"Οι ιστορίες του μικρού Αλέξανδρου" βιβλίο για μικρούς και μεγάλους





Ρούφα, μικρέ μου Πέτρο, αργά αργά, σ' όλη σου τη ζωή, την ομορφιά όλου του κόσμου
Αύγουστος 2013





Οι Ιστορίες του μικρού Αλέξανδρου
Πειραιας 1993
εργα της ιδιας
  1. Ιστορία δίχως όνομα (διηγήματα) 1976
  2. Αλλοίμονο στον άπατρι (διηγήματα) 1981
  3. Ο θηλυκός άνθρωπος (διηγήματα) 1982
  4. Ιφιγένεια εν Ελλάδι (μυθιστόρημα) 1984, 1986
  5. Το φως του κόσμου (μυθιστόρημα) 1987
  6. Γρηγόρης Λαμπράκης, ο πρωτοπόρος ειρηνιστής γιατρός (μελέτη) 1988
  7. Η ώρα της σιωπής (μυθιστόρημα) 1989
  8. Πάνω από τον 38ο Βόρειο Παράλληλο (ταξιδιωτική μυθιστορία) 1991
  9. Στη σοφία της άγνοιας δόξα («ποιητικά» πεζογραφήματα) 1993

Αφιέρωση


στα παιδιά μου,
Τάκη,
την Εύα,
τη Διαμάντω,
και τη Νίκη
μπαμπάς πια, ο "ήρωας" μου, Τάκης με τη μικρή μας Μαρία
και η ζωή (ευτυχώς) συνεχίζεται

προσθέτω λοιπόν την αφιέρωση

 Στα εγγόνια μου 

τη μικρή Μαρία 
και τον μικρούλη Πέτρο


Αντί προλόγου

Τούτο το κείμενο γράφτηκε στα 1984.
 Είναι τ' αληθινά μικρο- περιστατικά της καθημερινής μας ζωής. Χρησιμοποίησα το γλωσσικό ιδίωμα, που τότε μιλούσε ο γιός μου, μαθητής της Έκτης του δημοτικού. 
Τότε διάβαζα στο κείμενο στις παιδικές του συντροφιές κι οι φίλοι των παιδιών μου διασκέδαζαν. 
Οι λογοτεχνικοί κι εκδοτικοί κύκλοι έκριναν το κείμενο "μη λογοτεχνικό". Τους ενοχλούσαν κάποιες λέξεις ή κάποιες ασυνταξίες ή ο σκόπιμος διδακτικός χαρακτήρας που υπάρχει σε κάποια κείμενα...
Σήμερα μετά εννέα χρόνια αποφάσισα να εκδώσω αυτό το κείμενο για να κρατήσω ζωντανές στη μνήμη των παιδιών μου αυτές τις στιγμές που ίσως δε θυμούνται πια. Ξαναδιαβάζοντάς το από κάποιαν απόσταση το διασκέδασα ξανά. Έτσι ελπίζω να διασκεδάσουν, όσα παιδιά ξεφύγουν απ' τα κινούμενα σχέδια και πιάσουν στα χέρια τους αυτό το βιβλίο. 
Φοβάμαι ότι για τον εαυτό μου παρουσιάζω περισσότερο την εικόνα της μαμάς, που θα ήθελα να είμαι για τα παιδιά μου. Δεν είναι πρότυπο. Κάθε γονιός προσπαθεί να μεταφέρει στα παιδιά του μιαν εικόνα του κόσμου που κουβαλάει μέσα του. Τους παραδίδει ότι κρίνει σημαντικό κι άξιο να επιβιώσει μετά τη δική του βιολογική έκλειψη.
Στα χρόνια που μεσολάβησαν όλα άλλαξαν. Δε θέλησα ν' αλλάξω ούτε μια λέξη απ' την πρώτη γραφή αυτού του κειμένου. Η πείρα που αποκόμισα από την καλλιέργεια της τέχνης του λόγου με δίδαξε ότι επικοινωνείς μόνο αν είσαι γνήσιος. Αφήνω λοιπόν τους κριτικούς να ψάχνουν για τις σωστότερες λέξεις και στοχεύω στην καρδιά του αναγνώστη ακόμη και με λαθεμένες εκφράσεις ή συντακτικά λάθη. 
 Είμαι ο γιός μου κείνης της εποχής και μιλώ στα παιδιά με τη δική τους γλώσσα. 
 Εύχομαι τα παιδιά των παιδιών μου να διασκεδάσουν κάποτε με τις μνήμες που αποθησαύρισα. Εύχομαι τα παιδιά πάντα να διασκεδάζουν μεταμορφώνοντας την καθημερινή ανία σε όνειρο, παρατηρώντας τις φανταχτερές λεπτομέρειες που μας κρύβει το άγχος της επιβίωσης, ανακαλύπτοντας τη ζωή με τον παραλογισμό της αθωότητας, χαρίζοντας στον κόσμο την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.


Ευχαριστώ
το γαμπρό μου Παναγιώτη Μπριτζάκη που μετέτρεψε το βιβλίο σε doc για να μπορώ να το αναρτήσω, ώστε να το διαβάζουν ελεύθερα όσοι ενδιαφέρονται




Ας συστηθούμε

   Μα φυσικά είν' όμορφη. Όχι δεν είναι σαν τις κοπέλες που χαμογελούν σε μια μπανιέρα γεμάτη αφρόλουτρο. Μεταξύ μας είναι λιγάκι αστείες. Όχι δεν είναι σαν τις μαμάδες των διαφημίσεων "Με τρία παιδιά!! Δεν φαίνεστε ούτε καν παντρεμένη"!! Δεν είναι και σαν τη μαμά του αναγνωστικού μου, που φοράει πάντα την ποδιά. Ούτε σαν τη μαμά των συμμαθητών μου, του Κώστα, της Μαρίνας, του Πάτροκλου ή της Ρένας.
     Δεν ξέρω αν το πιστεύετε, μα τη δική μου τη μαμά τη γνωρίζω και με κλειστά μάτια. Μυρίζει αλλιώτικα. Όχι, όχι δε φορά καμιά κολώνια ή άρωμα ή αποσμητικό. Η μαμά μου μυρίζει μαμά, γι αυτό και μ' αρέσει να τη φιλώ και να χώνομαι στην αγκαλιά της, τρυπώνω στο κρεββάτι ανάμεσα τους κάθε βράδυ, που βλέπουν τηλεόραση κι εκείνοι όλο με διώχνουν, βλέπουν λέει τις ειδήσεις, κι οι ειδήσεις έχουν σκοτωμούς και πυρηνικούς πολέμους κι εκλογές και δικτατορίες κι όλα αυτά είν' ακατάλληλα για τα παιδιά, έτσι λέει τουλάχιστον ο μπαμπάς μου κι η μαμά μου χαμογελά πάντα μυστήρια.
     Μυστήριο χαμόγελο που έχει η μαμά μου !... Σαν τη Τζιοκόντα μοιάζει ώρες ώρες. Κι είναι γλυκιά σαν το σοκολατάκι.
    Τα μάτια της. Λένε πως έχω πάρει τα μάτια της, μα όποτε κοιτάζομαι στον καθρέπτη γεμίζω αμφιβολίες. Τα μάτια της μαμάς μου αλλάζουν χρώμα σαν τη θάλασσα. Όταν θυμώνει συνεφιάζουν, όταν χαίρεται χαμογελούν, όταν είναι σκεφτική θαμπώνουν, άλλοτε μοιάζουν ξάστερος ουρανός, άλλοτε φουρτουνιασμένο πέλαγος, άλλοτε λάμπουν σαν πολύτιμα πετράδια. 
   Τα μάτια της είναι σαν την Ε.Μ.Υ. Μπορώ αμέσως να σας πω τι καιρό θα κάνει στην καρδιά της. Κι είναι πολύ πρακτικό αυτό, γιατί ξέρω έτσι ν' αποφεύγω τις κακοτοπιές. 
   Ξέρω πότε μπορώ να της ζητήσω παγωτό και πότε να της ξεφουρνίσω το Γ' της Γεωγραφίας, πότε θα συζητήσουμε για το διάστημα και πότε θα μας πει σαν παραμύθι τα δικά της παιδικά χρόνια. 
Χαίρομαι τη λάμψη των ματιών της μαμάς μου, όταν μας καμαρώνει, όταν σβήνουμε τα κεράκια στο παιδικό μας πάρτυ της χρονιάς, γιατί -ναι- μια φορά το χρόνο γίνεται το πάρτι της χρονιάς για τα παιδιά. 
     Ξέχασα να σας πω, είμαστε τέσσερα αδελφάκια. Εγώ ο Αλέξανδρος, που πάω στη Πέμπτη, η Ειρήνη που πάει στην Τετάρτη, η Αγγελική που πάει Δευτέρα, κι η Νίκη που πάει Νήπιο. 
 Επειδή, λέει η μαμά, τα γενέθλια κι οι γιορτές είναι πολλά και θα πέσει έξω ο προϋπολογισμός μας κι επειδή συμπτωματικά, εγώ η Ειρήνη και η Αγγελική γεννηθήκαμε τον ίδιο μήνα, κάνουμε μια επίσημη γιορτή στο σπίτι μας το χρόνο και ψευτοργιορτούλες για τις υπόλοιπες επετείους, μεταξύ μας δηλαδή, αδέλφια και ξαδέλφια, καμιά εικοσαριά παιδάκια μονάχα.
  Στο πάρτι όμως το επίσημο εκεί να δείτε μεγαλεία! 100 παιδιά και πάλι λίγα λέω! Φτιάχνει η μαμά μου τέσσερεις τούρτες, η κάθε μία και άλλο σχέδιο. Φέτος εμένα μούφτιαξε ποδόσφαιρο, της Ειρήνης βιβλίο, παριστάνει βλέπεις τη διανοούμενη, της Αγγελικής λούνα παρκ και της Νίκης κοριτσάκι.
     Της Νίκης τα γενέθλια γίνονται ετεροχρονισμένα. Βλέπεις εκείνη γεννήθηκε το καλοκαίρι και μάλιστα τον Αύγουστο και μεις κάθε Αύγουστο πάμε στη Σαντορίνη και δεν έχουμε κει τους φίλους μας να κάνουμε γενέθλια. 
Τη τελευταία φορά έκανε κλάμα η Νίκη!!.. Απελπισία. Είδαμε και πάθαμε να τη πάρουμε μαζί μας το καλοκαίρι 
    "Όχι Σαντορίνη. Όχι Σαντορίνη" φώναζε. Πέταξε και το καινούργιο της καπέλο στα σκουπίδια, μαζί με το μπανιερό και τα καινούργια πέδιλα. 
     Πολύ παλιοκόριτσο αυτή η Νίκη! Επειδή είναι μικρότερη θέλει να της γίνονται όλα τα χατίρια  Ενώ εγώ πρέπει πάντα σαν πιο μεγάλος να υποχωρώ. Άσχημο πράγμα νάσαι αρχηγός, έχεις τόσες ευθύνες!
   Έτσι και γω όσο ήμουν μικρός, ήμουν αρχηγός. Ο μακαρίτης ο παππούς μου μ' είχε βαφτίσει έτσι. Αλλά μετά, τα κορίτσια επαναστάτησαν.
 "Έχουμε ισότητα" είπαν κι εγώ τους έλεγα
 "Ο μπαμπάς δεν είναι αρχηγός;" 
"Όχι" μου εί­πε η μαμά "κι ο μπαμπάς κι η μαμά ίσοι είναι". 
"Μα ο μπαμπάς οδηγεί πάντα όταν είμαστε όλοι στο αυτοκίνητο".
"Μόνο σε κοντινές αποστάσεις" είπε ο μπαμπάς κάπως λυπημένα.
 Τότε μόνο κατάλαβα, πως πέρασε η εποχή των αρχηγών και των υποτελών του στο σπίτι. Και λυπήθηκα. Δεν είμαι ξέρετε πολύ ψηλός, ούτε πολύ δυνατός. Στο σχολείο δεν με ψηφίζουν για πρόεδρο. Ούτε στο μπάσκετ ή το ποδόσφαιρο είμαι πρωταθλητής. Είμαι καλός μαθητής, μα όχι πρώτος.
    Καμμιά φορά στεναχωριέμαι. Τότε νευριάζω χωρίς λόγο, κλωτσάω τις αδελφές μου και την καρέκλα στο δωμάτιο μου, χτυπάω και τη πόρτα. Τότε η μαμά μου μ' αγκαλιάζει και μου λέει, να μη φοβάμαι, θα περάσει. Όλοι έχουν τις κακές τους τις στιγμές. Είμαι πολύ καλό παιδί, μου λέει και μου διηγείται κάτι ιστορίες, που εγώ τις έχω ξεχάσει, μα που σε κείνη φαίνονται σημαντικές.
      Μου λέει λοιπόν πως όταν ήμουνα πολύ μικρός κι εκείνη περίμενε να γεννήσει την Αγγελική μας, μια μέρα καθόταν στο μεγάλο κρεββάτι με την Ειρήνη απ' τη μια και μένα απ' την άλλη και μας διάβαζε μιαν ιστορία με εικόνες γιατί τότε ακόμη δεν πηγαίναμε σχολείο και δεν ξέραμε να διαβάσουμε.
 Και στα μισά της ιστορίας η μαμά μου έβαλε τα κλάματα, γιατί η Αγγελική, λέει, ήταν τεμπέλα κι αργούσε να βγει απ' την κοιλιά της κι αυτό ήταν επικίνδυνο για την ανόητη Αγγελική που χουζούρευε στην κοιλιά της μαμάς μου. 
Τότε η Ειρήνη που είχε απορροφηθεί απ' το παραμύθι, βούτηξε το βιβλίο και πήγε στο μπαμπά μου στο γραφείο να της διαβάσει τη συνέχεια. Εγώ όμως λέει η μαμά μου έμεινα κοντά της, τη χάιδεψα και της είπα με ύφος σοβαρό.
 "Μαμά μη φοβάσαι. Εγώ είμ' εδώ". 
Αυτό της φάνηκε λέει τόσο ηρωικό κι αστείο, που με πήρε στην αγκαλιά της με γέλια και χαρά. Βέβαια η Αγγελική την ταλαιπώρησε στη γέννα κι ας ήταν το νούμερο τρία κι όλοι λέγαν πως οι γυναίκες γεννούν εύκολα το τρίτο παιδί.
    Κρυφακούγοντας τη γιαγιά μια μέρα έμαθα μιαν άλλη απίθανη ιστορία. Κείνο το βράδυ λέει, που κινδύνεψε η μαμά για να γεννήσει την Αγγελική, η αδελφή μου η Ειρήνη ξύπνησε τρομαγμένη στον ύπνο της και είπε
   "Παναγία μου να γεννήσει καλά η μαννούλα μου" δίχως να ξέρει τι πάει να πει τούτη η κουβέντα. Η γιαγιά μου, που είναι θεοσεβούμενη, έκανε την προσευχή της κι ίσως γιαυτό η μαμά μου είναι ακόμη ζωντανή, έτσι τουλάχιστον λέει η γιαγιά μου.
      Κάθε φορά που η μαμά μας γεννούσε, έμενε μια βδομάδα στο νοσοκομείο. Το ξέραμε, γύρναγε πάντα με μωρό. Το νούμερο τέσσερα, τη Νίκη, την περίμενα αγόρι. Με τα ξαδέλφια μου, τον Πέτρο και τον Παύλο, μένουμε στην ίδια πολυκατοικία κι έτσι μέχρι τη γέννηση της Νίκης δεν είχα παράπονο γιατί, έπαιζα μαζί τους, ήμουν και πιο μεγάλος και τις πιο πολλές φορές έπαιζαν ότι τους έλεγα. Όταν όμως έμαθα πως η μαμά μου γέννησε κι άλλο κορίτσι θύμωσα πολύ. 
 "Να το επιστρέψεις" της είπα στο τηλέφωνο. "Εγώ θέλω αγόρι. Γιατί δηλαδή αυτές; Τι είναι; Όλο κορίτσια!"
"Μα τώρα είπε η μαμά μου θάσαστε ισοπαλία 3 αγόρια- 3 κορίτσια. Αφού έχεις εσύ τον Πέτρο και τον Παύλο για να παίζετε".
  Τί να κάνω; Συμβιβάστηκα. Όλοι στη ζωή συμβιβαζόμαστε. Δέχτηκα τη Νίκη σαν αδελφή μου, αλλ' αυτή όσο καλό κι ήσυχο μωρό ήταν, τόσο στραβόξυλο γίνεται τώρα που μεγαλώνει. Τα θέλει όλα δικά της και με το παραμικρό βάζει τα κλάματα.
 Βέβαια, δε λέω, έχει γούστο. Λέει κάτι κουβέντες πολύ αστείες κι όπως δεν ξέρει ακόμη να πει καθαρά το -ρ- και μπερδεύει μερικές λέξεις, σπάμε πολύ πλάκα μαζί της. Από μωρό ήθελε να πάει στο "πινιαγωγείο" έτσι τόλεγε. Ζήλευε που πηγαίναμε μεις και δεν μπορείς να την κοροϊδέψεις. Ακόμη και την Αγγελική την πιάνει απ' τα μαλλιά κι εκείνη κάθεται και κλαίει.
 Μη νομίζετε όμως πως κι η Αγγελική είναι άγγελος. Πρώτα απ' όλα έχει μια τσιριχτή ενοχλητική φωνή, έπειτα της λείπουν όλα τα πάνω δόντια -ναι όλα- έπεσαν όλα μαζί. Σε κανένα άλλο δεν έγινε έτσι, μόνο στην Αγγελική και πολύ την πειράζει που είναι φαφούτα και σφίγγει τα χείλια της όταν γελά. Είναι καλή, ναι, πολύ καλή μαθήτρια, η καλύτερη λέει η μαμά, μα είναι πεισματάρα σα γάιδαρος. Πρέπει να την πηγαίνεις με τα νερά της. Τότε γίνεται πολύ καλή, αλλιώτικα είναι μια στρίγγλα!!
  Η Ειρήνη είναι ταχτική και νοικοκυρά. Στολίζει συνέχεια τα παιχνίδια της, συγυρίζει το δωμάτιο της, της αρέσουν τα όμορφα ρούχα, έχει πολύ ταχτικά τετράδια, είναι πολύ λογική. 
Εγώ είμαι νευρόσπαστο, άτσαλος και ζηλιάρης. Προσπαθώ να διορθωθώ κι η μαμά λέει να μην απογοητεύομαι. Αρκεί νάχω ήσυχη τη συνείδησή μου, πως προσπάθησα αρκετά.
   Μ' αρέσουν τα κόμικς, τα διαστημικά, τα επιστημονικής φαντασίας, οι εφευρέσεις. Ήθελα να γίνω εφευρέτης ή αστροναύτης. Η μαμά μου λέει πως με τα κόμικς δε γίνομαι τίποτε και πως πρέπει να διαβάζω και κανα βιβλίο. 
Εκείνη στα νιάτα της διάβαζε βιβλία, κι η Αγγελική και η Ειρήνη διαβάζουν βιβλία. Ίσως τα βιβλία νάναι κοριτσίστικη υπόθεση. Ακόμη και στις διαφημίσεις όλο βιβλία και περιοδικά για γυναίκες δείχνουνε. 
Τα βιβλία είναι φανταστικά! Εμένα μ' αρέσουν τα φανταστικά που θα μπορούσε νάναι πραγματικά, όπως τα διαστημικά. Γιατί δηλαδή να μην υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι στο διάστημα; Θάθελα πολύ να τους γνωρίσω. Θάθελα να κάνω κάτι σπουδαίο, να γίνω ήρωας. Όχι όμως στον πόλεμο. Δεν μ' αρέσουν οι ήρωες που σκοτώνουν, οι ήρωες που σκοτώνονται. Τι να το κάνεις νάσαι ένας πεθαμένος ήρωας; Εγώ θέλω να μεγαλώσω, να παντρευτώ, να κάνω παιδιά σαν τον μπαμπά και τη μαμά μου και να γίνω εφευρέτης.

   Ξέρετε πως γεννιούνται τα παιδιά; Εγώ ξέρω. Μου τόπε η μαμά μου, μας έδειξε και κάτι εικόνες. Μου φάνηκε λιγάκι αναξιοπρεπές. Μου φάνηκε ανήθικο. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν αγαπάνε τα παιδιά που παίρνουν χαπάκια για να μην κάνουν παιδιά. Εσείς το ξέρατε; Στο σχολείο μας όλοι διαβάζουν "σεξουαλική απελευθέρωση" ξέρετε δα αυτό το περιοδικό που πουλάνε στα περίπτερα κι είναι, λέει επιστημονικό. Το περνάνε χέρι-χέρι όλα τα παιδιά κάτω απ' το θρανίο. Δε μ' αρέσει που είναι γυμνοί. Θάπρεπε να ντρέπονται.
Βέβαια κι εγώ έχω δει τη μαμά μου και τις αδελφές μου γυμνές, καμιά πόρτα δε κλείνει στο σπίτι μας, μα είναι ντροπή να δείχνουν γυμνούς ξένους ανθρώπους.

Η μαμά μου στη κοιλιά της έχει μια μεγάλη άσχημη ουλή. Είναι απ' την εγχείρηση. Από τότε που την έκανε, φοράει ολόσωμο μπανιερό, έπαψε να φοράει μπικίνι, που της πήγαινε. Ήταν τότε που παραλίγο να πεθάνει δίχως να γεννήσει μωρό κι όταν γύρισε απ' το νοσοκομείο μ' άδεια χέρια, η χαζή η Αγγελική τη ρώτησε 
"μαμά πότε θα έλθει και το μωρό;".
 Τόσο ανόητη ήταν επειδή ήταν μικρή. Δε θυμόταν βλέπεις πόσο είχε μεγαλώσει η κοιλιά της μαμάς την τελευταία φορά που ήταν έγκυος. Από την εγχείρηση και έπειτα η μαμά μου δε μπορεί να κάνει άλλο παιδί.
"Μη στεναχωριέσαι", την παρηγόρησα. "Τώρα διάβασα στην εφημερίδα πως μπορούν οι γυναίκες να κάνουν και παιδιά του σωλήνα. Δε θάθελες να κάνεις κανένα αγοράκι;". 
"Μα και βέβαια" είπε γελώντας δακρυσμένη. Το παθαίνει κι αυτό φορές φορές, σαν ήλιος με βροχή. Γελάει και κλαίει. Δεν ξέρω τότε τι να κάνω, κι έτσι τη φιλώ και ξεμπερδεύω. Οι γυναίκες είναι μυστήριες μου φαίνεται, έχουν κάτι τέτοια. Ίσως γιατί είναι γυναίκες.
Ζηλεύω τις γυναίκες. Αυτές γεννούν παιδιά. Εμείς οι άντρες τίποτε.
Βέβαια, δε λέω, γινόμαστε μπαμπάδες, αλλ' άλλο μπαμπάς κι άλλο μαμά, να λέγεται.
Θυμάμαι τότε που η Νίκη ήταν ακόμη στην κοιλιά της μαμάς μου και μ' έβαζε κι ακουμπούσα το χέρι μου στην κοιλιά της και περίμενα τικ πότε θα κλωτσήσει το μωρό. Κι εγώ που τότε πίστευα πως το μωρό θα γινόταν ποδοσφαιριστής!! κι έπειτα έγινε η Νίκη.
Σας είπα γιατί τη Νίκη τη βγάλαμε Νίκη; Ω! Είναι απίθανη ιστορία! Η μαμά τα διηγείται τόσο γουστόζικα τα βράδια, που αργεί να γυρίσει ο μπαμπάς, και μεις κι οι τέσσερις ξαπλώνουμε στο κρεββάτι τους και με, σβηστά τα φώτα λέει, μέχρι να νυστάξουμε.
Λοιπόν, όπως σας είπα, η μαμά μου παραλίγο να πεθάνει όταν γέννησε την Αγγελική. Φαίνεται λοιπόν πως είχε τρομάξει, μα ήθελε να κάνει κι άλλο παιδάκι, κατά προτίμηση αγόρι, για νάχω κι εγώ αδελφό κι όχι μόνο τα κορίτσια νάχουν αδελφές. Όταν λοιπόν τ' αποφάσισε να γεννήσει, βρήκαν έναν φίλο τους γιατρό, πούξερε κάτι μυστικά να γεννούν οι γυναίκες χωρίς να πονούν. Ε, λοιπόν έτσι γέννησε κι η μαμά μου το τελευταίο μας μωρό. Φαίνεται όμως, πως στο βάθος της δεν πίστευε πως δε θα πονούσε και φοβόταν κι όταν είδε πως δεν πόνεσε καθόλου τόσο χάρηκε που αποφάσισε να βαφτίσει το μωρό Νίκη, σαν τη νίκη της επιστήμης στην κατάρα που λένε τα θρησκευτικά, πως πρέπει δηλαδή σώνει και καλά οι γυναίκες να πονάνε για να γεννήσουν τα μωρά. Κι ήταν λέει τόσο ευτυχισμένη και λεύτερη, που ήθελε να τραγουδήσει και γελούσε μόνη της κι αγαπούσε τόσο το λιπαρό κορμάκι που είχαν ακουμπήσει πάνω της, μόλις γεννήθηκε, δηλαδή τη Νίκη μας.
· · ·

Μακαρονάδες "διεθνείς"
  Μερικές φορές τα βράδια η μαμά μου μας φτιάχνει εγγλέζικη μακαρονάδα, που πολύ μας αρέσει. Βέβαια, εγώ, που είμαι πιο μεγάλος, καταλαβαίνω πως η μακαρονάδα δεν είν' εγγλέζικη, αλλά ελληνική, μα όταν τη λέμε εγγλέζικη και μας λέει πως έχει βάλει μέσα το μυστικό εγγλέζικο χορτάρι, μας φαίνεται νοστιμότερη -κι έτσι κάνω κι εγώ πως το πιστεύω-.      Προχθές όμως, φτιάξαμε κινέζικη μακαρονάδα. Η αλήθεια είναι πως η μαμά έβαλε στη σάλτσα και πιπεριά και την έκανε πιο καφτερή, ίσως κατά λάθος, μα για να τη φάμε μας είπε αυτό το παραμύθι.
   Κάναμε ολόκληρη επίσημη τελετή. Σβήσαμε το φως κι ανάψαμε κεριά, πήραμε ποτήρια κολωνάτα του λικέρ και βάλαμε κόκκινο κρασί για όλους κι η μαμά μας διηγήθηκε ότι πήρε τη συνταγή των μακαρονιών απ' το κινέζικο εστιατόριο που πήγαν με το μπαμπά πριν παντρευτούνε. 
  Ήταν, λέει, ένα εστιατόριο με κινέζικες ζωγραφιές στους τοίχους, κινέζους σερβιτόρους και κινέζικα φαγιά καφτερά και ρύζια. Χιόνιζε κείνο το βράδυ κι ήταν οι πρώτοι πελάτες στο εστιατόριο. Στο κάθε τραπεζάκι ήταν κι ένα αναμμένο κερί. Αντί για πηρούνια είχαν ξυλάκια, κι ο κινέζος σερβιτόρος τους έφερε ένα κινέζικο κατάλογο που δεν ήξεραν τι να παραγγείλουν. Ήταν κάτι κατάλογοι μεγάλοι κι έπρεπε να τους παραμερίζουν για να κοιτάζονται. Ντρεπόντουσαν να πούνε, πως δεν καταλαβαίνουν τίποτε κι έτσι είπαν στο σερβιτόρο να τους φέρει "ότι πιο κινέζικο". Στα τζάμια κρεμόντουσαν κάτι κρυσταλάκια σαν των πολυελαίων που έκαναν μυριάδες χρώματα απ' τους προβολείς των αυτοκινήτων που περνούσαν στο δρόμο. Τους έφεραν κρασί "σακέ" που γίνεται λέει από ρύζι, κι ήταν πολύ ευτυχισμένοι πίνοντάς το και γελούσαν κι οι κινέζοι σερβιτόροι τους κοιτούσαν σοβαρά και κείνοι τότε αποφάσισαν να παντρευτούνε.
 "Έτσι κι εγώ θα παντρευτώ μαμά" της είπα τότε.
"Μόνο που η γυναίκα σου ίσως δεν έχει ακόμη γεννηθεί" μου είπε γελώντας η μαμά, γιατί ξέχασα να πω πως η μαμά μου είναι δέκα χρόνια πιο μικρή απ' τον μπαμπά. Τότε ήταν που της εξομολογήθηκα πως αγαπώ την Κατερίνα.
Η Κατερίνα είν' η καλύτερη μαθήτρια στην τάξη κι όλοι την παραδέχονται κι είναι καλό κορίτσι κι ο μπαμπάς της είναι παπάς.
Η μαμά μου χαμογέλασε και είπε.
"Κι εγώ στην ηλικία σου αγαπούσα ένα συμμαθητή μου κι έλεγα πως όταν μεγαλώσω θα παντρευτούμε. Όμως μεγαλώνοντας αλλάζουν τόσα στη ζωή σου αλλάζεις και συ ο ίδιος".
"Εγώ όμως δε θ' αλλάξω μαμά" της είπα με θάρρος.
Μα πάλι... θα πάμε στο ίδιο γυμνάσιο, στο ίδιο λύκειο, στο ίδιο πανεπιστήμιο ή μήπως θα χωρίσουμε;


Απώλειες

   Μια μέρα που έπαιζα στο δρόμο με τους φίλους μου, ο Γιώργος έδωσε ένα δυνατό σουτ στη μπάλα μου και την έστειλε στη ταράτσα του χαλάσματος πούμεινε απ' τους σεισμούς ετοιμόρροπο κι όλοι το φοβούνται σα στοιχειωμένο.
 Νευρίασα, πήγα σπίτι κι άρχισα να κλωτσώ την καρέκλα, και τις αδελφές μου και να φωνάζω όπως κάνω, χωρίς να το θέλω, όταν είμαι στις κακές μου.
Τότε η μαμά με πήρε στο δωμάτιο μου μ' αγκάλιασε και με ρώτησε τι έχω.
"Για μια μπάλα κάνεις έτσι καημένε;"
"Μα ήταν η τυχερή μου, το γούρι μου, η αγαπημένη μου" φώναξα ξεσπώντας σε κλάματα.
"Είναι καιρός πια αγόρι μου να μάθεις πως στη ζωή πολλές φορές θα χάνεις αγαπημένα σου πράγματα ή πρόσωπα, δίχως να μπορείς να το εμποδίσεις.
Θυμάσαι τον παππού σου που τον αγαπούσες και σ' αγαπούσε; Έφυγε πάει, πέθανε. Κάποτε θα φύγουν κι οι γονείς σου. Πράγματα πολύ πιο ακριβά απ' την αγαπημένη σου μπάλα. Μην το ξεχνάς. Πρέπει από τώρα να συνηθίσεις την ιδέα". Μιλώντας για τον παππού θυμάμαι...
Ήταν μπαμπάς της μαμάς κι ήμουν το πρώτο του εγγόνι. Καθόμαστε στο ίδιο σπίτι πάνω μεις κάτω ο παππούς με τη γιαγιά. Ακούω και λένε, πως μόλις έκλαιγα μωρό το βράδυ ο παππούς φώναζε.
"Μάρθα το παιδί" κι η γιαγιά τρέχοντας ανέβαινε τις σκάλες για να με κουνήσει. Κάθε βράδυ γινόταν αυτό, ώσπου ο μπαμπάς θύμωσε κι είπε πως με κακοσυνηθίζουν κι ας κλαίω, δεν θα πάθω τίποτε, κι από τότε δεν ξανανέβαιν' η γιαγιά τα βράδια.
Τη μέρα όμως, ο παππούς, πάντα με πήγαινε περίπατο, μ' έλεγε αρχηγό κι εγώ πολύ καμάρωνα, ώσπου ξαφνικά πέθαν' απ' την καρδιά του κι εμείς δεν καταλαβαίναμε τι πάει να πει, πέθανε, και γελούσαμε, νομίζαμε πως πήγε ταξίδι και θα ξανάρθει.
"Πήγε στον ουρανό" είπε η γιαγιά κι όλοι φορούσαν μαύρα κι έκλαιγαν.
Μας πήγαν και στο νεκροταφείο και μας έδειξαν τον τάφο.
"Εδώ είναι ο παππούς" είπε η μαμά.
"Εδώ ή στον ουρανό;" ρώτησα
"Κι εδώ και στον ουρανό, μα πιο πολύ στην καρδιά μας" μου είπε η μαμά.
"Όσο τον θυμόμαστε θα ζει".
"Στον ουρανό είν' ο Θεός, έτσι δεν είναι;" ρώτησε η Ειρήνη.
"Ναι" της είπε η γιαγιά.
"Κι ο παππούς στον ουρανό;"
"Ναι" της είπε η γιαγιά.
"Μας βλέπει;"
"Βέβαια σας βλέπει και σας αγαπάει πουλάκια μου" είπε δακρυσμένη η γιαγιά.
"Αν του πω θα μας φέρει κάνα δώρο;" ρώτησε τότε η Ειρήνη κι η μαμά κι η γιαγιά κοιτάχτηκαν αμήχανες.
"Δεν έχει λεφτά" είπ' η γιαγιά.
"Θα του δώσει ο Θεός" επέμενε η Ειρήνη.
Η μαμά τότε γέλασε. "Γιατί όχι; Σαν τον άγιο Βασίλη".
Κάθε Χριστούγεννα κι ο παππούς θα στέλνει το δώρο του.
"Όσο τουλάχιστον θα το πιστεύετε" μουρμούρισε σιγότερα.


Η κολοβή αλεπού
   Η γιαγιά μου, η μαμά μου, κι η θεία μου δουλεύουν. Όλες οι γυναίκες στην οικογένεια μας δουλεύουν και μου φαίνεται παράξενο που μερικές γυναίκες συμμαθητών μου δεν δουλεύουν.
  Όσο είμαστε μωρά κι επειδή η μαμά μου πήγαιν' ακόμη στο πανεπιστήμιο και διάβαζε, τη βοηθούσε η γιαγιά, πούχε κανονίσει να δουλεύει στις ώρες που δεν δούλευε η μαμά μου. Κυκλικό ωράριο, έτσι το κάναν. Τώρα, που όλοι πάμε σχολείο κι είμαστε μεγάλοι, στρώνουμε τα κρεβάτια μας και βάζουμε τα πιάτα μας και τα ρούχα μας στο πλυντήριο, δεν χρειαζόμαστε τη γιαγιά παρά μονάχα μερικά βράδια, που ο μπαμπάς κι η μαμά βγαίνουν μόνοι τους βόλτα.
   Για τις βαριές δουλειές παίρνουμε μια συγυρίστρα κι έτσι δεν κουράζεται πολύ η μαμά μας, έτσι λέει ο μπαμπάς.
  Ο μπαμπάς δεν κάνει δουλειές, έτσι τον έμαθε η μαμά του, όταν ήταν μικρός.
Μερικές φορές η μαμά μου εκνευρίζεται, όταν είναι κουρασμένη και του λέει
 "Μα κάνε και σύ καημένε τίποτα" μα τις πιο πολλές φορές δεν λέει τίποτε το έχει συνηθίσει.
 "Δεν αλλάζει" λέει στις φίλες της. "Έτσι έμαθε. Αυτά τα πράγματα δεν αλλάζουν απ' τη μια στιγμή στην άλλη".
 Εμένα όμως, πούμαι άντρας, με βάζει και κάνω ότι δουλειές κάνουν και τα κορίτσια γιατί λέει πως αύριο που θα παντρευτώ θα πρέπει να ξέρω να βοηθώ τη γυναίκα μου.
"Θα πάρω συγυρίστρα" της λέω.
"Δεν ξέρεις αν τα λεφτά σας θα είναι αρκετά" μου αποκρίνεται.
Τα λεφτά... Δε μας δίνουν αρκετά λεφτά επειδή είμαστε πολλά παιδιά. Τα παιδιά πούναι μοναχοπαίδια έχουν μεγάλο χαρτζηλίκι. Ο φίλος μου ο Δημήτρης κερνάει όλη τη τάξη -σοκολάτες, τσίκλες, τσιπς, παγωτά, χαρτάκια. Τυχερός αυτός. Δε φτάνει πούναι μοναχοπαίδι, μα έχουν χωρίσει οι γονείς του κι έτσι παίρνει χαρτζηλίκι κι απ' το μπαμπά κι απ' τη μαμά του. Όταν τόπα στη μαμά κούνησε το κεφάλι της δύσπιστα.
"Τον ζηλεύεις;" ρώτησε.
"Αφού μου λέει τι ωραία περνά" της αποκρίθηκα.
"Την ξέρεις την ιστορία με την κολοβή αλεπού;" με ρώτησε ξανά.
"Του Αισώπου" της είπα με περηφάνια που το θυμόμουν.
"Λοιπόν τι λέει;'
"Για μια αλεπού που πιάστηκε η ουρά της στο δόκανο και κόπηκε κι έπειτα γύριζε στις αλεπούδες κι έλεγε πως έτσι είναι πιο καλά, πως είναι νέα μόδα και τις παρακινούσε να κάνουν το ίδιο, και...".
"Και;"
"Κι η γριά αλεπού της είπε πως τα λέει απ' τη ζήλια της..."
Κατάλαβες αγόρι μου; Οι γονιοί του φίλου σου, του δίνουν όλα τ' αγαθά που μπορούν ν' αγοράσουν, μιας και δεν μπορούν να του προσφέρουν το πολυτιμότερο, τους ίδιους τους εαυτούς.
Θα σ' άρεσε να ζούμε χωριστά με το μπαμπά;"
"Όχι" της είπα ντροπαλά
"Δίκιο έχεις" μουρμούρισα ύστερα, αν και θα προτιμούσα και να τους έχω και τους δύο και νάχω πιο μεγάλο χαρτζηλίκι.
· · ·

Παγώνια
  Ο μπαμπάς κι η μαμά κάνουν την ίδια δουλειά, η μαμά όμως εκτός απ' τη δουλειά της μαγειρεύει, σιδερώνει, συγυρίζει, μας πηγαίνει βόλτα και ψωνίζει στο σούπερ μάρκετ.
Η γιαγιά λέει καμιά φορά, πως βιάστηκε να παντρευτεί και πως αν δεν παντρευόταν θ' ανέβαινε πολύ ψηλά, μα της μαμάς δεν φαίνεται να ιδρώνει τ' αυτάκι της από τέτοια.
"Οι μαμάδες έχουν πάντα άλλες απόψεις" συνηθίζει και λέει. "Το χάσμα των γενεών".
Η γιαγιά ποτέ δε μιλάει για πολιτικά με κανένα, είναι λέει δημόσιος υπάλληλος, δηλαδή πρέπει νάναι μ' όποιον βγαίνει. Δεν ξέρουμε τι ψηφίζει. Η μαμά κι ο μπαμπάς δε συζητούν μαζί μας πολιτικά για να μην μας επηρεάσουν. Ξέρουμε τι ψηφίζουν, γιατί όταν πάμε στο χωριό στις εκλογές γεμίζουν τ' αμάξι μ' αφίσες κι αυτοκόλλητα και βάζουν στο μπαλκόνι σημαιάκια. Σε λόγους δε μας παίρνουνε, μονάχα σε μια συγκέντρωση Ειρήνης πήγαμε και μας πήρε κι η τηλεόραση γιατί είχαμε ζωγραφίσει ένα όμορφο πλακάτ μ' ένα περιστέρι και στο Πολυτεχνείο πάμε, όμως όταν δεν έχει κόσμο. Μ' αρέσουν όλες αυτές οι γιορτές κι οι φωνές κι οι φασαρίες.
   Θάταν πολύ ωραία νάχαμε πάντοτε ειρήνη και νάναι όλοι πλούσιοι, μα στη τηλεόραση και στις εφημερίδες δείχνει πως σε άλλα μέρη γίνονται πόλεμοι και σκοτώνονται πολλά παιδιά και σ' άλλα μέρη πολλά παιδιά πεθαίνουν απ' την πείνα. Μου φαίνεται τρελό πως μπορεί να γίνεται, γιατί όλοι αυτοί οι μεγάλοι δεν κάνουν κάτι να σταματήσει αυτό το κακό.
   Η μαμά μου θυμάται το Πολυτεχνείο και τη δικτατορία. Ήταν τότε λέει κάτι κακοί που πήγαιναν τους ανθρώπους φυλακή και εξορία και τους βασάνιζαν. Πώς μπορεί να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι; Γιατί να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι; 
Κι εμείς τα παιδιά τσακωνόμαστε πότε πότε, μα στο τέλος φιλιώνουμε. Παίζουμε πόλεμο γιατί μας αρέσει, μα δε θέλουμε στ' αλήθεια να πονέσουμε τον "εχθρό". Η μαμά λέει, όταν στεναχωριέμαι γιατί δε νίκησα στο παιχνίδι, πως ο σωστός άνθρωπος πρέπει να ξέρει να νικά και να χάνει. Εγώ ακόμη δεν έμαθα όμως να χάνω και θέλω πάντα να νικώ κι ας μην το δείχνω.
Στο σπίτι μας συχνά μαζεύονται πολλά παιδιά.
"Τί είναι ένα παραπάνω" λέει χαμογελώντας η μαμά στις μαμάδες που φέρνουν τα παιδιά τους σπίτι για να παίξουν. Οι ξένες μαμάδες θαυμάζουν και ζηλεύουν τη μαμά μου, γιατί έχει τέσσερα παιδιά και δουλεύει.
 "Εμένα ένα και μούχει σπάσει τα νεύρα" συνηθίζουν να λένε. 
"Συνήθειο είναι", λέει χαμογελώντας αινιγματικά η μαμά. "Ξέρω άλλες που έχουν περισσότερα".
Άλλες μαμάδες παραπονιούνται πως δεν έχουν αρκετά λεφτά για να κάνουν κι άλλο παιδί. 
"Σήμερα τα παιδιά τα θέλουν όλα, λένε. Τα ιδιαίτερά τους, τα ταξίδια τους στο εξωτερικό". Η μαμά πιστεύει πως τα παιδιά μεγαλώνουν και χωρίς ταξίδια στο εξωτερικό.
 "Τα παιδιά μεγαλώνουν μόνα τους" λέει. "Το μόνο που χρειάζονται είναι τη σιγουριά της οικογενειακής σκέπης και τη στοργή. Δεν πιστεύω πως τα πολλά λεφτά φτιάχνουν σωστούς ανθρώπους".
Μερικές μαμάδες πριν γεννηθούν ακόμη τα παιδιά τους τα γράφουν σ' ακριβά κολλέγια για ν' αποκτήσουν γνωριμίες στον καλό κόσμο και να γίνουν σπουδαίοι όταν μεγαλώσουν.
Η μαμά πιστεύει πιο πολύ στη σιγουριά του μέσου ανθρώπου και στη λευτεριά της επιλογής που προσφέρει η μέση τάξη.
"Μην εμπιστεύεσαι παιδί μου τα παγώνια" μου λέει συχνά. Έχουν μυαλό πουλιού".
· · ·

Τα ζώα μας
    Ο μπαμπάς κι η μαμά μου είναι αγαπημένοι. Κάθε χρόνο στην επέτειο του γάμου τους φεύγουν οι δυό τους μόνοι για δυο τρεις μέρες και τότε μας κρατάει η γιαγιά.
 Είναι μεγάλο πανηγύρι, γιατί η γιαγιά ποτέ δε μας χαλά χατήρι, μας παίρνει και κόκα κόλες και μίκυ μάους κι όλα όσα η μαμά κι ο μπαμπάς δεν επιτρέπουν. 
Η μαμά κι ο μπαμπάς μαλώνουν καμμιά φορά κι όλο γι αστείες αφορμές, για τις κουρτίνες, ας πούμε, ή για το ασιδέρωτο πουκάμισο ή για τις κάλτσες τις μονές. Τότε φωνάζουν κι οι δυο μαζί κι όταν τους λέω
"Γιατί τσακώνεστε;" μου απαντούν.
"Μα δεν τσακωνόμαστε, μόνο διαφωνούμε".
 Μερικές άλλες φορές η μαμά μιλάει στο μπαμπά πένθιμα ή ο μπαμπάς φεύγει το πρωί χωρίς να τη φιλήσει, μα η μαμά μού- χει πει, πως είναι φυσικό να μαλώνουν πού και πού.
"Εσύ πως μαλώνεις με τ' αδέλφια και τους φίλους σου;!! Μήπως αυτό σημαίνει πως δεν τους αγαπάς". 
Άλλες πάλι φορές κοιτιώνται με αγάπη και αγκαλιάζονται τόσο, που η Νίκη που ζηλεύει, πάει και χώνεται ανάμεσά τους κι εκείνοι τότε γελούν και τη χαϊδεύουν και τη φιλούν κι αυτή κάνει χαρούλες σαν σκυλάκι.
Τώρα πούπα σκυλάκι θυμήθηκα τον καημό μου. Όσο κι αν τους το ζητώ δε μου παίρνουν ένα σκύλο. Ο μπαμπάς λέει πως τα σκυλιά δεν είναι για τις πολυκατοικίες κι η μαμά λέει πως τη φτάνουν τα παιδιά πούχει να φροντίζει, δε χρειάζεται και σκύλο.
Το μόνο που έχουμε είναι πολλά λουλούδια, που δε γαυγίζουν, δε λερώνουν και δεν είσαι υποχρεωμένος να τα παίρνεις μαζί σου και μια χελώνα την Κλαίρη, που τη βρήκαμε μια μέρα στο βουνό, πούχαμε πάει περίπατο, κι από τότε την υιοθετήσαμε. Πηγαινοέρχεται στην αυλή, τρώει φυλλαράκια κι αγγούρι, όλο το χειμώνα κοιμάται κι είναι τόσο αθόρυβη που καταντά βαρετή. Μερικές φορές τρυπώνει κάτω απ'το κρεββάτι μας κι αυτό σπάει κάπως τη μονοτονία.
    Της γιαγιάς μου τα καναρίνια παραείναι φασαριόζικα. Τσιρίζουν ενοχλητικά κι η γιαγιά λέει "πόσο ωραία κελαηδούν" κι όλο παντρεύονται και γεννούν αυγά και καινούργια μωρά -καναρινάκια που η γιαγιά μου τα χαρίζει σε γνωστούς και φίλους που γίνονται πανευτυχείς, γιατί είναι λέει ράτσας.
Εγώ δεν τα εκτιμώ. Κουτσουλάνε και σκορπάν το φαγητό τους όπου βρουν, άσε που μόλις βρούνε πόρτα ανοιχτή όπου φύγει φύγει.
Ο φουκαράς ο Παύλος σαν ήταν πιο μικρός άκουσε της χρονιάς του γιατί άνοιξε την πόρτα του ενός κλουβιού κι έφυγε κι η νύφη κι ο γαμπρός εγκαταλείποντας τ' αυγά στη μοίρα τους. Άσπλαχνα πουλιά, χωρίς ευγνωμοσύνη.
  Πότε πότε στο Πάσχα κοντά, αποκτούμε και κάνα πα­πάκι ή κοτοπουλάκι που μας χαρίζει πάντα η γιαγιά και το εγκαθιστούμε στη ταράτσα. Μερικά πεθαίνουν, άλλα ζουν και μεγαλώνουν. Θυμάμαι ένα πετεινάκι, πούχε γίνει τόσο φίλος μου, που σκαρφάλωνε στον ώμο μου κι έμενε κει με τις ώρες, μπαινόβγαινε στο σπίτι σα γάτα, μα είχε το κακό συνήθειο να κουτσουλάει όπου βρει κι έτσι στο τέλος εξαφανίστηκε.
Αυτά τα πουλιά δεν μένουν για πολύ, μετά κάποια ηλικία εξαφανίζονται. Η μαμά λέει, πως στέλνει τα παπιά στον Εθνικό κήπο, για να μάθουν κολύμπι και τα κοτόπουλα στο χωριό, για νάχουν παρέα, μα εγώ υποπτεύομαι πως τα δολοφονεί κρυφά και μεις έπειτα τα τρώμε, δίχως να το υποπτευόμαστε.
 Είναι σκληρό να σκεφτείς, πως τρως τους φίλους σου. Μια φίλη μας, η Σάσα έχει ένα σκυλάκι τη Μάτα. Κοιμάται μαζί τους, είναι βλέπεις μοναχοπαίδι. Μερικές φορές κοιμάται σπίτι μας, της αρέσει που είμαστε όλα μαζί στο κρεββάτι, μόλις χτυπήσει σιωπητήριο. Αυτή η Μάτα είναι ένα σκυλί κουτσούβελο κι όμως γαυγίζει σα λυσσασμένη και τρέχει ξωπίσω σου σαν τρελλή.
Δεν την πιάνει το μάτι σου, κι όμως κατάφερε ν' αναστατώσει πέντε πολυκατοικίες. Ήταν τότε που κατά λάθος δάγκωσε ένα μοναχοπαίδι χαϊδεμένο κι ο πατέρας του παιδιού ήθελε να σκοτώσει τη Μάτα, γιατί ήταν λέει λυσσασμένη κι η Σάσα κλείστηκε στο καμπινέ αγκαλιά με τη Μάτα, κι απειλούσε πως θ' αυτοκτονήσει αν πείραζαν έστω και μια τρίχα της Μάτας, κι η μαμά της Σάσας κλαίγοντας έδειχνε στη μαμά του δαγκωμένου παιδιού το καρτελάκι με τα εμβόλια του σκύλου κι ο μπαμπάς του δαγκωμένου παιδιού απαιτούσε να πάνε αμέσως παιδί και σκυλί στο λυσσιατρείο.
Στο τέλος όλοι ησύχασαν, μα εμένα μου φάνηκε τόσο αστείο, σαν τις ιστορίες του Χοντρού-Λιγνού.


Διακοπές
  Τα καλοκαίρια πάμε μισό καιρό στο χωριό του μπαμπά μου τη Δίβρη, και τον υπόλοιπο στης μαμάς μου το χωριό τη Σαντορίνη. Ξέχασα να σας πω πως τελικά ο μπαμπάς μου είναι αρχηγός, όχι στο σπίτι, αλλά στο σύλλογο του χωριού του. Το χωριό που είν' επάνω στο βουνό έχει έλατα, ποταμάκια, πηγές και πέτρινα σπίτια μισογκρεμισμένα. Ο σύλλογος του μπαμπά μου κάνει γιορτές, χτίζει πλατείες, ψήνει αρνιά, παίζει θέατρο και σινεμά.
Περνάμε καλά στο χωριό του μπαμπά μου το καλοκαίρι γιατί κοντά στα νερά μαζεύονται πολλές πυγολαμπίδες και τα βράδυα τις κυνηγάμε και τις βάζουμε σε βαζάκια και μοιάζουν σαν πορτατίφ.
Στο χωριό του μπαμπά μου, είναι και ο παππούς, ο μπαμπάς του μπαμπά μου, πούχει μαγαζί και πουλάει παγωτά, σοκολάτες, κόκα κόλες και μίκυ μάους που μας τα χαρίζει τσάμπα, όποτε κατεβαίνουμε στην αγορά. Έτσι κι εμείς, κατεβαίνουμε συχνά στην αγορά, τουλάχιστον εγώ κι η Ειρήνη πούμαστε μεγάλοι, τα μικρά παίζουν με τα νερά και τα χώματα στη βρύση και μαγειρεύουν με μολόχες και τσουκνίδες.
Κάθε χρόνο γίνεται, ψηλά στα έλατα, το πανηγύρι του συλλόγου. Οι μεγάλοι τρώνε αρνιά ψητά, κοκορέτσια, ντομάτες, τυριά, πίνουν κρασί και χορεύουν και μεις τα παιδιά παίζουμε πόλεμο αρχαίο, με ξίφη κι άλογα. Όταν χορεύει στο χωριό η μαμά μου, ο μπαμπάς μου ρίχνει λεφτά στα όργανα, έτσι συνηθίζεται, ρίχνουν κι άλλοι λεφτά, έτσι που όπως χορεύει η μαμά μου μπερδεύονται τα λεφτά στα πόδια της. Όμως ο μπαμπάς μου νοιώθει περήφανος και καμαρώνει γιατί η μαμά μου χορεύει όμορφα στο χορό του χωριού του.
Στη Σαντορίνη πάλι περνάμε καλά, γιατί πρωί-απόγευμα πάμε στη θάλασσα. Πότε στην άμμο, πότε στα βραχάκια κολυμπάμε, κάνουμε ηλιοθεραπεία, μαζεύουμε πεταλίδες και καβούρια, ψαρεύουμε με το καλάμι. Πάμε στα πανηγύρια του νησιού, τρώμε σταφύλια και ντοματούλες σαν ελιές.
Η Σαντορίνη είναι αλλοιώτικο νησί, αγριεμένο. Εσείς που το βλέπετε μόνο στις τουριστικές φωτογραφίες και την τηλεόραση δεν μπορείτε να καταλάβετε. Όταν φυσάει ο αέρας, βουίζει σα ζωντανός και φυσάει συχνά στη Σαντορίνη. Τα βράδυα που έχει φεγγάρι λάμπουν οι ασπρισμένοι τοίχοι σαν φαντάσματα.
Κάτι άλλα βράδυα, χωρίς φεγγάρι καθόμαστε στη πίσω μεριά του σπιτιού, για να μην κρυώνουμε και κοιτάμε τ' αστέρια, που πέφτουν και προσπαθούμε να κάνουμε μιαν ευχή.
"Μη μετράς τ' αστέρια" λέει τότε η μαμά. "Θα βγάλεις μυρμηγκιές στα χέρια σου".
 Ο μπαμπάς μουρμουρίζει "κουταμάρες" κι έπειτα ψάχνουμε να βρούμε ποιό αστέρι δεν είναι αστέρι αλλά δορυφόρος, κοιτάμε την Πούλια και τη μικρή και τη μεγάλη Άρκτο, τον Άρη πούναι τόσο ντροπαλός και κοκκινίζει. Έχει τόση ησυχία. Πού και πού ακούς κάτι σκυλιά που γαυγίζουν στ' αμπέλια και κάνα γάιδαρο, που φαίνεται βλέπει εφιάλτες και γκαρίζει τη νύχτα. Η Νίκη κοιμάται στην αγκαλιά της μαμάς μου.
Κάθε βράδυ πριν κοιμηθούμε, φιλάμε τη μαμά και το μπαμπά δέκα φορές τον καθένα, "άπειρο", που λέει κι η Αγγελική, γιατί προσπαθεί να δώσει αμέτρητα φιλιά και τότε η μαμά τη φυλακίζει στην αγκαλιά της.
Της Νίκης της αρέσει να τη γαργαλάνε. Θάναι ζηλιάρα, γι αυτό γαργαλιέται τόσο. Σπαρταράει σαν ψαράκι και ξεκαρδίζεται. Την άλλη φορά είπε στο μπαμπά, πως τον αγαπά λιγώτερο γιατί τη γαργαλάει πιο λίγο απ' τη μαμά.
Πέρσι το καλοκαίρι ο μπαμπάς άφησε γένια στις διακοπές. Ήταν σαν το Ροβινσώνα Κρούσο. Μετά έκανε μουστάκι, που όλοι λέγαν πως του πήγαινε, μα εμάς μας γαργαλούσε όταν μας φιλούσε κι έτσι τόκοψε ξανά. 
"Ήσουν πολύ άγριος με το μουστάκι" τούπε η Αγγελική. "Τώρα όμως είσαι πολύ αστείος".
Η μαμά μου, παλιά, είχε μακριά μαλλιά, που τάκανε πότε κοτσίδα, πότε κότσο. Ξαφνικά όμως τάκοψε κι έγινε σαν αγόρι.
Ο μπαμπάς στεναχωρήθηκε κι εγώ το ίδιο. Μόνο στα κορίτσια άρεσε. Και δε φτάνει αυτό, μα τώρα κάθε λίγο και λιγάκι τα τυλίγει με ρόλευ και τα στεγνώνει με το πιστολάκι, ενώ πρώτα δεν είχε τόσο μπελά.
Όταν της είπα ξάστερα την άποψή μου για το καινούργιο της μαλλί μουρμούρισε στεναχωρημένη.
"Μα ούτε στο κεφάλι μου δεν μπορώ να κάνω κουμάντο;".
 Φαίνεται πως στις γυναίκες δεν αρέσουν τα μακρυά μαλλιά, επειδή μπορούν να τα έχουν μακρυά. Εμείς οι άντρες που πρέπει να κόβουμε τα μαλλιά μας, μας αρέσει να βλέπουμε τις γυναίκες με μακρυά μαλλιά. Στις γυναίκες αρέσουν τα κραγιόν και τα μολύβια. Ακόμη κι η Νίκη, που είναι τόση δα, μια μέρα πασαλείφτηκε με το κραγιόν σαν καραγκιόζης και κοκκίνησε όλο της το πρόσωπο κι η μαμά τρόμαξε πως είναι άρρωστη κι έχει πυρετό κι όταν είδε, τί είχε κάνει, της έδωσε δυο ξυλιές στον ποπό και την έβαλε στην μπανιέρα.
Ευτυχώς της Νίκης της αρέσει η μπανιέρα. Τα κορίτσια μπαίνουν στη μπανιέρα δυο-δυο τη γεμίζουν με σαπούνια και μετά δε βγαίνουν έξω.
Εμείς οι άντρες μπαίνουμε μόνοι μας στη μπανιέρα και τραβάμε και την κουρτίνα. Καθόμαστε τόσο στο μπάνιο, που ο μπαμπάς λέει πως θα βγάλουμε στο τέλος λέπια. Η χαζή, η Νίκη το πιστεύει και τρομάζει, άμα δει σκασμένο το δέρμα της. Όμως, αν βάλει κρέμα θα δει, πως το δέρμα της γίνεται πάλι εντάξει. Κι εγώ, όταν ήμουν μικρός, πίστευα τη μαμά, που μούλεγε πως αν δε χτενίζομαι θα γίνω δεντράκι. Κι ακόμη το φοβάμαι στιγμές-στιγμές που βαριέμαι να χτενιστώ κι έπειτα τα μαλλιά μου σκληραίνουν και μοιάζουνε με ξυλάκια. Και να σκεφτείτε, πως εγώ σαν άντρας έχω λίγα μαλλιά. Φανταστείτε τις αδελφές μου πούχουν πολλά και της Ειρήνης, πούναι και σγουρά σαν αγκάθια.
Ευτυχώς τους τα χτενίζει η μαμά και τους κάνει κοτσιδάκια με κάτι ωραίους φιόγκους ή κάτι αστεία κοκκαλάκια. Τυχερά τα κορίτσια, όλο ωραία πράγματα ψωνίζουν και φουστάνια και τσαντάκια και κοκκαλάκια. Εμείς οι άντρες, όλο παντελόνια και μπλουζάκια αγοράζουμε.
Τα παιχνίδια μας όμως, είναι πιο ωραία, είναι διαστημικά. Και τα κορίτσια θα μπορούσαν ν' αγοράσουν διαστημικά, μα προτιμούν κουκλάκια και κουζινικά. Τους αρέσει να παριστάνουν τις κυρίες. Φορούν κρυφά και τα τακούνια της μαμάς κι είναι σαν ξυλοπόδαροι.
Στα κορίτσια αρέσει κι ο χορός. Σ' όσα γενέθλια πάμε τα κορίτσια χορεύουν σαν κανίβαλοι, ενώ εμείς τ' αγόρια παίζουμε πόλεμο.
Τα κορίτσια τότε, παραπονούνται στις μαμάδες τους, γιατί δεν έχουν καβαλιέρους. Σ' ορισμένα σπίτια οι μαμάδες μας αναγκάζουν να χορεύουμε κι εμείς "για να μάθουμε τρόπους" όπως λένε.
Η δική μου η μαμά ποτέ δε μας βάζει να χορεύουμε με το ζόρι.
"Είναι δική τους γιορτή" λέει. "Ας διασκεδάσουν όπως τους αρέσει".
· · ·

Τότε που έγινα άντρας
  Κοντά στο χωριό του μπαμπά μου, κοντά πενήντα χιλιόμετρα δηλαδή, υπάρχει ένα φανταστικό μέρος.
Είναι κάτι πηγές, που βλέπεις το νερό να ξεπηδά απ' όπου φανταστείς, απ' τα βράχια, απ' τα χαλίκια, απ' το δρόμο, ένα νερό γάργαρο και παγωμένο, σαν του ψυγείου κι από πάνω κάτι πλατάνια γίγαντες, να σε πλακώνουν με την ομορφιά τους.
Εκεί έχουν φτιάξει ένα καταπληκτικό πεστροφοτροφείο. Δεν ξέρετε τι είναι πεστροτροφείο; Μα είναι ένα μέρος με νερό, όλο πεζούλια, που μέσα κολυμπούν εκατομμύρια πέστροφες κι είναι χωρισμένες κατά ηλικίες, εδώ οι πελώριες χοντρές μαμάδες, εκεί ο γόνος, το ψιλό ψιλό ψαράκι, παραπέρα μεγαλύτερα, πιο κει ακόμη πιο μεγάλα. Ψάρια, εκατομμύρια, που κολυμπούν και λάμπουν. Χρυσή πέστροφα τη λένε, έχει και ταμπελίτσα και το γράφει. Σ' αυτό το μέρος έχει όλο ταμπελίτσες και λουλούδια. "Φυσικό ψυγείο" λέει κι είναι ένα μέρος που βγαίνει νερό κι έχουν μπύρες και πορτοκαλάδες. "Μην κόβετε λουλούδια" λέει κι έχει τόσο όμορφα, πολύχρωμα λουλούδια, που επειδή δεν μπορούμε να τα κόψουμε βγαίνουμε φωτογραφίες. Έχει μια λίμνη με πάπιες.. Μια λίμνη γεμάτη πλατάνια. Έναν αετό σε κλουβί, που τον ταΐζουν ζωντανά κοτόπουλα.
Έχει κότες, πάπιες και κύκνους, παπάκια μικρά και βαλσαμωμένες νυφίτσες και πουλιά της περιοχής. Είν' ένα μέρος καταπληκτικό.
Το πιο σπουδαίο όμως είναι, πως έχει τραπεζάκια και κάθεσαι δίπλα στο νερό και στα λουλούδια, κάτω απ' τα πλατάνια και ζητάς ψάρια και τότε ο άνθρωπος με μιαν απόχη πάει στο σωστό πεζούλι και χραπ, βουτάει την απόχη, που γεμίζει ψάρια κι έπειτα τα ζυγίζει, ενώ αυτά σπαρταράνε ακόμη και μια γυναίκα τα καθαρίζει, τα τηγανίζει κι ώσπου να πεις "αλεύρι", στα φέρνουν να τα φας.
Εμείς, που δεν τρώμε τα κανονικά ψάρια, γιατί έχουν κόκκαλα, αυτά τα τρώμε πολύ γιατί είναι μαλακά, άσπρα, χωρίς κόκκαλα και μοιάζουν με κοτόπουλο.
Τέλος πάντως άλλο ήθελα να πω.
Κείνη την ημέρα ξεκινήσαμε για το πεστροφοτροφείο οι τέσσερεις μας με τη μαμά, γιατί ο μπαμπάς προτιμούσε να συζητάει με τους συγχωριανούς του στην αγορά. Οδηγούσε η μαμά κι όλοι τραγουδούσαμε ακόμη κι εγώ που ζαλίζομαι όταν τ' αυτοκίνητο κάνει στροφές. Ξαφνικά: "ωχ" κάνει η μαμά "ελπίζω να μην είναι ότι φαντάστηκα".
Δυστυχώς ήταν ακριβώς ότι φαντάστηκε, είχαμε πιάσει λάστιχο.
"Δεν είναι τίποτε" λέει η μαμά "θα το αλλάξουμε".
Παρκαρίσαμε στην άκρη, βάλαμε και κοτρόνια, μην τσουλίσει τ' αμάξι, ανοίγουμε το πορτ μπαγκάζ, βγάζουμε τη ρεζέρβα και τα εργαλεία και τότε, τι να δούμε; Άφαντο το κατσαβίδι.
Τόχε πάρει ο μπαμπάς να βιδώσει κάτι και ξέχασε να το ξαναβάλει στη θέση του. "Τώρα;" λέει η μαμά "Πώς βγάζουμε το τάσι;" Ψαχουλεύαμε από δω. Ψαχουλεύαμε από κει, τίποτε, πουθενά κατσαβίδι.
Κι ο δρόμος ερημιά, ψυχή να μην περνάει. "Το μαχαίρι" είπα εγώ.
"Μπράβο Αλέξανδρε" είπε η μαμά. "Φέρτο λεβέντη μου". Με το μαχαίρι για τα χόρτα βγάλαμε το τάσι. Μετά παλεύαμε ν' ανοίξουν τα μπουλόνια. "Να γιατί χρειάζονται οι άντρες" μουρμούρισε η μαμά, ενώ παιδευόταν να γυρίσει τις βίδες κι είχε γεμίσει μουτζούρες, σαν στρατιώτης στον πόλεμο.
"Για πάτα δω, βρε Αλέξανδρε" μου είπε τέλος. Και στ' αλήθεια, μόλις πάτησα εγώ πάνω στη μια μεριά του σταυρού, η βίδα γύρισε.
"Μπράβο αγόρι μου" είπε η μαμά "είσαι σπουδαίος άντρας. Γύρνα τώρα και τη μανιβέλα να σηκωθεί τ' αμάξι".
Αλλάξαμε λοιπόν τη ρεζέρβα κι ευτυχώς, στο επόμενο χωριό βρήκαμε και βουλκανιζατέρ που μας μπάλωσε τη σαμπρέλα -είχε πάθει δυο τρύπες από μια πρόκα- κι ακάθεκτοι συνεχίσαμε το δρόμο μας και πήγαμε στις πηγές.
Εκεί που τρώγαμε τα ψάρια μας ήσυχα και καλά, η Νίκη δεν έτρωγε, μόνο πετούσε ψωμιά και πατάτες στις πάπιες, που έτρεχαν σαν τρελλές και τσακωνόντουσαν ποια θα πρωτοαρπάξει το κομμάτι. Εγώ τη μάλλωνα. Ήμουν πια άντρας, αλλ' η μαμά είπε 
"δεν πειράζει είναι διασκεδαστικό και χορταίνουν κι οι καημένες οι πάπιες".
Όμως σε μια στιγμή, κανείς δεν το κατάλαβε πώς, ίσως γιατί όρμησαν όλες μαζί κοντά και τρόμαξε, η Νίκη έχασε την ισορροπία της και μπλουμ, νάτην μέσ' τη λιμνούλα με τις πάπιες. 
Βέβαια βαθιά δεν ήταν, μα έβαλε κάτι αγριο- φωνάρες, είδαμε και πάθαμε να σωπάσει και δεν ήταν γιατί βράχηκε ή χτύπησε, μα απ' τον εγωισμό της, γιατί όλοι γέλασαν όταν την είδαν φαρδιά πλατιά ξαπλωμένη στα νερά και μ' αυτό το έκπληκτο ύφος στο πρόσωπο.
Αλλά το κακό πρέπει να τριτώσει -έτσι δε λένε;- Έτσι λοιπόν στο γυρισμό, ενώ τα λάστιχά μας ήταν εντάξει, τ' αμάξι άρχισε να γουργουρίζει σα γάτα. Σταματάμε πάλι, ανοίγουμε το καπώ και τι να δούμε. Είχε βουλώσει το σωληνάκι του ψυγείου και το νερό χοχλακούσε και ξεχείλιζε απ' το γειτονικό τεποζιτάκι.
Τι να κάνουμε; Κάτσαμε σε μια σκιά και περιμέναμε να κρυώσει τ' αμάξι να γεμίσουμε το ψυγείο νερό και να γυρίσουμε σπίτι.
Εμείς βέβαια χαιρόμαστε να παίζουμε κάτω απ' τα δέντρα, μα η μαμά είχε νευριάσει.
"Γέρασε πια" έλεγε. "Πρέπει ν' αλλάξουμε αυτοκίνητο".
"Μην το λες αυτό, μαμά" της είπα τότε. Ίσως τ' ακούει και θυμώσει.
Ποιός ξέρει τι μπορεί να μας σκαρώσει. Μας αγαπά και δεν θέλει να το πουλήσουμε".
"Αν μας αγαπά" λέει τότε η μαμά θυμωμένα "καλύτερα να κάθεται φρόνιμα γιατί αν μας ξανακάνει τέτοια καψόνια, όχι πούλημα, πέταμα θα φάει να γλυτώσουμε".
Αυτό τ' αμάξι λοιπόν, είναι πολύ δύστροπο. Εκεί που είναι μια χαρά και πάει και ταχτικά στο συνεργείο του και βάφεται και πλένεται και θάπρεπε νάναι ευτυχισμένο, μόλις ξεκινάμε για το χωριό του μπαμπά όλο κάτι παθαίνει. Πότε σωληνάκι λαδιού, πότε μπαταρία.
Ο μπαμπάς πολύ νευριάζει με το δίκιο του, δηλαδή. "Λες κι είναι βαλτό" λέει. Μα κι εγώ ζαλίζουμαι πολύ πηγαίνοντας στο χωριό του μπαμπά. Όχι πως δε μ' αρέσει, μα συνέχεια-συνέχεια ο ίδιος δρόμος, τόσες ώρες, τόσες φορές κι αυτές οι γνωστές στροφές κι οι γνωστές λακούβες. Το περιμένεις πως θα ζαλιστείς κι έτσι ζαλίζεσαι. Και τίποτε δε με πιάνει. Ούτε φάρμακα, ούτε πρακτικά που διαβάζω στο "μικρό εξερευνητή". Όποτε πάω στο χωριό του μπαμπά ζαλίζομαι.
Ακόμη και τώρα που έγινα άντρας.


Του σχολείου.
  Στο σχολειό μας, φέτος, μας ήλθε μια καινούργια διευθύντρια. Είναι πολύ γελοία. Δεν μας αφήνει να παίζουμε μπάλα. Δε θέλει να πηγαίνουμε εκδρομή και παραπονιέται στις μαμάδες που τ' αγόρια τους δε φορούν μακρύ παντελόνι.
  Η μαμά διασκέδασε πολύ, μ' αυτό το τελευταίο.
 "Στα χρόνια μου" είπε "οι δάσκαλοι μαλώναν τα παιδιά που φορούσαν μακρύ παντελόνι". Η διευθύντρια λέει πως δεν είναι ωραίο να φαίνεται το βρακί των αγοριών, όπως ανεβαίνουν τις σκάλες.
Η διευθύντρια είναι δασκάλα στην τάξη της Αγγελικής. Αντί για ποιηματάκια τους μαθαίνει απολυτίκια. Η Αγγελική ξέρει όλη τη λειτουργία απ' έξω. Εγώ τόσα χρόνια δεν έμαθα μήτε τα μισά απ' όσα ξέρει η Αγγελική. Η Αγγελική όμως δεν ξέρει τι θα πει ψιλή και δασεία, οξεία και περισπωμένη. Η Αγγελική είναι παιδί του μονοτονικού. Μια μέρα, που διάβαζε ένα παραμύθι γραμμένο με το παλιό σύστημα έτρεξε τρομαγμένη στη μαμά .
"Μαμά, τί είναι αυτό;"
Η μαμά γέλασε. "Είναι τα πνεύματα" της είπε. "Πάει, πέταξαν μακρυά. Κάποτε πολύ σπαζοκεφαλιάζαμε με τούτα". 
Τώρα οι μεγάλοι, που τόσα χρόνια παιδεύονταν να μάθουν τους τόνους και τα πνεύματα, τώρα παιδεύονται να τα ξεμάθουν, μα οι πιο πολλοί δεν τα καταφέρνουν σωστά. Βλέπεις άμα γερνάει ο άνθρωπος το μυαλό του νερουλιάζει. Κι έτσι, κάτι τόσο απλό, όπως είναι το μονοτονικό στους μεγάλους φαίνεται βουνό, ασήκωτο.
Η μαμά μου τόμαθε αμέσως το μονοτονικό. Ίσως γιατί μας διαβάζει κι αναγκαστικά μαθαίνει τη γραμματική που κάνουμε. Μεταξύ μας, στην αριθμητική δεν είναι και ξεφτέρι. Ευτυχώς πούχουμε τη γιαγιά και το μπαμπά και μας βοηθάνε. Ο μπαμπάς, ειδικά, χαίρεται να λύνει τα προβλήματα της αριθμητικής, νομίζει πως είναι σταυρόλεξα.

Στην τηλεόραση συνέχεια μιλούν για τα χάλια πούχουν οι πόλεις. Δεν είναι λέει ανθρώπινες. Εμένα όμως κι έτσι ακόμη μ' αρέσουν. Τώρα έχουμε παιδικές χαρές, πάμε και στο γυμναστήριο και παίζουμε στο δρόμο ή στη ταράτσα. Η μαμά μου λέει, πως όταν ήταν εκείνη μικρή δεν είχαν παιδικές χαρές, ούτε τόσα πολλά παιχνίδια κι επειδή δεν είχαν αυτοκίνητο, δεν ήταν εύκολο να πάνε εκδρομή. Το μόνο που με στεναχωρεί είναι, που επειδή η μαμά μου δουλεύει, δεν μπορώ να πηγαίνω στις εκδρομές του σχολείου, γιατί στο δημοτικό τα παιδιά πάνε εκδρομή με τις μαμάδες τους. Παρηγοριέμαι όμως, γιατί, όταν θα πάω στο γυμνάσιο θα μπορώ να πηγαίνω μόνος μου.
Πώς να το κάνουμε; Άλλο να πηγαίνεις εκδρομή με το σχολείο κι άλλο με την οικογένειά σου. Με το σχολείο έχει πιο πλάκα. Τραγουδάμε στο πούλμαν, τρώμε, παίζουμε, φωνάζουμε. "Τρέχα, τρέχα οδηγέ για να τους περάσουμε" φτιάχνουμε αστεία, παρατσούκλια στους δασκάλους. Κι η μαμά μου λέει πως όταν πήγαινε σχολείο τα ίδια κάνανε. Μερικά παρατσούκλια ήταν πολύ πετυχημένα και τα θυμάται ακόμη. " Η κοτούλα, η Χουχού, ο Κεκές, ο τζιτζιφιόγκος". Ήτανε καλή μαθήτρια, η μαμά μου, όμως της άρεσε που κορόιδευαν τους καθηγητές. Μερικοί καθηγητές είναι λίγο ανόητοι.
Στα χρόνια της μαμάς μου, λέει, τα σχολεία ήταν αγορίστικα και κοριτσίστικα κι έτρωγες αποβολή, αν σ' έβλεπαν στο δρόμο ακόμη και με τον αδελφό σου, γιατί λέει, έβγαινε κακό όνομα στο σχολείο που πήγαινες. Πού ήξεραν σε ποιό σχολείο πήγαινες; Μα, τότε, ήτανε υποχρεωτικό τα κορίτσια να φοράνε ποδιά μπλε, με άσπρο γιακαδάκι και στα μαλλιά μιαν άσπρη κορδέλλα.
Τα αγόρια φορούσαν καπέλλα, σα στρατιωτικά, που τάλεγαν πηλίκια.
Θα μ' άρεσε να φορούσαμε και τώρα καπέλλα, αλλά να μην είναι υποχρεωτικά.
Στις αδελφές μου δεν αρέσει η ιδέα της ποδιάς μα η μαμά μου λέει, πως ήταν κάποια λύση. Τώρα αλλάζουμε πολλά ρούχα κι η αδελφή μου η Ειρήνη, που ζηλεύει τη Σάσα, θέλει να φοράει ότι κι η Σάσα. Θέλει να φοράει παντελόνι στο σχολείο, μα ο μπαμπάς δεν επιτρέπει. Η Ειρήνη δεν ξέρω γιατί, πιστεύει, πως ότι κάνει η Σάσα είναι σπουδαίο. Προσπαθεί να περπατάει σαν την Σάσα, να μιλάει σαν τη Σάσα, να ντύνεται σαν την Σάσα.
Η μαμά της λέει, πως αυτό δεν είναι σωστό γιατί η Ειρήνη έχει τη δική της προσωπικότητα και είναι πολύ όμορφη, έτσι όπως είναι, μα η Ειρήνη δε φαίνεται να το παραδέχεται κι όλο τα ίδια κάνει.
Εγώ στη θέση της Ειρήνης θα προτιμούσα να γίνω σαν τη μαμά, μα ίσως η μαμά είναι πολύ μεγάλη για την Ειρήνη και θάναι πολύ δύσκολο να της μοιάσει.
Η μαμά λέει, πως δεν πρέπει να προσπαθούμε να μοιάσουμε σε κανένα. Ο εαυτός μας είναι πολύ όμορφος και θα πρέπει μόνο να προσπαθούμε να τον κάνουμε καλύτερο.
Η Ειρήνη τώρα τελευταία έχει γίνει πολύ μυστήρια. Κάνει πολλές κουταμάρες. Όταν μας έπαιξαν θέατρο στο σχολείο, ζήτησε αυτόγραφα απ' όλους τους ηθοποιούς κι ας μην ήταν σπουδαίοι, απ' αυτούς που βλέπουμε στην τηλεόραση. Το πιο περίεργο όμως είναι που θέλει ν' αλλάξει το όνομά της. Δεν της αρέσει πια να τη φωνάζουμε Ειρήνη, της φαίνεται πολύ λαϊκό, θέλει να τη φωνάζουμε Ρίνα. Μα η μαμά είπε γελώντας πως στην καθαρεύουσα Ρίνα λέμε τη μύτη και θάναι σα να τη φωνάζουμε "μυτούλα" και φαντάσου νάχει και συνάχι... "Ειρήνη" είπε είν' ωραίο όνομα. Δίνει χαρά κι ελπίδα.
"Τι να κάνουμε, είπε ο μπαμπάς, και Καλλιόπη είν' ωραίο όνομα πάει να πει αυτή πούχει όμορφο πρόσωπο, όμως όταν τ' ακούς θυμάσαι τη λεκάνη του καμπινέ". Εδώ η μαμά διαφώνησε με τον μπαμπά.
"Δεν είμαι αντίθετη στα υποκοριστικά" είπε. "Απλώς πιστεύω πως το Ειρήνη είναι προτιμώτερο από το Ρίνα".
Τότε ήταν που μας είπε πως, όταν ήταν μικρή, είχε κολλήσει ένα φεγγάρι στον παππού μου, πως δεν έπρεπε να τον φωνάζουν μπαμπά, αλλά πατέρα. Το μπαμπά είναι ξενικό, έλεγε, ενώ πατέρα έτσι φώναζε ο Χριστός το Θεό. Πατέρα! "Πάτερ ημών" δεν λέμε;
Αυτοί οι μεγάλοι λοιπόν, είναι αστείοι. Κολλούν σε κάτι λεπτομέρειες!

Αρρώστειες

  Η μαμά μου, όταν ήταν μικρή, κρατούσε ημερολόγιο. Μας αγόρασε λοιπόν με λουκετάκι, για ν' αρχίσουμε να γράφουμε ότι θέλουμε. Στην αρχή εγώ βαριόμουνα, έγραφα
 "Παρασκευή ξύπνησα, ντύθηκα, έφαγα, πήγα σχολείο, έφαγα, διάβασα, πήγα Αγγλικά, έφαγα, κοιμήθηκα, ξέχασα να πω, είδα τηλεόραση".
Μετά όμως, μου είπε η μαμά. Σκέψου πως γράφεις ένα γράμμα .Τί θάθελες να πεις απ' τη ζωή σου; 
Κι έτσι άρχισε να μ' αρέσει να μιλώ με τους άγνωστους ανθρώπους και σκέπτομαι, τι θα σας άρεσε να μάθετε απ' τη ζωή μου.
Είναι σαν να μιλώ σε κάποιον αόρατο φίλο. Δεν ξέρω βέβαια αν σας αρέσουν οι ιστορίες μου.
 Οι μεγάλοι συνήθως βαριούνται, πλήττουν, λένε. Εμείς τα παιδιά δεν ξέρουμε τί είναι πλήξη όπως δεν ξέρουμε τι είναι πονοκέφαλος. Ίσως όταν μεγαλώσουμε να μάθουμε. Μέχρι τον περασμένο χειμώνα δεν ήξερα ούτε τι θα πει πονόδοντος, όμως επειδή έτρωγα πολλά γλυκά χάλασε ένα δόντι μου πρήστηκε και πονούσε τόσο, που ο γιατρός αποφάσισε να μου το βγάλει. Της Ειρήνης της σφράγισε δύο δόντια. Εγώ πριν δω τι κάνει ο οδοντογιατρός νόμιζα πως το σφράγισμα είναι σαν τη σφραγίδα που βάζει ο μπαμπάς μου στα χαρτιά, που γράφει συνταγές, Όμως δεν είναι καθόλου έτσι. Στην αρχή ξύνει το δόντι μ' ένα ενοχλητικό εργαλείο, που λέγεται τροχός και γρου-γρου γυρίζει μεσ' στο στόμα σου φτύνοντας νερό. Σου βάζει κι ένα σωληνάκι για να μαζεύει το νερό μεσ' απ' το στόμα σου και δεν μπορείς να καταπίνεις. Πότε πότε σ' αφήνει να πιεις από ένα ποτηράκι πούχει μέσα κάτι που μυρίζει ευχάριστα. Μόλις μπεις στο οδοντογιατρείο, σε καθίζει σε μια καρέκλα ξαπλωτή που ανεβοκατεβαίνει κι έχει από πάνω ένα μεγάλο φως όπως βλέπουμε στα χειρουργεία στο σινεμά. Αυτό που μου φάνηκε υποτιμητικό είναι πως μόλις κάτσεις στην καρέκλα, σου φοράνε μια σαλιάρα χάρτινη, σα νάσαι μωρό.
Έπειτα ο οδοντογιατρός πλένει τα χέρια του, φοράει μια μουσούδα, όπως τα σκυλιά το φίμωτρο και σου λέει ν' ανοίξεις το στόμα σου να μετρήσει τα δόντια σου. Αυτό το λέει ψέμματα, για τους μικρούς.
Στ' αλήθεια, θέλει να δει ποιά δόντια είναι χαλασμένα.
Σε μένα έκανε και ακτινογραφία. Έφερε ένα εργαλείο σαν προβοσκίδα και τ' ακούμπησε στο μάγουλο μου και μ' έβαλε να κρατώ ένα σκληρό χαρτάκι από μέσα στο ούλο κι έπειτα ο γιατρός εξαφανίζεται απ' το δωμάτιο, μόνο που τον ακούς να λέει "μην κουνιέσαι" κι αμέσως η ακτινογραφία βγαίνει.
 Βγαίνοντας από το οδοντογιατρό νοιώθω περήφανος. Έτσι περήφανος ένοιωθα και τότε που έβγαλα τα κρεατάκια μου και μπήκα στο χειρουργείο χωρίς να κλαίω και μετά η μαμά μου πήρε παγωτό, έκανε καλό λέει να σταματήσει η αιμορραγία. Έκλαιγα βέβαια λιγάκι, μα έννιωθα περήφανος και πολύ καμάρωνα που κανένας μου συμμαθητής δεν είχε κάνει κρεατάκια, μόνο σκωληκοειδίτη είχε κάνει ο Κυριάκος και μερικά ραψίματα είχε ο Πέτρος κι η Αγγελική. Όμως εκείνοι δεν φάγαν παγωτό μετά την εγχείρηση.
  Όταν αρρωσταίνουμε περνάμε καλά. Δεν πάμε σχολείο και τα βράδια κοιμόμαστε στη μέση στο κρεββάτι της μαμάς και του μπαμπά για να παρακολουθούν τον πυρετό, μας δίνουν ωραίες ασπιρίνες και σιρόπια και μας βάζουν κομπρέσες στο κεφάλι, μας φτιάχνουν ότι φαγητό γυρέψουμε, εκτός από παγωτό, πίνουμε πορτοκαλάδες και βλέπουμε τηλεόραση όσο θέλουμε ενώ οι άλλοι διαβάζουν. Μ' αρέσει νάμαι άρρωστος, γιατί τότε με προσέχουν πιο πολύ.
 Μια φορά προσπάθησα να κάνω τον άρρωστο, δεν είχα διαβάσει και καλά την φυσική ιστορία και θα γράφαμε διαγώνισμα, αλλά η μαμά μου έβαλε θερμόμετρο κι είπε πως δεν έχω τίποτε. Άδικα κρατούσα το κεφάλι μου να ζεσταθεί. Αυτό, μόλις το ξεσκέπαζα, κρύωνε κι ούτε το θερμόμετρο πρόλαβα να τρίψω ν' ανέβει γιατί, με παρακολουθούσαν.
Έτσι πήγα στο σχολείο, εκείνη τη μέρα και πήρα και Γ στη φυσική ιστορία. Την άλλη όμως φορά που τηλεφώνησα απ' το σχολείο, πως δεν νοιώθω καλά και ζαλίζομαι ήλθε τρεχάτη η μαμά και με πήρε. Ήταν τότε που πάθαμε κι οι τέσσερεις πνευμονία κι ήταν το σπίτι μας σα νοσοκομείο. Πήρε κι άδεια η μαμά απ' τη δουλειά της κι ήταν συνέχεια κοντά μας. Μας είχε εγκαταστήσει όλους στο μεγάλο κρεββάτι και μας αγόραζε παιχνίδια επιτραπέζια για να μη σηκωνόμαστε απ' το κρεββάτι.
   Το πιο αστείο ήταν με την ανεμοβλογιά. Εκεί το πήγαμε κομπολόι. Πρώτα γέμισα σπυριά εγώ, μετά η Αγγελική, μετά η Νίκη και τελευταία η Ειρήνη. Είχαμε τέτοια φαγούρα κι η μαμά συνέχεια μας έβαζε ταλκ κι έκοβε τα νύχια μας, μα παρά ταύτα, η Ειρήνη έκανε δύο σημάδια στο κούτελο, ένα στην πλάτη κι ένα στην κοιλιά της.
Και το πιο αστείο, όταν τελειώσαμε εμείς αρχίσαν ν' αρρωσταίνουν τα ξαδέλφια μας, που η μαμά τους νόμιζε πως την είχαν περάσει την ανεμοβλογιά κι είχαν γλυτώσει.
Θρησκείες
   Κάθε Πάσχα πηγαίνουμε στην εκκλησιά. Τη Μ. Παρασκευή πάμε και στον επιτάφιο. Τ' άλλα χρόνια πηγαίναμε στο χωριό, μα φέτος πρωτομείναμε στην Αθήνα και γυρίσαμε πολλούς επιτάφιους.
"Όσο πιο πολλούς προσκυνήσεις, τόσο καλύτερα" είπε η μαμά. Πολλοί τόχουν για γούρι.
 Ήταν ωραία στην εκκλησία, σα θέατρο. Παίζαμε και με τα κεριά. Είδαμε και στην τηλεόραση τα Πάθη του Χριστού κι η Ειρήνη κι η Σάσα έκλαιγαν πολύ. Και την Ανάσταση ήταν ωραία με τα βαρελότα και τις φωτοβολίδες και τις λαμπάδες. Πολλά μικρά τρόμαζαν κι έκλαιγαν, αλλ' η Νίκη μας ήταν πολύ γενναία, μόνο το φώσφορο της φοβόταν να κρατήσει. Τόσο το καλύτερο, το κρατούσαμε μεις και το δικό της.
Έπειτα φάγαμε οικογενειακά στο σπίτι της γιαγιάς. Τσουγκρίσαμε αυγά, φάγαμε πολλά τσουρέκια και κουλούρια και την άλλη μέρα στην ταράτσα μας ψήσαμε και αρνί και κοκορέτσι κι έβρεχε κι είχαμε βάλει και μια τέντα κι όλοι βοηθούσαμε να γυρίσουμε τη σούβλα κι έπειτα κάτσαμε όλοι στο τραπέζι και τρώγαμε, τρώγαμε. Είχαμε δύο τραπέζια. Ένα για τους μεγάλους κι ένα για τα παιδιά κι είχαν επάνω λουλουδιαστά τραπεζομάντηλα και κάτι χαρτοπετσέτες με κοτοπουλάκια κι είχαν επάνω λουλούδια κι αυτά κόκκινα και λαγουδάκια και φάγαμε τόσα σοκολατένια αυγά και κουλούρια και τσουρέκια που πονούσε η κοιλιά μας δύο μέρες.
Και χόρεψαν οι μεγάλοι τσάμικο και νησιώτικα και καλαματιανό και συρτό. Εμείς τα παιδιά προτιμάμε τα ντίσκο, γιατί τ' άλλα τα μαθαίνουμε στο σχολείο υποχρεωτικά, τα βλέπουμε και στην τηλεόραση κι όλο φουστανέλες και βλαχοπούλες, δεν είναι και τόσο μοντέρνα, δηλαδή τα κορίτσια, που τους αρέσουν οι χοροί δε χορεύουν τέτοιους χορούς στις μέρες μας. Ο μπαμπάς λέει πως είναι ντροπή να μη χορεύουμε εθνικούς χορούς, μα η μαμά λέει, πως μόδα είναι και θα περάσει κι εκείνη όταν ήταν μικρή, όλο ξένα τραγούδια άκουγε, τώρα όμως της αρέσουν και τα δημοτικά και δεν πιστεύει πως υπάρχει καλή και κακή μουσική. Υπάρχει μουσική που σ' αρέσει ή δε σ' αρέσει κι υπάρχουν στιγμές που θες ν' ακούσεις Μπετόβεν κι άλλες που θες ν' ακούσεις λαϊκά.
Όταν κάναμε στα Θρησκευτικά για το Χριστό και τέτοια, ρώτησα τη μαμά "Ποιά είναι η καλύτερη θρησκεία;" και φυσικά περίμενα ν' ακούσω πως είναι η δική μας. Όμως η μαμά μου είπε, πως όλες οι θρησκείες είναι ίδιες, γιατί ο Θεός είναι ένας, μόνο που οι άνθρωποι τον βαφτίζουν με διάφορα ονόματα. Μούπε ακόμη πως ο φανατισμός είναι το μεγαλύτερο λάθος και πως έγιναν πολλά εγκλήματα, γιατί οι άνθρωποι πάσχιζαν να κάνουν τους άλλους ανθρώπους ν' αλλάξουν την πίστη τους. Υπάρχουν λοιπόν κακοί άνθρωποι στον κόσμο, όπως υπάρχουν και κακά παιδιά.
Θυμάμαι, όταν πήγαινα στην πρώτη και ήμουν μικροκαμωμένος, έξω απ' το σχολείο ένα παλιόπαιδο της έκτης με χτύπησε και μου πήρε την κασετίνα μου.
Στην τάξη της Ειρήνης είναι κάτι παλιόπαιδα, αγόρια, που πιάνουν τα κορίτσια απ' τα μαλλιά και τα φιλάνε στην αυλή του σχολείου για να περηφανεύονται στους φίλους τους πως είναι δυνατοί και σπουδαίοι.
Και στην τάξη της Αγγελικής ακόμη, ένα παλιόπαιδο έχυσε επίτηδες μελάνια στην καρέκλα της διευθύντριας και το χειρότερο δεν είχε το θάρρος να τ' ομολογήσει, ούτε όταν τους κράτησε τιμωρία μέσα στο διάλειμμα, ούτε όταν τους έβαλε να γράψουν δέκα φορές "Δε θα ξαναχύσω μελάνια στην καρέκλα της κυρίας". Η δασκάλα της Αγγελικής, η διευθύντρια, επειδή είναι γριά, τους βάζει συνέχεια να γράφουν τιμωρίες κι η μαμά στραβομουτσουνιάζει γιατί λέει είναι αντιπαιδαγωγικό. Όμως η κυρία της Αγγελικής συνέχεια τα ίδια κάνει και το πιο αστείο είναι πως μετά δεν κοιτάει αν στ' αλήθεια έγραψαν την τιμωρία σπίτι τους.
Ο δικός μας δάσκαλος είναι πολύ εντάξει. Στην αρχή τον φοβόμουνα, γιατί ήταν αυστηρός κι όλο διαγωνίσματα μας έβαζε να γράφουμε, μα στο τέλος γίναμε τόσο φίλοι που δε θάθελα μέχρι να τελειώσω το σχολείο ν' αλλάξω δάσκαλο.


Διλήμματα
Μερικές φορές που πάμε με τ' αυτοκίνητο, στα φανάρια που σταματάμε έρχονται κάτι γυφτάκια και προσπαθούν με κάτι βρώμικα πανιά να πασαλείψουν τα τζάμια τ' αυτοκινήτου κι έπειτα επιμένουν να πάρουν λεφτά.
Η μαμά μου δεν τους δίνει. Εγώ τα λυπάμαι, έτσι βρώμικα κι απεριποίητα που είναι, μα η μαμά λέει πως αν τους δίνεις λεφτά είναι σα να τα προτρέπεις να συνηθίζουν να κάνουν το ίδιο. Τα μαθαίνεις στο εύκολο κέρδος. Τα παιδιά δεν πρέπει να δουλεύουν, άσε που πολλά παιδιά σκο­τώθηκαν, έτσι που τρυπώνουν ανάμεσα στ' αυτοκίνητα.
Όμως εγώ, που ξέρω τον Όλιβερ Τουίστ, το Μικρούλη, και το κοριτσάκι με τα σπίρτα, θάθελα να τους δίναμε λεφτά γιατί, ποιός ξέρει; Ίσως στ' αλήθεια να τα χρειάζονται. Ίσως νάχουν κακούς γονείς, που τα δέρνουν, αν δεν φέρνουν λεφτά στο σπίτι.
Η μαμά μου δίνει λεφτά και ρούχα, μόνο σαν ξέρει τους ανθρώπους που θα τα πάρουν και στο σχολειό που πάμε στα ιδρύματα.
Όμως λέει, πως σ' ένα σωστό κράτος, δεν πρέπει να υπάρχει φιλανθρωπία. Είναι υποχρεωμένο το κράτος να φροντίζει όλους όσους έχουν ανάγκη. Μέχρι όμως το κράτος να γίνει σωστό, πρέπει και μεις να βοηθούμε.
Μια χρονιά, τα Χριστούγεννα, μούτυχε και μένα ένα καταπληκτικό.
Με κάτι φίλους είπαμε τα κάλαντα και μαζέψαμε λεφτά. Μας είχαν πει στο σχολείο, πως κάτι τέτοιες μέρες να θυμόμαστε και τους φτωχούς και πως νοιώθεις μεγάλη χαρά, όταν προσφέρεις σ' όσους έχουν ανάγκη.
Στη γειτονιά μας, έχουμε ένα παλιό σπίτι, που μένει μια φτωχή οικογένεια μ' ένα κοριτσάκι μικρό, που ακόμη δεν πάει σχολείο.
Το σπίτι είναι άθλιο και ετοιμόρροπο και το κοριτσάκι τον πιο πολύ καιρό παίζει μισόγυμνο με κάτι βρώμικα κουρέλια στο πεζοδρόμιο.
Έμοιαζε μ αυτές τις εικονίτσες των φτωχών, που πρέπει να ελεούμε, που τις μοιράζουν στο κατηχητικό. Πήγαμε λοιπόν κι αγοράσαμε μιαν όμορφη κούκλα κι ευτυχισμένοι πήγαμε να το προσφέρουμε.
"Περάστε, περάστε", είπε η μαμά του κοριτσιού μια κυρία πολύ βαμμένη με κόκκινα μαλλιά.
Σα μπήκαμε στο σπίτι μείναμε κατάπληκτοι. Είχε ένα τεράστιο δέντρο, πιο μεγάλο απ' το δικό μας, στολισμένο με πολλά-πολλά παιχνίδια κι η μικρή έβαλε τα κλάμματα, γιατί δεν της άρεσε η κούκλα που της χαρίσαμε.
Νοιώσαμε ντροπή. Πιαστήκαμε κορόιδα.
Μετά που γύρισα και το συζήτησα της μαμάς είπε μόνο "στο παλιό σπίτι;" κι έπειτα κούνησε το κεφάλι της δίχως άλλη κουβέντα.
Υπάρχουν λοιπόν άνθρωποι, που δίνουν κι άνθρωποι που παίρνουν.
Τα πιο πολλά παιδιά σήμερα ξέρουν μόνο να παίρνουν.
   
Στα γενέθλια του Παύλου τα σουβλάκια ήταν λίγα κι όμως τα πιο πολλά παιδιά παίρναν δυο-δυο τα σουβλάκια, ενώ άλλα, δεν έπαιρναν κανένα.
Ο γείτονάς μας, ο Σωτήρης, τις προάλλες, που ήλθε σπίτι μας του πρόσφερα να πάρει λίγες τσίχλες κι αυτός γέμισε τις τσέπες του και δεν άφησε καμμιά. Και μας, αυτές τις τσίχλες, μας τις είχαν χαρίσει κι ο μπαμπάς, μας είχε απαγορέψει να τρώμε πιο πολλές από δύο την ημέρα. Βέβαια, δεν λέω, κι εγώ δεν είμαι άγγελος. Θυμώνω πολύ, όταν οι αδελφές μου παίζουν με τα παιχνίδια μου και τ' ανακατεύουν και τότε, τους απαγορεύω να μπαίνουν στο δωμάτιο μου και, βέβαια, μερικές φορές προσπαθώ να τις κοροϊδέψω, για να πάρω την πιο μεγάλη σοκολάτα ή το πιο μεγάλο κομμάτι τούρτα.
Μάταια η μαμά, μου λέει, πως αυτό που κάνω δεν είναι σωστό. Υποπτεύομαι όμως, πως κι αυτή στα νιάτα της τα ίδια έκανε, μόνο που τώρα που μεγάλωσε τόχει ξεχάσει.
Θυμάμαι μάλιστα, πως μόνη της, μια φορά που γελούσε με τη θεία Ρόζα θυμήθηκε, πως την είχε κοροϊδέψει λέγοντάς της, πως η δικιά της κούκλα είναι ψηλότερη για ν' αλλάξουν με της θείας Ρόζας, πούταν ομορφότερη.
Η θεία Ρόζα, λέει η γιαγιά, ήταν καλύτερο παιδί απ' τη μαμά μου. Όταν έκλαιγε, λέει, η μαμά μου, και γύρευε μεγαλύτερο κομμάτι γλυκό η θεία Ρόζα της έλεγε "Φάε Λενάκι μου το φαί σου κι εγώ θα σου δώσω το γλυκό μου". Τώρα όμως η μαμά μου πάντα μοιράζει το γλυκό της στα παιδιά, μόνο που δεν ξέρω αυτό το κάνει από καλωσύνη ή επειδή κάνει δίαιτα για ν' αδυνατίσει.
Όλοι οι μεγάλοι λένε ότι κάνουν δίαιτα, μα όλοι λένε, πως τα παιδιά πρέπει να τρώνε όλο τους το φαγητό για να μεγαλώνουν κι έπειτα ν' αρχίσουν τη δίαιτα.

Μόδες - παιχνίδια
Φαίνεται πως και το φαγητό είναι μόδα. Η γιαγιά μου λέει, πως στην εποχή της όλες οι γυναίκες ήθελαν νάναι άσπρες και παχιές, έπιναν συνέχεια γάλα κι οι αδύνατες ήταν δυστυχισμένες. Η καημένη η γιαγιά, κάθε μπουκιά που έτρωγε, έτρεχε στον καθρέπτη να δει, αν πάχυνε καθόλου.
Αντίθετα η μαμά, κάθε βράδυ που δεν τρώει, το πρωί ανεβαίνει στη ζυγαριά και στεναχωριέται γιατί δεν αδυνάτισε καθόλου. Τώρα τελευταία, τρέχουν σαν τρελλοί στους δρόμους. Κάνει καλό λέει. Για όλα φταίει η καθιστική ζωή. Εγώ όμως λέω, πως αφού όλη μέρα τρέχουν στη δουλειά τους, είναι ανάγκη να τρέχουν και τα Σαββατοκύριακα;
Εμείς τρέχουμε, μόνο όταν παίζουμε κυνηγητό κι αυτό, γιατί μας αρέσει κι όχι γιατί είναι υποχρεωτικό. Ότι είναι υποχρεωτικό, παύει να σε ευχαριστεί.
Τα ομορφώτερα παιχνίδια μας είναι αυτά που φτιάχνουμε μόνοι μας.
Η Αγγελική ειδικά, μπορεί να κάθεται με τις ώρες και να σκέφτεται δικά της παιχνίδια μόνη της. Η μαμά λέει, πως είναι ονειροπαρμένη. "Μου μοιάζει" συμπληρώνει "κι εγώ στην ηλικία της έκανα τα δέντρα άμαξες, τα ξύλα άλογα και σπαθιά, τα καμπαναριά πύργους, και τα σύννεφα δράκους ή νεράιδες". Η Νίκη μπορεί να παίζει μ' ένα σχοινάκι κι ένα πετραδάκι με τις ώρες. Φοράει το καπέλο της μαμάς που την σκεπάζει σαν ομπρέλα και τα μόνα που ξεχωρίζω είναι τα λιγνά της ποδαράκια.
Εγώ, μ' αρέσει να εξερευνώ. Στη θάλασσα, τα βραχάκια τα βαφτίζω νησιά ή καράβια και γίνομαι ναυαγός ή καπετάνιος. Στην παιδική χαρά, τα δεντράκια τα λέω δάση και βρίσκω ληστές και θησαυρούς.
Η μόνη που δεν φαίνεται να παίζει τέτοια παιχνίδια, είν' η Ειρήνη. Αυτή παίζει μόνο παιχνίδια ομαδικά κουτσό, λάστιχο, σχοινάκι ή παίζει με κάτι αυτοκόλλητα και λευκώματα. Στέλνει συνέχεια τις σωστές απαντήσεις στα παιχνίδια της τηλεόρασης, μα ποτέ δεν κληρώνεται να πάρει κανένα βραβείο. Τώρα τελευταία έχει αϋπνίες κι ένα βράδυ ήταν υπνοβάτης και την πήρε η μαμά στο κρεββάτι της. Την άλλη μέρα είχαν διαγώνισμα και φοβόταν μήπως κάνει λάθος στα κλάσματα. Ήταν πολύ αστείο. Τη βρήκε η μαμά όρθια να παραμιλάει. "Όχι αυτή την άσκηση, σου λέω."
Κι εγώ, μια φορά, στον ύπνο μου έβλεπα κάτι πολύ αστείο κι έβαλα τέτοια γέλια, που ξύπνησα απ' τις ίδιες μου τις φωνές.
· · ·

Η κηδεία
Με τις φωνές μου ξύπνησα και τότε που πάτησε τον συμμαθητή μου, το Γιώργο, τ' αυτοκίνητο απέναντι απ' το σχολείο. Ως τότε μόνο στις εφημερίδες διάβαζα για παιδιά που πέθαιναν τις πιο πολλές φορές από απροσεξία κι η μαμά πάντα έλεγε: "Είδατε που σας λέω μην παίζετε με τα σπίρτα, μην αγγίζετε τις μπρίζες, μην τρέχετε στα σκαλιά, μη πηδάτε απ' τα μπαλκόνια".
Τούτη τη φορά όμως δεν μου είπε.
"Είδες που σου λέω, πρόσεχε, πως περνάς απ' τη διάβαση". Κλείστηκε στο δωμάτιο της κι έκλαιγε. Η μαμά του Γιώργου ήταν συμμαθήτριά της και δεν είχε άλλο παιδί.
Η μαμά μου, όλη τη νύχτα έλειπε στο σπίτι του συμμαθητή μου. Την άλλη μέρα όλη η τάξη μαζέψαμε λεφτά κι αγοράσαμε ένα μεγάλο λουλουδένιο στεφάνι και κληρώσαμε ποιοι από μας θα πάμε στη κηδεία. Ο κλήρος έπεσε σε μένα.
Ο μπαμπάς είπε, πως δεν είναι περιβάλλον για παιδιά, μα η μαμά είπε. " Ήταν φίλος του κι έπειτα εκπροσωπεί την τάξη του".
Μου φόρεσαν το καλό μου μπλε κουστούμι. Εγώ μέσα μου σκεφτόμουν, πως είναι άδικο και πως ο Θεός, δεν μπορεί, αν τον παρακαλέσω δυνατά και με πίστη, θα τον αναστήσει τον φίλο μου.
Στην εκκλησία του νεκροταφείου, τον είχαν σ' ένα κουτάκι γεμάτο λουλούδια, ήταν χλωμός σαν κοιμισμένος. Όλοι τον φιλούσαν. Τον φίλησα κι εγώ κι ήταν κρύος. Έψελναν οι παπάδες κι όλοι έκλαιγαν κι εγώ παρακαλούσα το Θεό να τον αναστήσει, γιατί είναι άδικο να πεθαίνει τόσο μικρός. Παρακαλούσα, παρακαλούσα. Η εκκλησία τελείωσε, κάτι άνθρωποι με μαύρα σήκωσαν το κουτάκι στους ώμους τους κι όλοι ακολουθούσαν κλαίγοντας.
Η μαμά του λιποθύμησε και την πήγαν αγκαλιά σε ένα αυτοκίνητο.
Εγώ περίμενα, περίμενα, "μα πότε επιτέλους θ' αναστηθεί;" έλεγα μέσα μου.
Πήγαν σ' ένα μέρος σκαμμένο. Στριμώχτηκαν όλοι, δεν έβλεπα τίποτε, μόνο σαν έφυγαν, είδα πως το κουτάκι με το κορμί του φίλου μου είχε χαθεί και κάποιοι έριχναν χώματα με κάτι φτιάρια. Και τότε μόνο έβαλα δυνατά κλάμματα και χώθηκα στη ζεστή αγκαλιά της μαμάς μου. Τότε θυμήθηκα τι μούχε πει τότε που έχασα τη μπάλα μου. "Στη ζωή σου θα χάνεις πολλά αγαπημένα πρόσωπα ή πράγματα. Πρέπει να συνηθίσεις".
· · ·

Τα χελιδόνια μας
Φέτος την άνοιξη, στήσαν στο μπαλκόνι μας τη φωλιά τους ένα ζευγάρι χελιδόνια. Κουτσουλάνε πολύ, μια φορά μάλιστα κουτσούλισαν και στο κεφάλι της Αγγελικής, μα η μαμά μου λέει, πως δεν πειράζει, τρώνε μύγες και κου­νούπια κι έπειτα είναι γρουσουζιά να γκρεμίσεις μια χελιδονοφωλιά.
Τα χάζευα με τις ώρες, που μάζευαν ξυλαράκια, τριχούλες, μαλλιά κι έχτιζαν τόσο όμορφα τη φωλίτσα τους, που μοιάζει με καλαθάκι στη γωνίτσα του σωλήνα που χύνονται τα νερά απ' τ' αποπάνω μπαλκόνι. Δεν είχα ξαναδεί από τόσο κοντά χελιδόνια. Επειδή τάξερα μόνο απ' τις φωτογραφίες νόμιζα πως ήταν μεγάλα, τουλάχιστον όσο και τα περιστέρια.
Στην αρχή νόμιζα πως ήταν παιδιά -χελιδόνια και μετά μου είπε η μαμά, πως είναι ο μπαμπάς κι η μαμά της χελιδονοοικογένειας, που μόλις παντρεύτηκαν κι έστησαν το σπιτικό τους στο μπαλκόνι μας. Δείχνουν ευτυχισμένα. Μπορούν να πίνουν νεράκι απ' τη βρύση, που ποτίζουμε τα λουλούδια κι όσο από μύγες και κουνούπια, άλλο τίποτε.
Η μαμά, λέει, πως φταίει το λυκόσκυλο του γείτονα, που είναι στην ταράτσα κι όσο νάναι βρωμίζει. Πετάνε πάντα πολύ βιαστικά, σαν κάποιος να τα κυνηγάει, φρουτ, φρουτ κάνουνε κι οι φωνούλες τους είναι τσιριχτές, σα να καυγαδίζουν. Μετά από λίγο, η μαμά κλείστηκε στο σπιτάκι της κι ο μπαμπάς της έφερνε τροφή, σπάνια μόνο έβγαιν' η μαμά να ξεμουδιάσει. Τη λυπόμουνα την καημένη, που με τέτοια ζέστη, δεν μπορούσε να πάει βόλτα, ή να κάνει κανένα μπάνιο, μα η μαμά μου είπε πως έτσι είναι οι μαμάδες, δεν θέλουν τίποτε άλλο απ' το να δουν τα παιδιά τους να γεννιούνται.
Ένα πρωϊνό. Τι φασαρία!
"Μαμά" φώναζ' η Αγγελική. "Τα χελιδόνια τσακώνονται! Τρέξε να δεις".
Η μαμά βγήκε στο μπαλκόνι με τις νυχτικιές.
"Για κοιτάχτε καλύτερα" είπε. "Βγήκαν απ' τ' αυγό τα χελιδονάκια. Κλαίνε γιατί πεινάνε".
"Πω πω φούριες οι γονείς".
"Κοιτάτε πως τρέχουν πέρα δώθε. Οι κακόμοιροι δεν ξέρουν πιο παιδί να πρωτοταΐσουν". Σαν κοίταξα προσεχτικότερα, είδα πως τα χελιδόνια δεν είχαν μαύρα κεφάλια, μα γκρίζα χνουδωτά κι άνοιγαν τόσο το στόμα τους πούμοιαζε νάναι πιο μεγάλο κι απ' το κεφάλι τους.
Η μαμά μου έφτιαξε γλυκό, τούρτα ψυγείου, για να γιορτάσουμε τα "γεννητούρια" είπε. "Από δω και μπρος ανακοίνωσε, επίσημα, δε θα περιμένουμε απ' το ημερολόγιο την αλλαγή των εποχών. Θα τη μαθαίνουμε απ' τα χελιδόνια".
"Κι αν τους τύχει κάτι;" μουρμούρισα φοβισμένος "Είναι τόσο μακρινό το ταξίδι ως την Αφρική".
"Μη φοβάσαι" χαμογέλασε η μαμά και μου χάιδεψε το κεφάλι. "Τα δικά μας χελιδόνια θα ξανάρθουν. Με την ευκαιρία, συμπλήρωσε, καιρός να κουρευτείς".
"Πάλι;" διαμαρτυρήθηκα.
"Μ' αφού, όλοι οι συμμαθητές μου, έχουν μακρυά μαλλιά κι όποιος κουρεύεται τρώει σβερκιές. Δεν κουρεύομαι πριν κλείσουν τα σχολεία.."
· · ·

Σεισμός
Μπορεί νάμαι 10 μόλις χρονών, μα έχω ζήσει τόσα και τόσα. Μέχρι και σεισμό. Πολύ σπουδαία περιπέτεια, ο σεισμός. Την θυμάμαι σαν τώρα.
Ήταν περίεργο, μα οι μεγάλοι φοβόντουσαν πιο πολύ από μας και μεις τα παιδιά τους παρηγορούσαμε.
Ο σεισμός έγινε τη νύχτα. Εμείς κοιμόμαστε κι ο μπαμπάς κι η μαμά έβλεπαν τηλεόραση.
Ξαφνικά κουνήθηκε το σπίτι, το φως πήγαινε να γκρεμιστεί απ' την κούνια μπέλλα και στον ουρανό φαίνονταν κάτι λάμψεις, σαν αστραπές έτσι είπε τουλάχιστον ο μπαμπάς μου. Στην αρχή δεν κατάλαβαν τί έγινε, σώπασε κι η τηλεόραση και γύρναγαν γύρω απ' το κρεββάτι αμήχανοι, κουνούσε τόσο, που δεν μπορούσαν να περπατήσουν.
"Σεισμός" λέει τέλος ο μπαμπάς. "Τα παιδιά" λέει η μαμά. Τρέχουν στο δωμάτιο μας και μας παίρνουν αγκαλιά, δύο ο καθένας και μας στήνουν κάτω απ' την κάσα. της πόρτας.
"Έτσι πρέπει" είπε ο μπαμπάς. Εμείς όμως, κοιμόμαστε ακόμη και μόλις μας έστηναν στα πόδια μας, εμείς χυνόμαστε σα νάμαστε παράλυτοι. Κείνη την ώρα, ξαναρχίζει ο σεισμός.
"Παιδιά ξυπνήστε, σεισμός" φώναζε η μαμά κι ο μπαμπάς.
"Και τώρα τί κάνουμε;" είπαν μόλις ο σεισμός σώπασε.
"Πάμε μέσ' τ' αυτοκίνητο" είπε ο μπαμπάς.
Πήραμε λοιπόν κουβέρτες, μέσ' τη νύχτα, πήραμε μαζί μας και το Ρούντυ το καναρίνι και την Κλαίρη τη χελώνα και μπήκαμε στ' αυτοκίνητο και πήγαμε στο πάρκιν πίσω απ' το γήπεδο. Εκεί ήταν κι άλλοι που είχαν βγει απ' τ' αυτοκίνητο κι άναβαν φωτιές, γιατί κρύωναν.
Η θεία με το θείο, τη γιαγιά και τα ξαδέλφια ήταν πιο κει με το δικό τους αυτοκίνητο. Είχαμε βάλει και το ραδιόφωνο, μα δεν έλεγε και πολλά πράγματα. Ο Ρούντυ, το καναρίνι, τσίριζε κι η Νίκη πούταν μικρή, έκλαιγε γιατί ήθελε το κρεββάτι της και διψούσε, εμείς δε χωρούσαμε στ' αμάξι να κοιμηθούμε και τσακωνόμαστε, η Κλαίρη, η χελώνα έκανε τα κακά της και βρώμαγε κι έτσι ο μπαμπάς αποφάσισε να ξαναγυρίσουμε σπίτι. "Είναι γερό, λέει πρέπει ν' αντέξει".
Η θεία, ο θείος κι η γιαγιά έμειναν έξω όλη τη νύχτα. Εμείς γυρίσαμε σπίτι και κοιμηθήκαμε όλοι κι οι έξι στο κρεββάτι της μαμάς. Πότε-πότε άρχιζε να κουνάει και τότε σήκωνα το κεφάλι μου σα φίδι κι άρχιζα να μετράω μέχρι να τελειώσει. Η μαμά μούβαζε το κεφάλι στο μαξιλάρι ξανά και μούλεγε. "Μη φοβάσαι. Κούνια μας κάνει, μας νανουρίζει" . Κι εγώ στο τέλος, απ' την πολύ κούνια κοιμήθηκα.
Το πρωί βιαζόμουν να πάω σχολείο, να δω τους συμμαθητές μου και να διηγηθούμε ο ένας στον άλλον την σπουδαία τούτη περιπέτεια, μα η μαμά δε μ' άφησε να πάω "Κλείσαν τα σχολεία" είπε.
Στον αμερικάνικο σταθμό είπαν, πως θα γίνει μεγαλύτερος σεισμός κι όλοι αμερικάνοι να φύγουν, έτσι τουλάχιστον μας τηλεφώνησε η θεία Μαίρη, που ο γιός της ακούει τον αμερικάνικο σταθμό κι είπε να φύγουμε απ' το σπίτι.
Η γιαγιά όμως είπε πως να μη φοβόμαστε έχουμε ζήσει και χειρότερους σεισμούς, στη Σαντορίνη.
"Αυτός, είναι παιχνιδάκι, μπροστά στο σεισμό της Σαντορίνης" είπε κι έτσι εγκατασταθήκαμε όλοι στο ισόγειο, για να μπορούμε να πεταγόμαστε έξω, αν αγριέψουν τα πράγματα.
Η μαμά μου πήγε στη δουλειά το ίδιο κι ο μπαμπάς μου, γιατί τα νοσοκομεία μένουν ανοικτά και στο σεισμό και στον πόλεμο, μα η γιαγιά κι η θεία δεν πήγαν, γιατί τα σχολεία κλείνουν και στους σεισμούς και στους πολέμους ακόμα και στις δικτατορίες και στις εκλογές, απ' όσο ξέρω.
Το βράδυ ήταν βασανιστήριο, γιατί κοιμόμαστε όλοι μαζί χάμω κι η Νίκη που ήταν μικρή κι είχε συνηθίσει στο κρεββάτι με τα κάγκελα δεν παλουκωνόταν κάτω να κοιμηθεί, μα πηγαινοερχόταν πάνω κάτω περνώντας από πάνω μας και μας τσαλαπατούσε και μας ξυπνούσε. Μάταια η μαμά προσπαθούσε να τη φυλακίσει στην αγκαλιά της, έβαζε τέτοιες φωνές, που αναγκαζόταν να την ελευθερώσει. Έτσι πέρασε και το δεύτερο βράδυ κι η μαμά βαρέθηκε να ζούμε σαν τους τσιγγάνους κι αποφάσισε να γυρίσουμε σπίτι μας κι ότι βρέξει ας κατεβάσει. Αν είναι τυχερό κατέληξε, δεν γλυτώνεις, ότι και να κάνεις.
Μια άλλη πολύ αστεία υπόθεση ήταν, τότε με τις πλημμύρες. Αναρωτιέμαι γιατί όλα αυτά τα περίεργα συμβαίνουν πάντα βράδυ. Ήταν πάλι βράδυ λοιπόν, μόλις είχαμε ξαπλώσει κι έξω έβρεχε, όταν ξαφνικά ακούμε νερά, σα να τρέχουν ποτάμια. Πεταγόμαστε όλοι απ' το κρεββάτι και τι να δούμε. Το νερό κυλούσε σα βρυσούλα γύρω απ' τους σωλήνες του καλοριφέρ, άλλο νερό έτρεχε απ' τα σκαλιά σαν καταρράκτης. Η μαμά τάχασε, καθόταν και το κοίταγε όλο αυτό το νερό. "Κάνε κάτι" είπε ο μπαμπάς.
Πήραμε όλοι πανιά και κουβάδες και μαζεύαμε, μαζεύαμε, ο μπαμπάς έδιωχνε τα νερά με τη σκούπα απ' το μπαλκόνι. Μετά είδαμε στην τηλεόραση, πως μερικοί πνίγηκαν απ' την πολλή βροχή.
Και μας στο σπίτι μας, μετά λίγες μέρες το πάτωμα στο σαλόνι μας έγινε σαν βουνό. Ήταν πολύ αστείο! Κάτω είχαμε χαλιά και δεν το καταλάβαμε στην αρχή, μόνο όταν το τραπέζι έγειρε σαν το πύργο της Πίζας το καταλάβαμε, μα ήταν αργά. Μετά τα ξύλα του παρκέ, σα μαγεμένα, ξεκολλούσαν κι έτσι αναγκαστικά φωνάξαμε το μάστορη και το ξεκόλλησε κι έβαλε μετά κάτι πλάκες, μαρμαρίνες, για να μην ξαναπάθουμε τα ίδια.
· · ·
Η γειτονιά
  Το σπίτι μου είναι σε μιαν ανηφορίτσα, που καταλήγει σε σκαλιά. Είμαστε τυχεροί γιατί δεν έρχονται αυτοκίνητα εκτός απ' τα γειτονικά που παρκαρίζουν. Έτσι τα παιδιά των τριγύρω δρόμων μαζεύονται όλα κάτω απ' τα σκαλιά στο πλάτωμα, κατεβαίνουμε και μεις κάθε απόγευμα μετά τις 6 και παίζουμε μπάλα. Είμαστε πολύ καλά, ώσπου απέναντι μας μετακόμισε μια δύστροπη καθηγήτρια. Μόλις έφτιαξε ο καιρός κι ανοίξαμε τα παράθυρα αυτή βγήκε στο μπαλκόνι και ψάρευε τους γείτονες να κάνουν κάτι για να μας διώξουν.
"Ο δρόμος δεν είναι για να παίζουν τα παιδιά" είπε.
"Μα αφού δεν είναι ώρα κοινής ησυχίας" της είπε κάποιος.
"Νάταν δυο-τρία, εδώ μαζεύονται καμιά εικοσαριά".
"Ε! παιδιά είναι" είπε άλλος.
"Μα εμείς έχουμε υπεύθυνη δουλειά να κάνουμε" είπε εκείνη. "Γράφω βιβλίο και πρέπει νάχω ησυχία. Αυτά τα περί κοινής ησυχίας είναι γελοία. Όλοι γυρνάμε απ' τις δουλειές μας μετά τις τρεισήμισι κι απαιτούμε τ' απόγευμά μας να είναι ήσυχο".
  Ευτυχώς δεν βρήκε συμμάχους, γιατί οι πιο πολλοί στη γειτονιά, έχουν ή παιδιά ή σκυλιά, μα από τότε έγινε το σκιάχτρο της γειτονιάς. Της βγάλαμε και τραγουδάκι κι ας μην το ξέρει και παρατσούκλι της βγάλαμε.
Τη λέμε "κοινή ησυχία" και συμφωνήσαμε μόλις τη βλέπουμε να καταφθάνει και σταματάμε το παιχνίδι κι όλοι, μα όλοι, καθόμαστε ακίνητοι και την κοιτάζουμε μέχρι να μπει στο σπίτι της.
"Μα τέλος πάντων θα μ' αναγκάσουν να μετακομίσω" είπε στη θυρωρό κι εμείς παρακαλάμε το Θεό, να τη φωτίσει, να μας αδειάσει τη γωνιά μιαν ώρα αρχύτερα.

Τα σούπερ μάρκετ

  Στον παρακάτω δρόμο, στο υπόγειο της γωνιακής πολυκατοικίας είναι ο κύριος Κουνέλης, το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς. Δεν είναι μεγάλο και κανονικό σούπερ μάρκετ, ένα σκέτο μπακάλικο είναι, που πουλάει και πατάτες και κρεμμύδια και καμιά φορά και ντομάτες. Όμως ο κύριος Κουνέλης έχει το ύφος εργοστασιάρχη, έτσι που κάθεται πίσω απ' το ταμείο και να πεις, πως έχει υπαλλήλους να διατάζει, μόνο αυτός κι η γυναίκα του είναι.
 Είναι κοντός και καραφλός με μουστακάκι, κι όλο χαμογελάει ευγενικά στις μαμάδες και δίνει τσίχλες στα παιδιά. Στην αρχή νόμιζα πως μας τις χαρίζει, για να μας καλοπιάσει. Μετά κατάλαβα την πονηριά του.
Γράφει 68,80 και χρεώνει 69 σ' όλα τα πράγματα που αγοράζεις κι όταν πρέπει να σου δώσει ρέστα δίφραγκο ή τάληρο, όλο δεν έχει ψιλά και σου δίνει καραμέλα ή τσίχλα. Η μαμά μου νευριάζει, μα επειδή είναι κοντά, όλο και κάτι χρειάζεται ν' αγοράσουμε εκτάκτως.
Αυτό που μας διασκεδάζει πολύ, είναι το κανονικό μεγάλο σούπερ μάρκετ.
Ο μπαμπάς λέει, πως τα παιδιά δεν πρέπει να πηγαίνουν εκεί, γιατί όλο ζητάνε, μα η μαμά συνήθως δεν έχει που να μας αφήσει κι έτσι μας παίρνει από κοντά. Εκεί να δεις μεγαλεία. Από κάθε πράγμα 10-20 μάρκες. Η μαμά κοιτάει τις τιμές και προσπαθεί να βγάλει νόημα, ποιό είναι πιο φτηνό, ψάχνοντας στα ψιλά του κουτιού, μα μου φαίνεται πως πολύ μπερδεύεσαι γιατί, άλλα είναι πιο λίγη ποσότητα, άλλα έχουν λιγώτερα πράγματα μέσα.
Έτσι η μαμά καταλήγει να παίρνει πότε το ένα, πότε το άλλο για να δοκιμάζει. Ο μπαμπάς, όταν γυρίζουμε πάντα γκρινιάζει ότι ψωνίζουμε ότι βλέπουμε στις διαφημίσεις, μα έτσι πούχει καταντήσει ό,τι και να πάρεις το βλέπουμε στις διαφημίσεις.
Η αλήθεια είναι, πως την παρακαλάμε ν' ανεβεί στον όροφο με τα παιχνίδια για ένα τοσοδούλικο παιχνιδάκι, μα σπάνια το πετυχαίνουμε. Τις πιο πολλές φορές γλυτώνει με μια σοκολάτα ή τσίχλα.
Στο σούπερ μάρκετ παρατήρησα, ότι ενώ πάμε μ' ένα χαρτάκι που γράφει τι θέλουμε να ψωνίσουμε πάντα ψωνίζουμε τα διπλά απ' όσα γράφει το χαρτάκι. "Τάχα ξεχάσει" δικαιολογείται η μαμά. Στον κύριο Κουνέλη όμως πάμε κάθε μέρα και ψωνίζουμε κι άλλα που κι αυτά πούχε ξεχάσει η μαμά. Ο μπαμπάς γκρινιάζει με τ' απορρυπαντικά.
"Τι τα θες τόσα" μουρμουράει κάθε λίγο.
"Μα δε χαλάνε", δικαιολογείται η μαμά.
"Η μάνα μου" λέει ο μπαμπάς, "έκανε όλη της τη λάτρα με νερό και σαπούνι. Εσείς τώρα χρησιμοποιείτε διακόσια διαφορετικά πράγματα, άλλα για το πάτωμα να καθαρίσει, άλλο για να γυαλίσει, άλλο για τα μάρμαρα, άλλο για τη λεκάνη, άλλο για τα τζάμια, άλλο για τις αυλές, άλλο σαπούνι για το κεφάλι, άλλο για το κορμί, άλλο για τα χέρια, άσε πια τις κρέμες και τ' αποσμητικά".
"Τι να κάνουμε", λέει νευριασμένα η μαμά "προοδεύουμε. Δε μείναμε στις σπηλιές. Αν μέναμε κει δε θα χρειαζόμαστε ούτε να σκουπίζουμε".
"Πρόοδος; Σιγά την πρόοδο, σπατάλη! Εκμεταλλεύονται τη γυναικεία κουταμάρα για να θησαυρίζουν οι επιτήδειοι".
"Δεν θα ξαναπάω για ψώνια" απειλεί η μαμά. "Θα πηγαίνεις να ψωνίζεις εσύ".
Ένα φεγγάρι, που ψώνιζε ο μπαμπάς, είχαμε γεμίσει τα ντουλάπια με κονσέρβες. Κονσέρβες ψάρι, ζαμπόν, κρέας, μια φορά μάλιστα κατά λάθος είχε πάρει και μια κονσέρβα γατοφαγητό. Όμως ο μπαμπάς, δεν του αρέσει να παραδέχεται πως κάνει λάθη. Έτσι τον έμαθε η μαμά του, όπως θάλεγε κι η μαμά.
Ο μπαμπάς μαζί μας είναι πολύ αυστηρός. Δε θέλει να μας αγοράζουνε σουβλάκια, παγωτό ή ψημένο έτοιμο κοτόπουλο. Τη μαμά όμως μερικές φορές, που είναι κουρασμένη, τη βολεύει να μας αγοράζει πίτσα έτοιμη ή ψητό κοτόπουλο ή σουβλάκια.
Τότε ο μπαμπάς λέει, πως μας κακομαθαίνει.
Ο μπαμπάς ακόμη, δε θέλει ν' αγοράζουμε κόκα κόλες κι αναψυκτικά. Είναι βλαβερά, λέει. Σ' αυτό όμως συμφωνεί κι η μαμά κι έτσι μόνο στη γιαγιά και στη θεία Ρόζα πίνουμε τέτοια απαγορευμένα ποτά.
Σπίτι πίνουμε μόνο πορτοκαλάδες και λεμονάδες από φρούτα που οτίβουμε. Μπορώ και μόνος μου να τα στίψω αλλά όταν ξεχάσεις και δεν πλύνεις το στιφτίρι, τότε λε­κιάζει το μάρμαρο του νεροχύτη κι η μαμά μαλλώνει.

Η μαϊμού

  Στο πιο πάνω δρόμο στο υπόγειο ενός παλιού σπιτιού μένει ένας άντρας που όλο ράβει κάτι κίτρινα καναρινί δίχτυα κι έχει για συντροφιά του μια μαϊμού κι ένα σκύλο. Επειδή οι σκύλοι είναι συνηθισμένοι, τον πιο πάνω δρόμο τον έχουμε βαφτίσει "οδός μαϊμούς".
  Ο άνθρωπος βγάζει τ' απογεύματα ένα ξύλινο σκαμνάκι στο πεζοδρόμιο και ράβει, τα δίχτυα του, ενώ η μαϊμού κι ο σκύλος είναι σκαρφαλωμένοι σ' ένα παλιό τρίκυκλο μπροστά στην πόρτα. Η μαϊμού είναι μικρή και παιχνιδιάρα. Όποτε περνάμε, κάνει τούμπες, σα να μας κοροϊδεύει. Είναι χαριτωμένη, μα και τη φοβόμαστε. Η μαμά λέει να μην πλησιάζουμε άγνωστα ζώα, μπορεί νάναι άρρωστα, μα η μαϊμού τώρα πια θάπρεπε νάναι γνωστή μας.
  Αφού και ο σκύλος που τη συνοδεύει, δε γαυγίζει σα περνάμε.
Ο άνθρωπος με τα δίχτυα δε δίνει σημασία όταν περνάμε. Έχει δίπλα του ένα τρανζίστορ στη διαπασόν και το κεφάλι του κοντεύει να πιαστεί σαν ψάρι μέσ' το δίχτυ, τόσο πολύ σκύβει. Η γυναίκα του είναι μια κοντή καμπούρα γριά σαν τις μάγισσες των παραμυθιών. Είναι τόσο καμπούρα, που σου φαίνεται σα να ψάχνει συνέχεια κάτι. Στο στόμα της κρατά αδιάκοπα ένα μισοκαμένο τσιγάρο κι όποιαν ώρα κι αν περάσεις θα τη βρεις, να σκουπίζει το δρόμο με το τσιγάρο πάντα στα χείλη της.
Μια φορά, ήμουν μπροστά, που παραλίγο να την κόψει ένα απρόσεχτο αυτοκίνητο, μα έφταιγε κι αυτή κι ας έβριζε μετά τον οδηγό. Καθόταν, με τις ώρες, μεσ' τη μέση του δρόμου προσπαθώντας να διώξει το χώμα από μια μικρή λακουβίτσα στην άσφαλτο. "Αν ήταν έτσι οι οδοκαθαριστές μας θάμαστε η καθαρότερη πόλη του κόσμου" είπε η μαμά.

Γραφομανία

   Στην πατρίδα μου, την Ελλάδα, όπου κι αν κοιτάξεις θα δεις να γράψουν γράμματα. Όλοι οι τοίχοι γράφουν συνθήματα μπλε, πράσινα, κόκκινα. Μερικά είναι αστεία, άλλα είναι ακαταλαμπουρδίστικα. Μερικοί τοίχοι έχουν και ζωγραφιές. Είναι πολύ διασκεδαστικό να κοιτάς τους μουτζουρωμένους τοίχους και να διαβάζεις τι γράφουν. Είναι πάντως πιο διασκεδαστικό απ' το να χαζεύεις στις βιτρίνες όπως κάνουν οι μεγάλοι. Κι εμείς, τα παιδιά, γράφουμε στα θρανία και στους τοίχους του καμπινέ κι οι δάσκαλοι μας μαλώνουν. Μερικοί σκαλίζουν τ' όνομά τους στο θρανίο, ή ζωγραφίζουν καρδούλες με βέλη και τ' αρχικά τους, άμα είναι αγαπημένοι. Μερικοί χαράζουν και πάνω στα δεντράκια της αυλής του σχολείου, μα είναι αμαρτία, γιατί τα δεντράκια είναι ζωντανό ξύλο κι ίσως πονάει, αφού όταν το τσιμπάς ματώνει, δεν είναι πεθαμένο ξύλο όπως το θρανίο. Πρέπει να τα σεβόμαστε τα δεντράκια, λέει η μαμά, και να τα προστατεύουμε γιατί είναι μικρά κι αδύναμα και δεν έχουν φωνή να μας διαμαρτυρηθούν.
 "Κάθε τι ζωντανό, πρέπει να το σεβόμαστε" λέει η μαμά.
"Και τα κουνούπια, και τις μύγες;" τη ρώτησα.
Τότε η μαμά γέλασε.
"Κοίταξε, Αλέξανδρε" μου εξήγησε. "Μέσα στη ζωή είναι το μεγάλο ψάρι να τρώει το μικρό, κι η τίγρη να κατασπαράσσει τ' αθώο ελαφάκι. Κι ότι φτιάχνει η φύση είναι σοφό και πρέπει να το σεβόμαστε. Η φύση είναι σαν τον ακροβάτη. Πορεύεται σε μια ψιλή-ψιλή τρίχα. Πολλές φορές εμείς οι άνθρωποι της βάζουμε εμπόδια και την μπερδεύουμε. Υπάρχει κίνδυνος να τη γκρεμίσουμε και τότε, ίποτε δε θα υπάρχει στη γη, τίποτε, ούτε και άνθρωποι.
Κάποτε οι άνθρωποι πέθαιναν απ' τα έντομα κι έφτιαξαν φάρμακα για να γλυτώσουν. Τότε, κι η φύση θύμωσε κι έφτιαξε έντομα που ν' αντέχουν στα φάρμακα των ανθρώπων. Οι άνθρωποι τότε, έφτιαξαν καινούρια δηλητήρια, που τάριχναν μ' αεροπλάνα στους βάλτους. Σιγά σιγά όμως είδαν, πως τα δηλητήρια εκτός απ' τα έντομα σκότωναν και τα πουλιά και τα ψάρια και πως τα μολυσμένα νερά μόλυναν και τη θάλασσα κι οι άνθρωποι που έτρωγαν μολυσμένα ψάρια και κολυμπούσαν σε μολυσμένα νερά, αρρώσταιναν κι αυτοί.
Καταλαβαίνεις λοιπόν τι φτιάξαμε; Για να διώξουμε τη μια αρρώστεια των εντόμων, δημιουργήσαμε καινούργιες απ' τη μόλυνση. Και κάτσε τώρα να ζυγίσεις πια αρρώστια προτιμάς.
Οι άνθρωποι έχουν λογικό. Τουλάχιστον στον πλανήτη μας κοκορεύονται, πως είναι τα πιο σοφά πλάσματα. Να δούμε όμως θα τα καταφέρουν να ζυγίσουν έτσι τα προτερήματά τους ώστε να ζούμε για πολλά-πολλά χρόνια στο φιλόξενο πλανήτη μας;"
 Αυτά που μου λέει η μαμά, τα βλέπω και στην τηλεόραση κι εκεί μάλιστα έχει και εικόνες. Όμως ακούγοντάς τα απ' τη μαμά, μου φαίνονται πιο σίγουρα, πιο σωστά. Στην τηλεόραση δεν ξεχωρίζεις εύκολα την αλήθεια απ' το ψέμα.
 Βλέπεις διαστημάνθρωπους, νεράιδες, δράκους, τόσο αληθινούς που, σκέπτεσαι να τους πιστέψεις. Βλέπεις το ίδιο τους πολέμους, που έγιναν παλιά, μ' αυτούς, που γίνονται ακόμη και μπερδεύεσαι. Με τη μαμά όμως, ξέρεις τι είναι αλήθεια και τι ψέμα. Το πρόσωπο της σα να χάνεται στα σύννεφα, όταν διηγείται παραμύθια ή αναμνήσεις της, ενώ ζωηρεύει όταν σου λέει για κάτι που πιστεύει πως όλοι πρέπει να υπερασπιστούμε.
 Μα ξεστράτισα. Για τις επιγραφές λέγαμε. Φαίνεται πως η κακή συνήθεια να γράφουν όπου βρουν την είχαν οι Έλληνες απ' τα πολύ παλιά χρόνια. Στη Σαντορίνη, στην αρχαία Θήρα, μας έδειξε η μαμά χαραγμένα στον βράχο κάτι περίεργα γράμματα που γύριζαν σα σαλιγκάρι γύρω γύρω. Δεν ήταν ίσια όπως τα δικά μας. Μερικά γράμματα ήταν σαν τη δική μας αλφαβήτα, μερικά αλλοιώτικα.
Όπως μας είπε η μαμά, εκεί παλιά ήταν γυμναστήριο και τα παιδιά που έπαιζαν, έγραφαν παλιόλογα στο βράχο. Χάρη σ' αυτά τα παιδικά παλιόλογα λοιπόν, μάθαμε το παλιό αλφάβητο της Σαντορίνης.
 Λέω λοιπόν, πως δεν πρέπει να γκρινιάζουν οι εφημερίδες γιατί όλοι γράφουμε, αφού είναι φαίνεται παράδοση να είμαστε λαός συγγραφικός. 
  Εγώ θάλεγα να προσπαθούμε να γράφουμε ωραία λόγια και να τα μπογιατίζουμε ωραία έτσι που να τα φχαριστιόμαστε όλοι όπως κάτι παλιές επιγραφές "οπορωπολείου" που παλιά τις είχαν στα μαγαζιά και τώρα τις πουλάν στα παλιατζίδικα και τις βάζουν κάτι ανόητοι αντί για κάντρα στο σαλόνι τους.
· · ·

Στην Ακρόπολη - Ποδόσφαιρο

 Μια Κυριακή χειμωνιάτικη, με λιακάδα, η μαμά αποφά­σισε να ανεβούμε στην Ακρόπολη. Ως τότε την Ακρόπολη τη βλέπαμε μόνο από μακρυά κι ιδίως μέσα απ' τον ηλεκτρικό, που κάθε φορά που περνούσαμε σα χαζά ρωτούσαμε 
"Μαμά τι είναι αυτό;" κι όλοι μας κοίταγαν με λύπηση, γιατί δεν ξέραμε τέτοιο πράγμα κι η μαμά μας έλεγε φωναχτά, με θάρρος
 "Μα είναι η Ακρόπολη".
Κείνο το χειμώνα, τη μαμά την είχε πιάσει το μορφωτικό της και κάθε Κυριακή, αντί για σινεάκ, μας πήγαινε σε μουσεία και τέτοια χρήσιμα πράγματα.
Δε θάξερε, φαίνεται, πως μετά από λίγο, την ίδια μανία θα την έπιανε και το σχολειό κι απ' τον επόμενο χρόνο κάθε δεκαπέντε μέρες μας πήγαιναν ξανά σ' όλα αυτά πού- χαμε πρωτοπάει με τη μαμά.
  Πήγαμε λοιπόν στ' Αρχαιολογικό Μουσείο, στου Μπενάκη, στο Πολεμικό Μουσείο, στο Βυζαντινό, στην Πινακοθήκη, στο Δαφνί και στην Καισαριανή κι η μαμά πολύ απογοητεύτηκε όταν της δείξαμε, πως πολύ βαριόμαστε τ' αγάλματα και τις χρυσές μουτσούνες, ενώ ευχαριστιόμαστε να βλέπουμε τα όπλα και τ' αεροπλάνα στο Πολεμικό Μουσείο.
Ήθελε σώνει και καλά να μας αρέσουν πιο πολύ τ' αρχαία και μας έλεγε πως δεν πρέπει να θαυμάζουμε τις πολεμικές μηχανές, γιατί δεν είναι έργα τέχνης.
  Δεν ξέρω βέβαια για έργα τέχνης, εμένα όμως, πολύ με διασκέδαζε να μπαινοβγαίνω στα παλιά αεροπλάνα και να βλέπω κείνο το αστείο αρχαίο αεροπλάνο να κρέμεται και να νομίζεις πως όπου νάναι θα πέσει στο κεφάλι σου ή να σκαρφαλώνω στ' αρχαία κανόνια και να τα κάνω άλογα ή να κάνω μπουμ, μπουμ, μπουμ και να φαντάζομαι τη μισή Αθήνα πυροτέχνημα.
Η μαμά στεναχωρέθηκε μ' αυτά που σας λέω. Είπε, πως αυτά είναι αιμοβόρα ένστικτα, μα εγώ δε θέλω σώνει και καλά να σκοτωθεί κανένας, και μη μου πείτε είναι διασκεδαστικό να βλέπεις μπουμ, λάμψη και το σπίτι να σωριάζεται στη σκόνη. Θυμίζει πολύ τις αστείες ταινίες του βουβού κινηματογράφου.
Κι έπειτα, μήπως και στο Αρχαιολογικό Μουσείο δεν έχει ασπίδες και σπαθιά και δόρατα. Τι δηλαδή οι αρχαίοι σκοτωμοί ήταν καλύτεροι απ' τους δικούς μας;
Τέλος πάντων, λοιπόν, για την Ακρόπολη μιλούσαμε.
Η μαμά μου είχε ν' ανέβει στην Ακρόπολη από τότε που πήγαινε γυμνάσιο κι ήταν σα βουρκωμένη την ώρα που ανεβαίναμε τ' ανηφοράκι για να μπούμε.
Αν και ήταν χειμώνας μαζί μας ήταν ένα τσούρμο άλλοι απ' όλες τις φυλές του Ισραήλ. Αυτοί οι ξένοι, μασούσαν τσιπς και τσίχλες και φώναζαν και γελούσαν και της μαμάς το μέτωπο είχε σκοτεινιάσει απ' το θυμό, ενώ προ­σπαθούσε να μας πει δυο λόγια για την Ακρόπολη.
Ανεβαίναμε πατώντας κάτι ξύλινα πατώματα που έτριζαν κι έκαναν θόρυβο, ενώ δεξιά κι αριστερά είχε σκοινιάκαι φύλακες που σου απαγόρευαν να βγεις απ' τη σειρά.
"Στα χρόνια μου ήταν αλλοιώτικα" είπε η μαμά.
Τις Καρυάτιδες τις είχαν κουκουλώσει με κάτι άσπρα πανιά, για τη μόλυνση λένε, και μοιάζανε με μούμιες. Τον Παρθενώνα, μόνο από μακριά μπορούσες να δεις, το ίδιο και το ναό της άπτερης Νίκης. Κάποιος που πήγε ν' αγγίξει κάποιο μάρμαρο, φρουτ, φρουτ σφύριζε αγριεμένος ένας φύλακας.
 Κάτσαμε σ' ένα βραχάκι κι ενώ γύρω μας φώναζαν οι ξένοι με τους ξεναγούς τους κι έτρωγαν σπόρια και σοκολάτες και πετούσαν χάμω τα σκουπίδια, η μαμά μόνο που δεν έκλαιγε κι είχαμε και τη Νίκη που ήθελε να παίξει κυνηγητό.
 Μόλις της πέρασε της μαμάς, άρχισε να μας λέει, για τότε που είχε έλθει εκείνη στην Ακρόπολη και δεν είχε τόσο κόσμο και τόσους βαρβάρους, έτσι το είπε "βαρβάρους".
 Τούτα τα μάρμαρα μας είπε, για μας τους Έλληνες, είναι ιερά, πιο ιερά, κι απ τις εικόνες των εκκλησιών. Να φανταστείτε ότι στην επανάσταση του '21, όταν οι Τούρκοι δεν είχαν μολύβι έριχναν κάτω τις κολόνες κι έβγαζαν το μολύβι πούχουν στις κοιλιές τους για να φτιάχνουν βόλια. Όταν τόμαθε ο Καραϊσκάκης, που πολιορκούσε τότε την Ακρόπολη, έδωσε εντολή να δώσουν βόλια στους Τούρκους, γιατί καλύτερα να σκοτώνονται Έλληνες, παρά να πάθουν κακό αυτά τα μάρμαρα.
Αυτά τα μάρμαρα, είναι ζωντανά, είπε η μαμά. Εγώ τόχα νοιώσει τότε, που σαν και σας πρωτόρθα δω πάνω, χάιδευα με το χέρι μου την αγριεμένη τους επιφάνεια, ακουμπούσα το μάγουλο μου στη δροσιά τους κι άκουγα, άκουγα. Είχαν τόσα να μου πουν. Είμαστε παιδιά τους και το νοιώθουν.

 Θάχετε ακούσει την ιστορία για την Καρυάτιδα, που έκλαιγε όταν ο κακός Εγγλέζος Έλγιν την χώρισε απ' τις αδελφές της και την πήγε στο Λονδίνο. Αυτά τα μάρμαρα κλαίνε και ματώνουν. Κρίμα τι κρίμα που δεν μας αφήνουν να τα πλησιάσουμε να τ' αγγίξουμε! Βέβαια έρχονται τόσοι ξένοι, τόσοι άνθρωποι, κάθε χρόνο όμως για μας τους Έλληνες θάπρεπε να το επιτρέπουν.
Θυμάμαι στα χρόνια μου κάναμε ένα πείραμα.
Βλέπετε τα σκαλιά του Παρθενώνα; Είναι ίσια;
"Ναι" φωνάξαμε όλοι.
"Λοιπόν δεν είναι" είπε γελαστά η μαμά. "Εμείς βάζαμε το καπέλο μας στη μια άκρη και πηγαίναμε ως την άλλη μεριά του σκαλιού και βλέπαμε, πως το καπέλο γινόταν αόρατο. Δεν είναι μαγικό, μα ξέρεις οι αρχαίοι αρχιτέκτονες, όχι Αγγελική, δεν έκαναν λάθος, ήταν τόσο σπουδαίοι, που είχαν καταλάβει πως η καμπύλη σε τέτοια περί­πτωση φαίνεται πιο ευθεία κι απ' την ευθεία.
Κοιτάχτε αυτές τις κολόνες, τι όμορφες που είναι! Φανταστείτε μέσα στον Παρθενώνα να λάμπει το χρυσοελεφάντινο άγαλμα, κι εδώ έξω κείνο το ψηλό άγαλμα που το δόρυ του ξεχώριζαν οι ναυτικοί απ' το Σούνιο.
Φανταστείτε δω τριγύρω τους ανθρώπους με τις χλαμύδες.
Φανταστείτε δω δίπλα, στο Ερεχθείο, εδώ που είναι η ελιά, την σπουδαία σκηνή, που η Αθήνα βρήκε το νονό της και βαφτίστηκε απ' τη θεά Αθηνά.
Σκεφτείτε πόσο μυαλωμένοι ήταν οι αρχαίοι Αθηναίοι, που προτίμησαν απ' το φανταχτερό πολεμόχαρο άτι του Ποσειδώνα, την ήμερη ταπεινή ελιά".
Τότε η Νίκη ξαφνικά έδωσε στη μαμά ένα αγριολούλουδο.
"Που το βρήκες αγάπη;" ρώτησε η μαμά.
Η Νίκη της έδειξε με το δάχτυλο.
Είχε φυτρώσει στον Παρθενώνα, ανάμεσα σε δύο μάρμαρα. Ήταν κι άλλα αγριολούλουδα φυτρωμένα εκεί.
Η μαμά, μιας και δεν μπορούσε να φιλήσει την κολόνα φίλησε την Νίκη.
"Ευχαριστώ" της είπε και νομίζω πως έκλαιγε.
Μάταια προσπαθήσαμε να πλησιάσουμε κι εμείς να κόψουμε. Δυστυχώς εμάς ο φρουρός μας πήρε είδηση και σφύριξε.
"Άουτ άουτ" μας φώναξε στα εγγλέζικα. Σα να παίζαμε ποδόσφαιρο!


Στο τσίρκο



 Κάθε χρόνο το Πάσχα, οι δρόμοι γεμίζουν με διαφημίσεις τσίρκων. Είναι φανταστικές. Δείχνουν κάτι κοπέλλες με μπανιερά τυλιγμένες με φίδια ή σκαρφαλωμένες πάνω σε ελέφαντες ή όρθιες πάνω σε άσπρα άλογα. Όλες τους φοράνε στο κεφάλι φτερά και χαμογελάνε χαζοχαρούμενα. Δε μοιάζουν φοβισμένες, μάλλον αφηρημένες.
 Κάθε χρονιά, που πρωτοερχότανε το τσίρκο γκρινιάζαμε στη μαμά, να μας πάει, μα όλο κάτι τύχαινε, πότε δε βρίσκαμε εισιτήρια, πότε το ξεχνούσαμε και το τσίρκο έφευγε χωρίς να το δούμε.
Στην τηλεόραση όμως, κάθε Χριστούγεννα δείχνει συνέχεια τσίρκο κι όλα τα τσίρκα ίδια πράματα δείχνουνε, ακροβάτες, ζώα, και παλιάτσους. Δεν τρομάζεις, σου φαίνεται σαν ψεύτικα. Την τελευταία φορά όμως, το τσίρκο, έστησε την τέντα του στη γειτονιά μας κι η μαμά, το πήρε φαίνεται πατριωτικά, κι αποφάσισε να μας πάει.

Πριν αρχίσει το έργο, πληρώσαμε κι άλλα λεφτά και μπήκαμε στο ζωολογικό κήπο να δούμε τα ζώα από κοντά, μα δε μας άρεσαν. Βρωμούσαν κι ήταν κουρασμένα και βαριεστημένα μέσα στα κλουβιά τους. Ήταν και κάτι άνθρωποι με το σήμα του τσίρκου, που πουλούσαν ζωοφαγητά σε σακουλάκια, τ' αγόραζες, μα φαίνεται τα ζώα ήταν χορτασμένα και δεν έτρωγαν ότι τους έδινες.
 Στον άλλο ζωολογικό κήπο, στη Φιλαδέλφεια, που πήγαμε με το σχολείο, τα ζώα ήταν πιο ζωηρά, ιδίως οι μαϊμούδες δεν είχαν στιγμή ησυχίας. Ίσως γιατί εκεί ήταν ελεύθερα, σ' ανοιχτά μεγάλα κλουβιά, ενώ στο τσίρκο ήταν στριμωγμένα σε στενόχωρα, σκοτεινά κι έμοιαζαν δυστυχισμένα σα φυλακισμένα.
Σε λίγο τα μεγάφωνα φώναξαν πως το τσίρκο αρχίζει και μπήκαμε μέσα.
Η τέντα ήταν πολύ μεγάλη, όλο ξύλινα σκαλιά και τ' ακριβά εισιτήρια ήταν χάμω στο χώμα. Η μαμά είχε πει «μια φορά ήλθαμε" κι αγόρασε ακριβά εισιτήρια, μα μετά καταλάβαμε, πως την πατήσαμε, γιατί μας είχαν σα στο σινεμά, τον ένα πίσω απ' τον άλλο, και δε βλέπαμε καλά.
  Η σκηνή ήταν στρογγυλή και πολύ μεγάλη και μεσ' τη μέση είχε ένα μεγάλο άδειο κλουβί. Σε λίγο άρχισε μουσική κι η παρέλαση. Όμως ήταν μακριά κι οι άνθρωποι φαινόντουσαν μικροί, δεν ήταν όπως στην τηλεόραση που τους βλέπεις δίπλα σου. 'Όταν τελείωσε, άρχισαν τα νούμερα με τα ποδήλατα και τις μαϊμούδες μετά οι παλιάτσοι, που δεν ήταν αστείοι, γιατί δεν ήξεραν να μιλάνε ελληνικά κι έπειτα τ' ακροβατικά, που ήταν τόσο μακρυά που έμοιαζαν οι άνθρωποι σαν τα καναρίνια στο κλουβί της γιαγιάς μου κι έπειτα το μεγάλο κλουβί γέμισε λιοντάρια κι έναν άνθρωπο που μ' ένα μαστίγιο τ' ανάγκαζε να σκαρφαλώνουν σε μπάλες και σκαμνάκια και να περνάνε μέσα από φωτιές και τα κακόμοιρα τα λιοντάρια φαινόντουσαν τόσο βαριεστημένα, που όχι να φάνε τον άνθρωπο, μα ούτε να σηκώνουν το πόδι τους δεν ήθελαν, χραπ, τα χτυπούσε με το μαστίγιο κι αυτά αργά, αργά, σηκωνόντουσαν στα δυό τους πόδια κι έπειτα βιαστικά χουζούρευαν στην άκρη.
Ε! λοιπόν, δε μ' αρέσει στο τσίρκο. Προτιμώ όλα αυτά τα ζώα λεύτερα στο δάσος και να τα βλέπω απ' τα ντοκυμανταίρ στη τηλεόραση.
Εγώ πάντως, δε θάθελα νάμαι στη θέση τους. Θα προτιμούσα να πεθάνω παρά να ζω έτσι ντροπιασμένα.
Μόνο στη χαζονίκη άρεσε και χτυπούσε παλαμάκια κι έφαγε ποπ κορν και ζητούσε και μαλλί της γριάς, μα η μαμά δε της πήρε.
"Ήδη ήταν πανάκριβη η έξοδος" είπε.

Το σινεάκ
Σχεδόν κάθε βδομάδα, πάμε σινεάκ. Μ' ένα δεκάρικο μόνο, βλέπουμε μίκυ μάους και ταινίες παιδικές, γι αυτό πάμε ταχτικά κι όχι μόνο εμείς.
Η μαμά γεμίζει τ' αυτοκίνητο με τα ξαδέλφια και τους φίλους μας και κάνουμε και τους κουβαρντάδες και τους πληρώνουμε το εισιτήριο, τόσο φτηνό που είναι. Το σινεάκ είναι στο υπόγειο του δημαρχείου και στην αρχή γράφει με πράσινα γράμματα και το διαβάζει δυνατά και μια κοπέλλα για τα μωρά που δεν πάνε σχολείο. "Ο δήμαρχος μας διάλεξε την ταινιούλα που θα δείτε και σας εύχεται καλή διασκέδαση". Η αλήθεια είναι πως διασκεδάζουμε πολύ στο σινεάκ και τα πιο πολλά είναι παιδιά, που φωνάζουν όλα μαζί και χτυπάνε και παλαμάκια και στριγγλιές όταν κάτι σπουδαίο γίνεται στο έργο.
Έπειτα έχει βρυσούλα με νερό στο ύψος των παιδιών και στην είσοδο έχει κάτι μεγάλους γούνινους σκύλους. Το πιο αστείο όμως είναι, να βλέπεις τους γονείς και τους παππούδες να τσακώνονται για τις θέσεις.
Μερικές φορές, τις Κυριακές, οι άνθρωποι είναι πιο πολλοί από τις θέσεις και οι μισοί γονείς, λένε, πως τα μωρά πρέπει να τα κρατάνε οι μεγάλοι αγκαλιά κι οι άλλοι μισοί πως δικαιούνται θέση, γιατί πλήρωσαν και τα μωρά εισιτήριο. Τότε οι άλλοι κουνούν περιφρονητικά το κεφάλι τους και λένε "ντροπή, ντροπή" και κάθονται στα σκαλιά στην άκρη.
Η μαμά μου τότε, μας βάζει στο κάθισμα δυο-δυο και παίρνει και τη Νίκη αγκαλιά.
"Αφού μπορούμε να βολευτούμε όλοι" λέει και οι ξένες μαμάδες ευχαριστούνται και τις πιο πολλές φορές μας δίνουν κομματάκι απ' τις σοκολάτες, που κουβαλάνε στις τσάντες τους, για να μπουκώνουν τα παιδιά τους, την ώρα που βλέπουν το έργο. Η δική μας η μαμά, ποτέ δεν κουβαλάει μαζί της τέτοια πράγματα, είναι εναντίον τους. Λέει, πως είναι βλαβερά κι όταν τα τρώμε μετά δεν έχουμε όρεξη να φάμε το φαί μας. Μα εμένα, μ' αρέσει να τρώω όταν βλέπω τηλεόραση ή διαβάζω μίκυ μάους, μου φαίνεται, πως χωνεύω καλύτερα και καμμιά φορά παίρνω ψωμί βούτυρο και μέλι, όταν βλέπω μίκυ μάους στην τηλεόραση, μα επειδή η τηλεόραση είναι στην κρεββατοκάμαρα γεμίζω με ψίχουλα το κρεββάτι της μαμάς κι ύστερα η μαμά με μαλλώνει, τουλάχιστον με μάλλωνε πριν, που καθόμουν στο κρεββάτι της κι έτρωγα, ενώ τώρα που κάθομαι στο χαλί όταν τρώω, τα ψίχουλα πέφτουν χάμω, τα φυσάω κι όλας και σκορπάνε και δεν με παίρνει είδηση.
· · ·

Ευτυχώς που έγινε η Ρωσική επανάσταση

   Η Ρίνα, δηλαδή η Ειρήνη, βιάζεται να μεγαλώσει. Όλο κοιτιέται στον καθρέπτη με το πλάι για να δει αν έχει μεγαλώσει το στήθος της, σα της φιλενάδας της της Λίτσας, που φόρεσε από φέτος σουτιέν εφηβικό.
"Όταν τρέχω μαμά, κάτι με πονάει" λέει η Ειρήνη στη μαμά με την ελπίδα να φορέσει κι αυτή το ίδιο.
"Μη βιάζεσαι κοριτσάκι μου" λέει η μαμά. "Κάθε πράμα στον καιρό του κι ο κολιός τον Αύγουστο".
Μα κείνη κρυφά, δήθεν ότι παίζουμε θέατρο, βάφει τα μάτια και τα χείλη της κι όλο κοιτάει στον καθρέπτη. Κι η αλήθεια είναι, πως γίνεται όμορφη βαμμένη, γιατί η Ειρήνη είναι ξανθόψειρα, μοιάζει στο μπαμπά και ούτε φρύδια, ούτε τσίνορα ξεχωρίζεις.
Εγώ πάντως, δε βιάζομαι να μεγαλώσω. Είμαι πολύ καλά έτσι όπως είμαι τώρα. Γιατί να μεγαλώσω δηλαδή; Τι θα κερδίσω παραπάνω; Άσε που μεγαλώνοντας θα πάω στο γυμνάσιο κι εκεί είναι πολύ ζόρικοι οι καθηγητές κι όλο αριθμητική βάζουν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, εδώ που είδαμε και πάθαμε να γίνουμε μεγάλοι της έκτης, θα ξαναβρεθούμε πρωτάκια, φτου κι απ' την αρχή.
Στο αναγνωστικό της Αγγελικής έγραφε να σχεδιάσουν το οικογενειακό μας δέντρο και τότε η μαμά μας είπε, πως ο παππούς είχε γεννηθεί στην Οδησσό της Ρωσσίας και πως έφυγε από κει, όταν έγινε η Οκτωβριανή επανάσταση και πήρε το κράτος τα μαγαζιά των Ελλήνων.
"Ευτυχώς που έγινε η Ρωσσική επανάσταση" είπε τότε η Αγγελική.
Η μαμά τάχασε.
"Δηλαδή; Γιατί;" ρώτησε.
"Γιατί, αν δε γινόταν η Ρωσσική επανάσταση δεν θα ερχόταν ο παππούς στην Ελλάδα και δε θα παντρευόταν τη γιαγιά κι αν δεν παντρευόταν ο παππούς τη γιαγιά, πως θα γεννιόσουνα εσύ και θάσουνα μαμά μου;"
"Σα νάχεις δίκιο" μουρμούρμισε η μαμά γελαστά.
"Όμως κι αν δεν γινόταν κατοχή, να γνωριστούνε ο παππούς με τη γιαγιά, πάλι το ίδιο θάτανε. Άρα λοιπόν, πρέ­πει να λέμε κι ευτυχώς που ήταν κατοχή;"
"Βέβαια, βέβαια" επέμενε η Αγγελική, που όταν πει­σμώσει μουλαρώνει. "Αν δεν παντρευόταν ο παππούς με τη γιαγιά, και παντρευόντουσαν μ' άλλους, δε θα γεννιόσουν εσύ, θα γεννιόντουσαν άλλα παιδιά, δε θάσουν όμως εσύ, η μαμά μου".
"Το ξέρετε το παιχνίδι με το αν..." είπε η μαμά αλλάζο­ντας κουβέντα, διπλωματικά. "Με το "αν" χτίζεις πύργο στην άμμο τόσο ψηλό, που φτάνει ως τ' αστέρια. Όλοι, όταν γεννιόμαστε, είναι τυχερό τι θα βγούμε, σα ν' αγοράζουμε λαχείο. Η φύση τάχει φτιάξει έτσι όμορφα, που να νικάει πάντα ο πιο δυνατός στον αγώνα για τη διατήρηση της ανθρώπινης ράτσας. Μερικές φορές, όμως, ακόμη και η φύση λαθεύει και τότε γεννιούνται παιδιά άρρωστα ή άσχημα. Η φύση παίζει με τις πιθανότητες και της αρέσει ο μέσος όρος. Απ' τα εκατομμύρια των ανθρώπων λίγοι, ελάχιστοι γεννιούνται μεγαλοφυΐες ή ηλίθιοι. Οι πιο πολλοί είναι μέτριοι άνθρωποι. Η φύση αγαπά τη μετριότητα, όπως και μεις σαν περπατάμε σ' επικίνδυνο μονοπάτι προτιμάμε τη σιγουριά που δίνει το κέντρο του. Που και που ριψοκινδυνεύει και τότε γεννιούνται οι Αϊνστάιν ή οι ανάπηροι."
-Εμείς μαμά τί είμαστε;" ρώτησε η Ειρήνη περίεργα.
"Δόξα τω Θεώ, εμείς είμαστε στη μέση. Η φύση τόχουμε ξαναπεί είναι σαφή. Οι μέτριοι άνθρωποι είναι οι πιο δυνατοί. Είναι πολύ στενάχωρο νάσαι μεγαλοφυΐα. Ζεις σ' άλλους κόσμους, νοιώθεις πως κανείς δεν σε καταλαβαίνει. Η μεγαλοφυΐα είναι αδελφή της τρέλλας. Πόσοι μεγάλοι συγγραφείς δεν κατάληξαν στο τρελλοκομείο! Κι έπειτα μια μεγαλοφυΐα δεν είναι πάντοτε καλή. Υπάρχουν κακές μεγαλοφυΐες που μπορεί να χρησιμοποιήσουν το πολύ μυαλό που τους χάρισε ο Θεός για να καταστρέψουν την ανθρωπότητα. Πολλές μεγαλοφυΐες δεν έχουν αυτό που λέμε κοινό μυαλό. Αν το είχαν τώρα δε θα κινδυνεύαμε από ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα. Μα η μεγαλοφυΐα φορές-φορές γίνεται αλαζονική και βλέπει τους υπόλοιπους ανθρώπους σαν μυρμήγκια, σαν πειραματόζωα. Γι αυτό κι είναι τόσο λίγοι οι πραγματικά μεγάλοι άνθρωποι, αυτοί που έχουν πολύ μυαλό, το τρόχισαν καλά και τόβαλαν στην υπηρεσία των συνανθρώπων τους κι έτσι γεννήθηκαν τα τόσα φάρμακα που μας γλυτώνουν απ' τις αρρώστιες κι έτσι έγιναν όλες αυτές οι εφευρέσεις, που μας διευκολύνουν τη ζωή έστω κι αν φορές-φορές μουρμουράμε, πως μας τη δυσκολεύουν.
"Δηλαδή, μαμά" είπα στεναχωρημένος. "Εγώ αποκλείεται να γίνω εφευρέτης;"
"Όχι αγόρι μου" γέλασε η μαμά και μου χάιδεψε το κεφάλι. "Το μυαλό δεν είναι ζάχαρη να το ζυγίσουμε με το κιλό και το μυαλό είναι μυστήριο πράγμα σαν το χρυσάφι. Όσο το τρίβεις, γυαλίζει,. Όσο το δουλεύεις, τόσο γεννά ιδέες. Γι' αυτό σου λέω να διαβάζεις στο σχολείο. Κανείς στ' αλήθεια δεν ξέρει ως πού μπορεί να φτάσει. Φτάνει τόσο ψηλότερα, όσο ψηλότερους στόχους βάζει στον εαυτό του. Σιγά σιγά σαν τους ορειβάτες. Πρώτα το βουναλάκι, το κοντινό, μετά τον Όλυμπο, έπειτα τις Άλπεις κι έπειτα -γιατί όχι- και το Έβερεστ.
Αρκεί να πιστεύεις πως μπορείς και να το θες πραγματικά. Είναι αυτή η πίστη πούλεγε κι ο Χριστός πως μπορεί να μετακινήσει και βουνά.
 Στ' αλήθεια, τίποτε δεν είναι ακατόρθωτο. Σκεφτείτε. Πριν κάμποσα χρόνια, η γιαγιά μου, να πούμε, αν άκουγε ραδιόφωνο θα νόμιζε πως της μιλούν φαντάσματα. Τώρα όμως που ξέρουμε γι αυτά τα αόρατα ηλεκτρομαγνητικά κύματα που κυκλώνουν τον πλανήτη μας, το θεωρούμε τόσο φυσικό το να μιλάμε με την Αμερική μέσω δορυφόρου, όσο κι η γιαγιά μου τ' ότι μιλούσε με τη γειτόνισσα στ' απέναντι μπαλκόνι.
Κάποτε όλοι μέναμε θαμπωμένοι που ο άνθρωπος πετούσε στο διάστημα. Τώρα πια και να μας πουν πως συναντήσανε διαστημάνθρωπους, θα το θεωρήσουμε πολύ φυσικό.
"Αλήθεια, κατάληξε η μαμά σκεφτική. Εσείς είσαστε ευχαριστημένοι με τη ζωή σας ως τώρα;"
"Ναι ε ε..." φωνάξαμε όλοι δυνατά και χτυπήσαμε παλαμάκια.
Η μαμά, δεν ξέρω γιατί, αναστέναξε μ' ανακούφιση. • · · ·



Ατύχημα

Προχθές που βγάζαμε τα κουτιά τα γάλατα απ' την κούτα στο ντουλάπι ένα κουτάκι γλίστρησε και το καταραμένο, έπεσε πάνω στο δάχτυλο της Νίκης.
Φωνές η Νίκη, κλάματα, ξεσήκωσε τη γειτονιά.
"Έλα καημένη δεν είναι τίποτε, λίγο αιματάκι".
Η μαμά θύμωσε μαζί μου.
"Βέβαια, δεν χτύπησες εσύ" μου είπε.
Πήρε τη Νίκη αγκαλιά και της έλεγε.
"Δώσε μου να δω το χεράκι σου" μα η Νίκη φώναζε και φοβόταν και δεν άφηνε τη μαμά να δει το χέρι της, μόνο μας ξεκούφαινε με τις αγριοφωνάρες της.
Στο τέλος το είδαμε.
Ήταν στ' αλήθεια τρομερό. Όλο της το νύχι είχε μαυρίσει και είχε πρηστεί κι είχε κάνει κι από πίσω μια μαύρη γραμμή σα δακτυλίδι.
Η μαμά προσπαθούσε να το ζουλήξει να βγάλει αίμα, μα η Νίκη δεν την άφηνε. Κλωτσούσε και κουνιότανε και φώναζε.
Τελικά της έβαλε κόκκινο κι ένα τσιρότο σαν καπέλλο, της έδωσε κι ασπιρίνη και παγωτό για να ησυχάσει μα κείνη όλο φώναζε.
"Κλείσε την πόρτα. Όταν είναι ανοιχτή πονάω".
"Θέλω να με ταίζετε, αλλοιώτικα πονάω".
Αφού κι εγώ συγκινήθηκα και της χάρισα δέκα τσίχλες για να πάψει, κι η Ειρήνη της έδωσε κάτι ωραία αυτοκολλητάκια, κι η Αγγελική ένα κουκλάκι.
Τελικά μόνο όταν άρχισαν τα παιδικά στην τηλεόραση σώπασε. Μετά ήταν ήσυχη μέχρι το βράδυ. Κοιμηθήκαμε καλά-καλά και τα μεσάνυχτα, νάσου η Νίκη με τις αγριοφωνάρες της.
"Πονάω, πονάω, μη μ' αγγίζεις"
Εγώ την άκουσα, μα έκανα τον ψόφιο κοριό. Η Ειρήνη που κανόνια να βροντάνε δεν ξυπνά, συνέχισε να κοιμάται. Μόνο η Αγγελική σηκώθηκε κι είπε νυσταγμένα "Τί έγινε;"
Την είχαν πάρει η μαμά κι ο μπαμπάς στο κρεββάτι τους και πάλευαν να βγάλουν το καπελάκι απ' το χέρι της κι έπειτα μυστικά, ενώ την κρατούσε η μαμά, ο μπαμπάς της τρύπησε το νύχι με μια βελόνα κι άρχισε να τρέχει πολύ αίμα.
Έπειτα όμως η Νίκη έπαψε να πονάει, μα ζήτησε κι άλλη ασπιρίνη, γιατί οι παιδικές με άρωμα φράουλα, πολύ της άρεσαν κι έπειτα της το ξανάδεσαν το δάχτυλο και κοιμήθηκε στο διπλό κρεββάτι αναγκάζοντας τη μαμά να πέσει απ' την κάτω μεριά, γιατί ξέχασα να σας πω, η Νίκη κοιμάται πολύ άτσαλα, όλο κλωτσάει και στριφογυρίζει.
Την άλλη μέρα, όλο έντυνε κι έγδυνε το δάχτυλο της σα νάταν κούκλα, μόνο που δεν ζωγράφισε μάτια μύτη και στόμα. Κι έβαζε κι ένα στρογγυλό χανζαπλάστ στην κορυφή σαν καπελάκι. Σα να μην έφθανε αυτό, έψαχνε σ' όλο της το κορμί να βρει παλιά χτυπήματα και τα γεμίζει τσιροτάκια.
Κι η μαμά, να σκεφτείτε, δεν τη μάλλωνε.
Αυτό είναι το καλό όταν είσαι πονεμένος. Κανείς ποτέ δε σε μαλλώνει, ότι και να κάνεις. Αχ! Πόσο θάθελα πότε πότε νάμουν κι εγώ στη θέση της, κι ας πονούσα!

Τα γλυκά

 Η γιαγιά μου έχει ζάχαρο, ίσως γιαυτό είναι τόσο γλυκιά. Δυστυχώς, όμως κάνει δίαιτα και δε μπορεί να τρώει άλλα γλυκά.
 Πολύ στεναχωριέμαι και τη λυπάμαι. Κι εγώ δεν ξέρω τι θάκανα, αν ήμουν στη θέση της. Τα γλυκά είναι το ομορφότερο φαΐ. Όλα τα γλυκά, μ' αρέσουν. Ο μπαμπάς αντίθετα δεν αγαπάει τα γλυκά. Ποτέ δεν τα ζητάει, ενώ εγώ όλα τ' αγαπάω και τα παγωτά και τα κέικ και τις τούρτες και τα κανταΐφια και τα γλυκά στο βαζάκι και τα γλυκά στο χαρτί, ακόμη και στο γάλα μου βάζω πολλή ζάχαρη.

Η μαμά γκρινιάζει, πως θα χαλάσουν τα δόντια μου, πως δεν είναι σωστό να τρώω τόσα γλυκά, μα στο σπίτι μας πάντα γλυκό υπάρχει, τάχα για τους ξένους κι εμείς αμέσως το ξεκοκκαλίζουμε. Ιδίως αυτά τα σοκολατάκια. Παρ' ότι τάχει στο σαλόνι και μέσα στο μπουφέ, όλο και κάτι παίρνουμε. Μερικές φορές ζητάμε την άδεια, άλλες φορές στα κλεφτά, αφού δεν τα μετράει.
"Τουλάχιστον, να πλένετε τα δόντια σας μετά " καταλήγει μ' απόγνωση.
Μερικές φορές τη βοηθάμε να φτιάξει γλυκά. Λέει, πως, είμαστε πολύ χρήσιμοι, όταν ανακατεύουμε την κρέμα, ή χτυπάμε με το γουδί τ' αμύγδαλα ή όταν τρέχουμε στον κύριο Κουνέλη να πάρουμε κάτι που χρειάζεται.
Τα γλυκά της μαμάς είναι πιο νόστιμα απ' του ζαχαρο­πλαστείου. Ειδικά οι κουραμπιέδες. Κι ο μπαμπάς το παραδέχεται. Λέει. "Τα σπιτικά γλυκά είναι άλλο πράμα. Αγνά γλυκά". Κι αφού ο μπαμπάς, που δεν του πολυαρέσουν τα γλυκά τα καταβροχθίζει έτσι, καταλαβαίνετε πως τα τρώμε μεις που μας αρέσουν υπερβολικά. Ο μπαμπάς όμως είναι άτυχος. Όποτε φτιάχνουμε μπακλαβά, σ’ εκείνον τυχαίνει το κομματάκι απ' το φλούδι. Δε λέει τίποτε, μόνο το βγάζει επιδειχτικά στην άκρη του πιάτου του και κοιτάει τη μαμά.
Αν η μαμά δεν τον κοιτάει κείνη την ώρα μουρμουρίζει. "Ευτυχώς δεν έσπασα κάνα δόντι". Η μαμά τότε κοκκινίζει και λέει "Μα, σε κανέναν άλλον δεν έτυχε".
"Γιατί είσαστε απρόσεχτοι" λέει ο μπαμπάς "και τα καταπίνετε με τα φλούδια". Κι ίσως έχει δίκιο γιατί, αν μας αρέσει κάτι, τρώμε τόσο λαίμαργα, που όχι φλούδι μα κι ολόκληρο καρύδι καταπίνουμε.
Του μπαμπά του αρέσει η μαστορική κι η μαμά λέει, πως τα καταφέρνει περίφημα. Έχει κι ένα μπλακ εντ έκερ και ανοίγει τρύπες και καρφώνει και φτιάχνει, ότι χαλάει σπίτι μας ακόμη και το πλυντήριο και πότε-πότε βάφει όταν γράφουμε στους τοίχους. Εμείς, βέβαια τώρα πια δε γράφουμε, μόνο της Νίκης πότε-πότε της ξεφεύγει κι η μαμά της λέει : "Δεν έχουμε χαρτιά;"
Κι εκείνη λέει "συγγνώμη" μα πάλι το ξανακάνει.
 Η Νίκη είναι πολύ πονηρή. Μόλις κάνει κάποια ζημιά τρέχει, σ' αγκαλιάζει και λέει "συγνώμη" και τις πιο πολλές φορές τις γλυτώνει. Είναι βλέπεις μικρότερη. 
Θυμάμαι στη γιορτή της μητέρας μαζεύαμε όλοι κρυφά λεφτά απ' το χαρτζιλίκι μας, να πάρουμε δώρο στη μαμά και την ημέρα που θα πηγαίναμε να ψωνίσουμε, έχασε η Ειρήνη τα λεφτά της κι ενώ είχαμε συνεννοηθεί να κάνουμε έκπληξη έβαλε τα κλάματα.
"Μαμά, μου πήραν τα λεφτά μου κι εγώ τα μάζευα τόσες μέρες να σου πάρω δώρο" και δώστου κλάμμα και κακό.
Η μαμά βιαζόταν να φύγει για τη δουλειά της, δεν προλάβαινε να ψάξει κι έτσι της είπε.
"Μη στεναχωριέσαι Ειρήνη μου, πές μου πόσα ήταν να στα δώσω"
Μόλις η μαμά έφυγε κι εμείς λέγαμε, τί θ' αγοράσουμε έρχεται κι η Νίκη με μια φούχτα λεφτά "Κι εγώ δώρο" μας είπε.
"Πού τα βρήκες τα λεφτά;" τη ρωτήσαμε με το δαιμονικό χαμόγελο αστυνομικού ντεντέκτιβ.
"Είναι δικά μου" είπε ψέμματα.
"Αυτό το δεκάρικο είναι δικό μου" είπε η Ειρήνη. "Το ξεχωρίζω, γιατί είναι πολύ παλιό. Πώς βρέθηκε στα λεφτά σου; Και πού τα βρήκες εσύ τα λεφτά, αφού ακόμη δεν παίρνεις χαρτζιλίκι". Την είχαμε κυκλώσει κι οι τρεις απειλητικά κι η Νίκη αναγκάστηκε να ομολογήσει.
"Συγγνώμη" μουρμούρισε γαλίφικα.
Και τότε τη συγχωρέσαμε κι επειδή αναγνωρίσαμε, πως είχε δίκιο να θέλει κι αυτή να κάνει δώρο, της αγοράσαμε ένα γαρύφαλο να το προσφέρει στη μαμά.
Όμως εκείνη μόλις το είδε είπε:
"Εμένα δηλαδή τίποτε; Εγώ δεν έχω δώρο;"
Μάταια προσπαθούσαμε να της εξηγήσουμε πως δεν γιόρταζε εκείνη, παρά μόνο οι μαμάδες.
"Εμένα δηλαδή τίποτε;" εξακολουθούσε να γκρινιάζει η Νίκη.



Εκλογές.
  Φέτος κάναμε κάτι εκλογές μούρλια. Πρώτη φορά τόση φασαρία. Σημαιάκια, αφίσες, αυτοκόλλητα, πανώ. Όλοι φώναζαν, τ' αυτοκίνητα κορνάρανε, κάνανε συγκεντρώσεις, φωνάζανε, τραγουδούσανε, όπως στο γήπεδο, κουνούσανε τις σημαίες, όλοι καμαρώνανε πως είναι αρχηγοί "Θα νικήσουμε" φωνάζανε.
"Όχι, εμείς θα νικήσουμε" λέγανε οι άλλοι. Τα σπίτια είχανε φωτογραφίες των αρχηγών, που γελούσανε σαν τους ηθοποιούς στο σινεμά, είχανε και ωραία συνθήματα με εικόνες σοβαρές και αστείες. Όλες οι κολόνες ντυνόντουσαν με παλτά σα να κρύωναν ενώ ήταν καλοκαίρι.
Κάτι νεαροί τις ντύνανε κόκκινα, έπειτα κάτι άλλοι πράσινα, και μετά μπλε.
Άλλαζαν χρώμα, ώσπου να πεις κίμινο. Παντού κάναμε Προπό με τις εκλογές βάζανε και λεφτά, στοιχηματίζανε ποιός θα βγει πρώτος και με πόση διαφορά. Οι εφημερίδες κάνανε γκάλοπ κι έπειτα τσακωνόντουσαν ότι το γκάλοπ ήταν λάθος.
    Τι ανυπόμονοι Θεέ μου! Δεν μπορούσαν να περιμένουν μέχρι τις εκλογές. 
Μερικά αυτοκίνητα ήταν ντυμένα πολύ αστεία απ' την κορφή ως τα νύχια με αφίσες και στις γωνιές σημαιάκια. Όταν συναντιόντουσαν δύο αυτοκίνητα όμοια, μόνο που δεν τρακάριζαν απ' τη χαρά τους, τόσο σφύριζαν και χαιρόντουσαν και κουνούσαν τα σημαιάκια και κορνάριζαν οι οδηγοί κι οι άνθρωποι που ήταν μέσα χαμογελούσαν, λες και ήταν φίλοι χρόνια. Όμως, αν ήταν αντίθετα αυτοκίνητα τότε κοιτιόντουσαν με βλέμμα μισό, νομίζω πως οι μισοί νομίζουν κουτούς τους άλλους μισούς, γιατί νομίζουν πως το δικό τους κόμμα είναι σωστό κι όλα τα άλλα λάθος, είναι όπως με τις θρησκείες και τις ομάδες.
  Η μαμά λέει, πως μόνο οι άνθρωποι που δεν έχουν δι­κή τους προσωπικότητα κρύβονται πίσω από ταμπέλες και πως ο αληθινός άνθρωπος είναι ανοιχτός από παντού και σκέφτεται όλες τις απόψεις δίχως να υποτιμά καμιά. Αυτή είναι η δημοκρατία, λέει, να σέβεσαι και την αντίθετη άποψη.
Εμείς τα παιδιά, πολύ το διασκεδάσαμε με τις εκλογές.
Παίζαμε με τ' αυτοκόλλητα και τις σημαιούλες και ξελαρυγγιαζόμαστε στις φωνές.
Τα συνθήματα είναι σαν ποιηματάκια κι όλα λένε "ο λαός απαιτεί". 
Φαίνεται πως όλοι είναι ο λαός, γιατί όλοι λένε πως ξέρουν τι θέλει ο λαός κι ο λαός θέλει όλα τα κόμματα, γιατί όλα τα κόμματα φωνάζουν μόνο αυτά θέλει ο λαός.
Στην τηλεόραση έδειχνε συγκεντρώσεις κάθε βράδυ. Κόσμος, παντού κόσμος με σημαιάκια, πανώ, φωνές, πυροτεχνήματα, συνθήματα.
Ο αρχηγός τους στο μπαλκόκι από μακρυά τους μιλούσε, αλλ' αυτοί δεν άκουγαν καλά παρ' ότι είχε μεγάφωνα κι όλο φώναζαν, σα να μην τους έννοιαζε τι τους έλεγε. Μου φάνηκε περίεργο, γιατί ενώ μαζεύονταν για ν'ακούσουν τον αρχηγό, αυτοί φώναζαν σα νάθελαν μονάχα ο αρχηγός ν' ακούει τις φωνές τους. Ίσως δεν έχουν ευκαιρία να του τα πούνε άλλη φορά, γιαυτό φώναζαν έτσι όλοι μαζί, κι αυτός έδειχνε ευτυχισμένος γιατί του έλεγαν.
"Προχώρα, σε θέλει όλη η χώρα". Είσαι ο αρχηγός". "Μαζί σου" κι άλλα τέτοια συγκινητικά. 
Βέβαια, αν έσβηνες τις σημαιούλες κι έκλεινες τη φωνή, όλοι οι οπαδοί, ίδια φώναζαν σ' όλους τους αρχηγούς κι όλοι οι αρχηγοί έδειχναν το ίδιο ενθουσιασμένοι έτσι, που μπερδευόντουσαν και δεν ήξερες ποιός θάρθει πρώτος.
Μα σάμπως κι αυτοί οι ίδιοι ήξεραν; Αν ήξεραν, δεν θάκαναν τόση φασαρία κι ούτε θα χρειαζότανε να ψηφίσουμε.
Επειδή όμως δεν ξέρουν, προσπαθούν να κάνουν τους ανθρώπους να πιστέψουν πως είναι οι καλύτεροι, για να τους ψηφίσουν.
Η μαμά γκρινιάζει, δεν της αρέσουν όλες αυτές οι φασαρίες
 "Πολιτισμένοι είμαστε" λέει "Θάταν καλύτερα να μιλούν στη τηλεόραση, ν' αναπτύσσουν τις απόψεις τους και να μας αφήνουν να αποφασίσουμε. Αυτή είναι μάχη εντυπώσεων, λέει, δεν είναι δουλειά σε βάθος".
Όμως εμένα μ' αρέσει. Είναι ευκαιρία για γιορτή, όπως στα πανηγύρια. Και βιάζομαι να μεγαλώσω κι εγώ, να ψηφίζω, να τρέχω στις συγκεντρώσεις, μα θα τρέχω στις συγκεντρώσεις όλων των αρχηγών και θα φωνάζω τα δικά μου. 
Αν όλοι οι αντίθετοι οπαδοί πήγαιναν σε λάθος συγκεντρώσεις, φανταστείτε τι γούστο θάχε! Ο αρχηγός, θα τάχανε, δεν θα κοκορευόταν τόσο και θα φοβόταν και λιγάκι.
Τότε θα μαζευόντουσαν οι αρχηγοί και θάκαναν μια μεγάλη συγκέντρωση σα συναυλία. Θα σήκωνε το χέρι ο πρώτος κι οι οπαδοί του θάλεγαν τα δικά τους, μετά ο δεύτερος, ο τρίτος κτλ.
Έτσι όλοι οι αρχηγοί κι όλοι οι οπαδοί θάξεραν τις γνώμες των υπολοίπων. Στο τέλος θα βάζανε και τραγούδια και τον εθνικό ύμνο κι ευτυχισμένοι θα πηγαίναμε να ψηφίσουνε έτσι στα φανερά.
Γιατί δηλαδή να ντρέπονται ή να φοβούνται και να ψηφίζουν κρυφά;
Έτσι, όλοι θα ξέραμε τι είναι ο άλλος και θα του λέγαμε τα δικά μας και θα μας έλεγε τα δικά του και κάπου θα βρισκότανε η άκρη.
Ωραία δεν τα λέω; Σα να μου φαίνεται, πως αντί για αστροναύτης θέλω να γίνω αρχηγός.
Θα με ψηφίσετε;


Τα σκουπιντού
Τα ξέρετε τα σκουπιντού; Εμείς τα φτιάχνουμε στο σχολείο, όλα τα παιδιά. Πάμε στα μαγαζιά που πουλάνε πράματα για τους ηλεκτρολόγους κι αγοράζουμε ωραία χρωματιστά καλώδια. Έπειτα βγάζουμε το συρματάκι και μένει μόνο το απέξω πλαστικό. Μ' αυτό φτιάχνουμε τα σκουπιντού μας. 
Δε φαντάζεστε πόσα σχέδια και χρώματα ξέρουμε. Μερικές φορές βάζουμε και χάντρες. Κάνουμε αγώνες ποιός θα κάνει το μεγαλύτερο σκουπιντού, ποιός το ωραιότερο. Αγώνες χωρίς βραβεία. Όμως ο νικητής νοιώθει τόσο καμάρι, που όλοι τον ζηλεύουμε. Καμαρώνει πιο πολύ κι απ' το νικητή στους ολυμπιακούς αγώνες.
Έπειτα, τα χαρίζουμε στους φίλους μας, τα κρεμάμε στο λαιμό ή στο λουράκι του ρολογιού μας. Όχι δεν είναι χειροτεχνία του σχολειού, μόνοι μας τα φτιάχνουμε, κανείς μεγάλος δε μας έμαθε, γιαυτό είναι τόσο όμορφα.
Τα υλικά μόνοι μας τ' αγοράσαμε, με το χαρτζηλίκι μας, δεν τα ψώνισε η μαμά, όπως τα χαρτιά της χειροτεχνίας.
Οι μεγάλοι δεν είναι πολύ ευχαριστημένοι, όταν φτιάχνουμε ότι μας αρέσει.
Προτιμούν να φτιάχνουμε, ότι μας λένε στο σχολείο. Γιαυτό και δεν ευχαριστούνται με τις σαΐτες ή τα βαρκάκια που σκαρώνουμε ή το ρυζοπόλεμο που κάνουμε αγόρια εναντίον κοριτσιών. 
Όχι, όχι, δεν πετάμε ρύζι όπως στους γάμους. Μόνο το βάζουμε στο κοκαλάκι του στυλού μας και το φυσάμε. Πετιέται ορμητικά σα σκάγι και τα κορίτσια νευριάζουν. Το θεωρούν πολύ αναξιοπρεπές το να μας μιμηθούν κι έτσι, άστες, καλά να πάθουν.
 Αναρωτιέμαι γιατί συνέχεια να κάνουμε πόλεμο με τα κορίτσια, λες, και είμαστε εχθροί. Η μαμά λέει, πως έτσι τάφτιαξε η φύση, όπως και στο μαγνητισμό και τον ηλεκτρισμό, τ' αντίθετα να έλκονται και τα όμοια ν' απωθούνται.
Όμως τι σόι έλξη είν' αυτή, που εκφράζεται με κλωτσιές και τσιμπιές, ένας Θεός ξέρει.
Στην αρχή νόμιζα πως αυτό συμβαίνει μόνο με μας τα παιδιά και πως όταν μεγαλώσουμε θ' αγαπιόμαστε, όπως βλέπουμε στη τηλεόραση.
 Όμως απ' ότι συζητάμε με τους φίλους μας, όλοι οι μεγάλοι κάνουν όπως και μεις τα παιδιά. Βέβαια δεν παίζουν πόλεμο, όμως συνέχεια διαφωνούν, έχουν άλλα μυαλά. 
Οι γυναίκες λένε φεμινιστικά λόγια κι οι άντρες τις κοροϊδεύουν. Οι πιο πολλοί άντρες νομίζουν, πως οι γυναίκες είναι κουτές κι οι πιο πολλές γυναίκες νομίζουν πως οι άντρες δεν ξέρουν τί τους γίνεται.
Τα ξέρω εγώ, γιατί ακόμη είμαι μικρός και δεν με διώχνουν, όταν συζητάνε γυναίκες με γυναίκες κι άντρες με άντρες. Όταν όμως ανακατεύονται, όλοι οι άντρες κάνουν τους ιππότες κι όλες οι γυναίκες τις καλές νοικοκυρές. Όλα αυτά μου φαίνονται περίεργα και δεν τα πολυκαταλαβαίνω. Τί να κάνουμε; Έτσι είν' η ζωή, που λέει κι η μαμά μου.
Πολύ διασκεδάζω και με τις εκπομπές για το παιδί και τα άρθρα στις εφημερίδες και τα περιοδικά. Όλο για ψυχικά τραύματα μιλάνε. Είναι πολύ αστείο. Αν οι γονείς μας έκαναν, ότι λένε οι ψυχολόγοι, θάπρεπε να μας βάλουνε σε γυάλα, όπως τα πολύτιμα πράματα στα μουσεία.
 Όλοι για τα παιδιά μιλάνε, αλλά ότι φτιάχνουνε είναι μόνο για τους μεγάλους. Οι δρόμοι, τα σπίτια, τα έπιπλα, τα μαγαζιά. Εμάς νομίζω δεν μας υπολογίζουν και πολύ. Και μεις, τί να κάνουμε; Υπομονή, όπου νάναι, θα γίνουμε μεγάλοι.
 Αυτοί όμως, δεν μπορούν να γίνουν πια παιδιά. Κάτι τέτοιο μόνο η Νίκη το πιστεύει. Αυτή προχθές έλεγε της μαμάς
 "Αυτή τη μαύρη μπλούζα την είχες τότε που ήσουν γριούλα;" ή πάλι λέει 
"Εγώ όταν μεγαλώσω θα γίνω αγόρι". 
Ίσως κι εγώ όταν ήμουν μικρός έτσι να τάβλεπα. Τώρα όμως ξέρω πως μερικά πράματα δεν αλλάζουν με τίποτε, ούτε και γυρνάνε πίσω.
 Όταν ήμουν πιο μικρός, έλεγα, πως όταν μεγαλώσω θα παντρευτώ τη μαμά μου. Τώρα ξέρω πως δε γίνεται. Η μαμά μου τότε θα είναι γιαγιά. Όμως θέλω η γυναίκα μου να μοιάζει στη μαμά μου. Θα την αγαπώ όπως τη μαμά μου και θέλω να μ' αγαπά κι αυτή το ίδιο. 
Στο σχολειό, μας λένε, πως οι γονείς δεν είναι συγγενείς μεταξύ τους. Αυτό μου φαίνεται πολύ παράξενο.
 Νομίζω, πως η πρώτη συγγένεια θα πρέπει νάναι του μπαμπά και της μαμάς. Λένε τόσα μυστικά οι δυό τους. Εμείς τα παιδιά δε μαθαίνουμε τίποτε. Κι όμως λένε, πως δεν υπάρχουν πιο στενοί συγγενείς, απ' τους γονείς και τα παιδιά τους. Εγώ νομίζω πως αυτό είναι λάθος. Όπως λάθος είναι και να μην είναι συγγενείς οι φίλοι. Εμένα τα ξαδέλφια μου ο Πέτρος και ο Παύλος είναι σαν αδέλφια μου. Όμως τ' άλλα μου ξαδέλφια ο Παντελής κι η Γιούλα είναι πιο ξένοι απ' τον Δημήτρη και τον Τάσο που είναι φίλοι μου, γιατί τα ξαδέλφια μου μένουν στην Καλαμάτα και δεν τα βλέπω ποτέ. Πώς λοιπόν πρέπει νάμαστε συγγενείς με το ζόρι;
Πόσο μ' αρέσουν αυτές οι ιστορίες για τους αγαπημένους φίλους!! Κι εγώ για τους φίλους μου νομίζω πως θάδινα και τη ζωή μου. Έχουμε τόσα μυστικά. Μερικά δεν τα ξέρει μήτε κι η μαμά. Δεν είμαι σίγουρος πως θα τα καταλάβει.
 Μαζεύουμε καρτούλες, κάνουμε όρκους τρομερούς, τρυπάμε τα δάκτυλά μας και ενώνουμε τα αίματά μας, όπως κάνουν οι ινδιάνοι. Πράματα μαγικά κι ωραία που οι μεγάλοι συνήθως δεν τα εκτιμούν ή κάνουν πως τα πιστεύουν όμως βλέπεις στις άκρες των χειλιών τους πως ετοιμάζονται να γελάσουν ειρωνικά. Πώς δε χωνεύω αυτά τα ειρωνικά χαμόγελα! Θέλουν να παριστάνουν τους πολύξερους και τους παντογνώστες. Λες μεγαλώνοντας να τους μοιάσω; Φτου, να φτύσω στον κόρφο μου, να κουνηθώ απ' τη θέση μου, έξω από δω.
  Μα πολύ θάθελα να μοιάσω λίγο στο μπαμπά μου, ιδίως μερικές φορές. Μοιάζει πολύ σοφός κι έξυπνος και πρέπει νάναι για να τον αγαπάει η μαμά. Αν εγώ μοιάσω σαν τον μπαμπά μου όταν μεγαλώσω, θα με αγαπήσει και θα με παντρευτεί κάποια που θα μοιάζει της μαμάς και τότε θάμαι πολύ ευτυχισμένος.
 Δεν ξέρω τί θα γίνω, σαν μεγαλώσω, τί επάγγελμα θα κάνω, αν θα γίνω εφευρέτης ή αστροναύτης μα σίγουρα θέλω να παντρευτώ μια γυναίκα σαν τη μαμά και να κάνουμε παιδιά που νάναι, όπως είμαστε εμείς τώρα. Τι άλλο να γράψω σ' αυτό το ημερολόγιο; Τελειώνει και το χαρτί.
Θα το κρύψω ξέρετε. Ίσως και να το θάψω. Δε θάθελα να το διαβάσουν οι δικοί μου. Ιδίως η μαμά. Καλύτερα να μην ξέρει, πόσο πολύ την αγαπώ. Νάναι το μυστικό μου. 
Αν το θάψω θα το βρουν μετά από χρόνια και θα το διαβάσουν σαν κάτι το πολύ σοφό. Όπως τα παλιόλογα που έγραφαν τα παιδιά στην αρχαία Θήρα. Δε θα τους φανούν παιδιακίστικες κουβέντες.
Ίσως να το ξεθάψω κι εγώ, όταν μεγαλώσω και παντρευτώ και θα το διαβάσω στα παιδιά μου.
Ελπίζω δηλαδή να προλάβω να μεγαλώσω, να μην κάνουν πόλεμο κι όταν μεγαλώσω, το υπόσχομαι, εγώ κι οι φίλοι μου, δε θ' αφήσουμε κανένα πόλεμο να γίνει ποτέ, στη γη παντού, ούτε στο διάστημα. Θάναι παντού ειρήνη.
Μόνο να προλάβουμε.

Πειραιάς 1984

Παραγωγή εντύπου:
ΚΕΝΤΡΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑΣ «ΕΡΑΤΩ» Αλκιβιάδου 211-213, Πειραιάς 185 36

Τηλ.: 4520680 - 4534613 - 4515148





Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η ιστορία του αντιπυρηνικού κινήματος και ο ειρηνιστής γιατρός Γρηγόρης Λαμπράκης