Τύψεις


τύψεις
Το διήγημα αυτό γράφτηκε την εποχή της Χούντας (1970) σε μιαν εποχή που υπήρχε πλήρης κοινωνικός αποκλεισμός των ανθρώπων με οποιαδήποτε αναπηρία. Ευτυχώς σήμερα οι συνθήκες άλλαξαν (αν και χρειάζεται ακόμη πολύς δρόμος για την πλήρη κοινωνική τους ένταξη) και πλέον απαιτούνται όχι τύψεις, αλλά παιδεία και συνεργασία για να τους προσφέρουμε σαν κοινωνία όλα όσα εμείς θεωρούμε αυτονόητα δικαιώματα μας. Σαν άτομα, μπορούμε να εκπαιδεύουμε τα υγιή παιδιά στην αποδοχή του διαφορετικού και σαν ενήλικοι τουλάχιστον να μη παρκάρουμε στις δικές τους διαβάσεις. ΜΑΣ

Δίπλα μας κάθονταν η Ρούσα.
Μόνο όποιος έχει πάει στη Σαντορίνη, έστω και μια φορά, μπορεί να φανταστεί με ακρίβεια το υπόσκαφο σπιτάκι, το θαμ­μένο μες στην ελαφρόπετρα, με το θολωτό του σχήμα, σα βα­ρελάκι σε κάποια κάβα πού πρόβαλλε λίγο το πρόσωπο του δειλά στον ήλιο, λες και τον φοβόταν, με μια ξύλινη πορτούλα κι ένα στενό φεγγίτη πάνωθέ της και ζερβόδεξα δυο στενό­μακρα παράθυρα με λίθινους παραστάτες, νησιώτικα παράθυρα με τα τζάμια απ όξω και τα σκούρα από μέσα, προβληματικά παράθυρα, αφού στο καφτό λιοπύρι του καλοκαιριάτικου με­σημεριού έπρεπε νάναι σφαλιχτά για να μη μπαίνουν η κάψα κι οι μύγες. Μ' άραγε τι χρειάζονταν νάναι ανοιχτά; Το σπίτι έμοιαζε ψυγείο απ' την υγρασία της γης, πού βάσταγε μάσα της στοργικά το νερό σ' άμορφους ατμούς αναμμένα στα μόριά της. και κάρπιζε τ' αμπέλια στην ταράτσα, γιατί, και μη σας φανεί παράξενο, η ταράτσα του σπιτιού ήταν το χωράφι μας πούχε μάλιστα και μια συκιά.
Ένα όλο κι όλο το δωμάτιο στενόμακρο και στο πλάι χτιστό ένα κουζινάκι, θολωτό κι αυτό, πού έβγαζε στην αυλή, και δίπλα του κολλητό το καμπινεδάκι με την τρίγωνη τρύπα πούβγαζε στη σκοτεινή σπηλιά πού χρησίμευε για αποχέτευση.
Το χτίσμα ήταν σε σχήμα Γ με το υπόσκαφο στη μια και τα χτίσματα στην άλλη κι είχε στη μέση την αυλή στρωμένη μαύρη χοντρή γυαλιστερή πέτρα, πού φρεσκοκαθαρισμένη, λαμποκόπαγε σα παράξενο πολύτιμο πετράδι.
Κι η αυλή όμως χρησίμευε για ταράτσα στις κάναβες και στις Μάντρες για τα ζωντανά.
Όλο τούτο το πολυώροφο και παράδοξο οικοδόμημα, πού θυμίζει πύργο της Βαβέλ, δεν είναι διόλου ασυνήθιστο στο πε­ρίεργο νησί του ηφαιστείου. Και τώρα ακόμη άμα πάς, το βλέ­πεις ξεκάθαρα κι αναρωτιέσαι με το πρακτικό μυαλό του σύγ­χρονου ανθρώπου πώς δεν μπλέκονται οι ιδιοκτησίες, έτσι πού η αυλή του ενός είναι ταράτσα τού αποκάτω και η ταράτσα του μεσαίου είναι περιβόλι του πιο πάνω. Μα το πιο παράξενο εί­ναι πώς απ' όλα τούτα τα οικοδομήματα, στα φτωχικά Μα και στα πλουσιότερα σπίτια, όπου δυό δωμάτια ήταν απαραίτητα κλειστά, ένα για σαλόνι κι ένα για τον μουσαφίρη, όλη η οικογένεια ανεξάρτητα από αριθμούς παιδιών, στριμώχνονταν σ' ένα η το πολύ δυό ανθυγιεινά δωμάτια υπόσκαφα, με χωμάτινο πάτωμα και θολωτή οροφή. Ίσως αυτό οφείλεται στ" ότι τον πιο πολύ καιρό, γυρνούσαν λεύτερα στον καυτό ήλιο και τούς άγριους άνεμους, έτσι πού το σπίτι ήταν μοναχά για ύπνο και φαγί, Μα όπως και νάχη το πράμα για τα σημερινά δεδομένα, ζούσαν στριμωγμένα.
Η Ρούσα δεν ήταν ξανθιά, όπως θα ταίριαζε με τ’ όνομα της, αντίθετα ήταν μαυροκόκκινη απ' τον ήλιο και το κρασί, με χοντροκομμένα χαρακτηριστικά, ηχηρό γέλιο, πού άφηνε να φαίνονται ξεκάθαρα δυο ολόγερες σειρές κάτασπρα δόντια, χέ­ρια και πόδια ροζιασμένα απ' τις δουλειές και το περπάτημα, ξυπόλητη, χειμώνες και καλοκαίρια.
Δυναμική γυναίκα η Ρούσα. Περπάταγε μ’ αγέρα ασυνήθιστο για τις συνήθειες του τόπου, φώναζε, (δεν είχε καλήν ανατροφή), μπεκρούλιαζε στον καφενέ, έτρεχε στα χωράφια έβρι­ζε κι έδερνε το φουκαρά τον άντρα της το Λευτέρη.
Ό κυρ Λευτέρης, ό κοφινάς, ήταν ένα κοντούτσικο καμπουριαστό ανθρωπάκι, μικροσκοπικό κι ασήμαντο, γερασμένο απ' τα βάσανα της ζωής κι αμίλητο στους κεραυνούς της συμβίας του. Τον θυμάμαι, χειμώνα, καλοκαίρι, στη γωνιά της αυλής καθισ­μένο οκλαδόν μ' ένα μισοτελειωμένο πανέρι ανάμεσα στα σκέ­λια, να πλέκει αμίλητος τα μαύρα λυγερά κλωνάρια της λυγα­ριάς;
Τί όμορφες οι λυγαριές σ' αυτό τον τόπο τον ξερό! Κάθε άνοιξη, λίγο πριν το Πάσχα, γιόμιζαν μ' ολοπράσινα κλωνάρια,, πούχαν στην κορφή ασπρορόδινα λουλουδάκια σε περίτεχνα μπου­κέτα, τόσο τέλεια, όσο μόνο η φύση μπορεί να κατασκευάσει, πού ξέχυναν μια λεπτή αιθέρια μυρουδιά και σ’ έκαναν να επιθυμείς να τ' αγκαλιάσεις, να βουτήξεις το πρόσωπο σου στην απαλότητα τους, να ρουφήξεις τ' άρωμα τους μέχρι να μεθύσεις. Το· καλοκαίρι όμως οι λυγαριές απόμεναν κούτσουρα στεγνά δίχως κλωνιά και φύλλα, κλαδεμμένες προσεκτικά απ' τούς κοφινά­δες, στην ώρα τους για να ετοιμάσουν καλάθια και κοφίνια, να ετοιμαστούνε όλοι για το μεγάλο γεγονός της χρονιάς, τον τρύγο. Έτσι ό κυρ Λευτέρης ο κοφινάς ποτέ δεν ξέμενε από δουλειά, έτσι κι η Ρούσα ποτέ δεν ξέμενε από κρασί. Τούτη δω ήταν η αρμονία, τούτη δω ήταν η ευτυχία της ζωής τους.
Και θάταν τέλεια ευτυχισμένοι στο μικρό τους σπίτι, αν ό θεός δε φρόντιζε να τιμωρεί μέσα απ' τη σοφία του τη Ρούσα, για το πιοτό και τον ανδροπρεπή της χαρακτήρα.
Στην αρχή πού παντρεύτηκαν όλο έγκυος έμενε κι όλο απέβαλλε. Πρώτα πήγε στη μαμμή, έπειτα στο γιατρό, τέλος στον παπά. Όλοι τα ίδια της έλεγαν: Φταίει το πιοτό, φταίει το τρέξιμο στα χωράφια. .Κι όλο και γινάτωνε η Ρούσα κι όλο ξεσπούσε στον άμοιρο τον κοφινά, πούβαζε τα δυνατά του.
Έπειτα από πέντε χρόνους πρόσπεσε και στο Μαρίδι, τη Μάγισσα, τέτοια η απελπισιά της. Κι αφού πήγε γονατιστή ένα κερί ίσαμε το μπόι της στην άγια Φωτεινη, έκαμε το Βδοκιώ, που να μην τόκανε, βγήκε σημαδεμένο. Η μαμή είπε πως φταίει η γέννα, τρέχα γύρευε τι φταίει, πάντως το παιδί βγήκε μ' ένα πόδι κι ένα χέρι παράλυτο, το δεξί κι όλας, και ήταν όμορ­φο το φουκαριάρικο το θηλυκό, με τα καστανά ματάκια του ολοφώτεινα και τα χειλάκια κοραλένια και κάτι μαλλάκια τόσο σγουρά σα δακτυλίδια. Όμορφο, μα κουτσό και κουλό.
Μεγάλωσε στην αυλή του σπιτιού σα δεντράκι στραβοφυτεμένο κι η Ρούσα πού το λάτρευε ξεμέθυστη, τόδερνε σα μεθούσε, κι ό Λευτέρης το κοιτούσε πάντα αμίλητος απ' τη γωνιά του δίχως ν' απλώσει το χέρι να του χαϊδέψει τα μαλλιά, και τα παιδιά σα πρόβαλλε στο κατώφλι το γιουχάϊζαν κι οι γριές σταυροκοπιόντουσαν λες κι έβλεπαν δαιμόνιο.
Είμαστε συνομίληκες, και γύρω στα δώδεκα εγώ ήμουνα κι όλας δεσποινιδούλα, και το Βδοκιώ παρέμενε παιδί, δίχως να μεστώση το στηθάκι του, δίχως να ψηλώσει το κορμί του. Ήμουνα στα δώδεκα και το φοβόμουν το Βδοκιώ, ήμουν στα δώδεκα κι άλλαζα δρόμο σαν το συναντούσα, γιατί κρύος ιδρώ­τας μ' έλουζε κοιτώντας το μεγάλο της κεφάλι να κουνιέται σαν εκκρεμές στο αφύσικο βάδισμα πούκανε μια στο παράλυτο μια στο γερό πόδι, γιατί δεν άντεχα τη φρίκη του κρεμασμένου του χεριού, γιατί δεν άντεχα το πονεμένο βλέμμα πού μου κάρ­φωνε με τα μεγάλα του μάτια. Σκληρότητα της παιδικής καρ­διάς! Ποτέ δεν έτρεξα να παίξω μαζί της όπως με τ' άλλα παιδιά. Τι γύρευα να τρέχω δίπλα σ' αυτή που δεν έτρεχε; Τι γύρευα να μοιραστώ την κούκλα μου με μια που δεν είχε δυό χέρια να τη νανουρίσει;
Και μέναμε στο σπίτι το διπλανό και πάντα την αντίκρυζα σα διάβαινα το κατώφλι, αμίλητη να κρατά με το χέρι το γερό μια πάνινη «κουτσούνα» φτιαγμένη από κουρελόπανα και να την κοιτά με πιότερη στοργή απ' όση εγώ κοιτούσα τις πολλές δικές μου πού αιώνια τις αγαπούσα κι αιώνια τις έσπαζα.
Πέρασαν τα χρόνια, μεγάλωσα παντρεύτηκα, έκανα δυό όμορφα παιδιά, έχω τόσα πολλά να κάνω στη ζωή μου, μοιράζω το χρόνο μου στη δουλειά μου, και το σπίτι μου, τα παιδιά μου δίχως να πάψουν να μου είναι πολύτιμα είναι ένα μέρος απ' την ζωή μου πού κομματιάζεται στη σπουδαιότητα της.
Το Βδοκιώ μαθαίνω δεν πέθανε όπως έλπιζα. Ζει και δεν παντρεύτηκε, δεν απόκτησε παιδιά να τ' αγκαλιάζει όπως κείνη τη κουτσούνα. Ποιος θα κοιτούσε το σημαδεμένο το Βδοκιώ;
Και πορεύεται κουτσαίνοντας την σημαδεμένη του ζωή δί­χως ελπίδα.

Και τώρα πια, μπορώ και νοιώθω τύψεις για την ευτυχία μου, μπορώ να κακίσω το Θεό, την τύχη για την αδικία με την όποια έχτισε τούτη τη γη μας.

Το διήγημα περιέχεται στο βιβλίο μου "Ιστορία δίχως όνομα και άλλα διηγήματα" Αθήνα 1976

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας