάγματα. Το αυτοκίνητο έγινε φυσαρμόνικα κι ο Λέανδρος για κάθε ενδεχόμενο αγόρασε τη θωρακισμένη με ειδικές προδιαγραφές μερσεντές, που τον δολοφόνησε.

-Όλοι οι άλλοι γλίτωσαν, σκεπτόταν πικρά. Όλοι έτρεξαν να βγουν απ’ τα φιατάκια και τα νταιχάτσου. Εκείνος πίστευε απόλυτα στην ασφάλεια της θωρακισμένης μερσεντές. Πίστευε στη λογική των αριθμών και των πιθανοτήτων. Όταν το ένστικτο έτρεπε όλους σε φυγή, όταν τους ανάγκαζε να δραπετεύουν απ’ τα παράθυρα ακροβατώντας στις λαμαρίνες, εκείνος έκλεισε τα παράθυρα της λιμουζίνας. Σαν έμπειρος τεχνοκράτης εμπιστεύθηκε τις προδιαγραφές και τις στατιστικές αγνοώντας τον άνεμο του αιφνίδιου, που σαρώνει τα πάντα. Κι ο Λέανδρος έγινε ένα όνομα χαραγμένο στη μαρμάρινη πλάκα του οικογενειακού τάφου και τα παιδιά εξαφανίστηκαν. Άνοιξε η γης και τα κατάπιε.
Κι ο Έρωτας παρασύρθηκε στον υπόνομο κι αυτός. Κρατούσε πια στα χέρια της την ελευθερία, που τόσο είχε μοχθήσει για να κατακτήσει, όμως την ένιωθε ρούχο αδειανό, παντιέρα ξεσχισμένη. Κανένας δε μπορούσε να καλύψει το κενό του Λέανδρου στη ζωή της. Ούτε το πάθος του Γιώργου, ούτε η φιλία του Παύλου. Ο Λέανδρος ήταν η προέκταση της ψυχής της και δίχως εκείνον, δεν είχε πια ζωή.
-Στις εννιά του μακαρίτη, θάλεγαν κακόγλωσσα οι φίλοι τους. Και με τα λεφτά του για προίκα.

Κλείστηκε στο ατελιέ της κατεβάζοντας όλους τους διακόπτες επικοινωνίας. Ούτε τηλέφωνο να χτυπά, ούτε πόρτα ν’ ανοίγει. Μπροστά στο τελάρο της θυμόταν κάθε σκέψη του κι αυτή η σκέψη έπαιρνε φως και χρώμα κι αποτυπωνόταν με κάθε της γραμμή. Δεν είχε πια δική της άποψη. Ήταν το όργανο των δικών του επιθυμιών. Οι πίνακες ήταν δικοί του. Ήταν όσα δεν πρόλαβαν να πουν, όσα δε μπόρεσαν να κατανοήσουν. Ήταν η τελική τους επικοινωνία.
Είχα περάσει 6 μήνες όταν αποφάσισε να τους εκθέσει.
-Πώς γέρασε! ψιθύριζαν με φρίκη οι κοσμικοί κοιτώντας τ’ άσπρα της μαλλιά και το λεηλατημένο κορμί που τύλιγε το μαύρο φόρεμα.
Ο Παύλος ήλθε στα εγκαίνια και της έσφιξε τρυφερά κι υπαινικτικά το χέρι. Τον κοίταξε σα να μην τον είχε ξαναδει.
Ήλθε κι ο Γιώργος με την καινούρια ερωμένη, που του χρησίμευε και σα μοντέλο.
-Σ’ έψαχνα, της ψιθύρισε με πάθος. Πού εξαφανίστηκες;
Τον χάιδεψε στο πρόσωπο σα να ‘τανε παιδί. Την άδραξε απ’ τον καρπό.
-Ήρεμα, της ψιθύρισε. Μας βλέπουν.
-Τι βλέπουν; τον ρώτησε. Τι υπάρχει για να δουν; κι εκείνος βιάστηκε να απομακρυνθεί.

-Μπορείς να χωρέσεις τόσο πολλά πράγματα σε μια μέρα, όταν δεν είσαι ερωτευμένος, κατέληξε τη συνέντευξη στην οποία ανακοίνωσε τη δημιουργία Ιδρύματος Λέανδρου Ρωμανού, που θα χορηγούσε υποτροφίες για τις εικαστικές τέχνες. Η ίδια; Όχι, δε θα ζωγράφιζε ξανά. Θα δίδασκε, και θα επιστατούσε.
-Ο άντρας μου είχε μια συγκεκριμένη άποψη για την εικαστική τέχνη, είπε. Πίστευε στην ελευθερία του δημιουργού. Στο Ίδρυμα αυτό θα επιδιώξουμε. Την απελευθέρωση του καλλιτέχνη από κάθε είδους πειθαναγκασμό.
-Υπάρχει όμως απόλυτη ελευθερία; Ρώτησε μια νεαρή απ’ το ακροατήριο, κι εκείνη της χαμογέλασε πικρά.
-Σας ευχαριστώ, είπε και αποχώρησε.

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας