Ο δε όφις ην φρονιμότατος πάντων θηρίων


Ήταν η περίοδος που με γοήτευε. Ο Περικλής και ο Χρυσούς αιώνας! Κάθισα με μεράκι κι έγραψα ολάκερη εργασία που θα τη ζήλευαν καθηγητές σ' ένα απόγευμα. Κι όταν την παρουσίασα στην τάξη η καθηγήτρια είπε ψυχρά: "Αυτές δεν είναι σκέψεις μαθητή. Ποιος σου έγραψε αυτή την εργασία; Από πού την αντέ­γραψες;" Έμεινα άναυδος. "Κανείς, μόνος μου" κατάφερα να τραυλίσω κι η τάξη ένα κύμα απειλητικό από χαιρεκακία με κύκλω­νε με γέλια ειρωνικά κι ένιωσα —δίχως να το θέλω— χοντρά δάκρυα να κυλούν στα μάτια μου κι η καθηγήτρια μου είπε ψυχρά: "Τα δάκρυα δεν είναι απόδειξη της αθωότητας" και το κουδούνι χτύπησε κι εκείνη βγήκε άτεγκτη σα δικαστής που μόλις επικύρωσε τη δίκαιη καταδίκη κι όλοι μου οι συμμαθητές ξεχύθηκαν στην αυλή δίχως μήτε ένας να σταθεί να μου πει μια λέξη συμπάθειας.
Λίγες μέρες αργότερα ήλθε η απεργία κι εγώ για πρώτη φορά παρά τη φρίκη των γονιών μου ακολούθησα τη μαθητική διαδήλω­ση φωνάζοντας "Προίκα στην Παιδεία" και νοσταλγώντας τη σιωπή του δωματίου μου, όπου τα βράδια ξενυχτούσα διαβάζοντας Ντοστογιέφσκι και μπαίνοντας στο πετσί του "Ηλίθιου".
Μεγάλα βιβλία είναι μονάχα εκείνα που καταφέρνουν να κατα­γραφούν στη μνήμη του αναγνώστη σαν προσωπικά βιώματα. Όλα τ' άλλα είναι απλώς χρήσιμα εργαλεία για την ανασκαφή των γνώσεων. Κι εγώ έζησα περισσότερο μέσα από τα βιβλία. Τα σύγχρονα ιστορικά γεγονότα περνούσαν διάφανα δίχως να με αγγίζουν. Πήγα στους βασιλικούς γάμους και χειροκρότησα τις παράτες με θάμπος. Κι όταν πέθανε ο βασιλιάς θυμάμαι ότι έκλεισαν το σχολειό λόγω πένθους. Τα γεγονότα της αποστασίας φέρνουν μια μακρινή ηχώ από ανθρώπους που φωνάζουν στους δρόμους κι η δικτατορία αντιλαλεί στρατιωτικά εμβατήρια από ραδιοφώνου και την απόλυτη σιωπή που απλώνεται στους δρόμους της Αθήνας όπου απαγορεύτηκε η κυκλοφορία. Δεν είχα πολιτικές απόψεις, γιατί οι γονείς μου πίστευαν ότι μόνος μου πρέπει να διαμορφώσω πολιτική άποψη και δε μου έλεγαν ούτε τι ψηφίζουν. "Η πολιτική δεν είναι ποδόσφαιρο και ίο δικαίωμα της μυστικής ψήφου απα­ραβίαστο", έλεγε ο πατέρας όταν επέμενα να μάθω, μαθητής του δημοτικού ακόμη για νά 'χω μια σημαία να τσακώνομαι με τους άλλους στα διαλείμματα. Έτσι οι ασχολίες μου την εποχή της εφηβείας μεταφέρθηκαν στο μπάσκετ —που ήταν τότε ελιτίστικος αθλητισμός- και στο κυνήγι του ποδόγυρου. Η δικτατορία δε μ' ενόχλησε. Δεν έτυχε ν' ακούσω τους ψιθύρους για τα Μακρονήσια. Τώρα παραξενεύομαι πώς οι δικοί μου —που άκουγαν κρυφά Ντόυτσε Βέλλε— απέφευγαν να μου μιλούν για κάτι τέτοια θέματα. Ήταν τόσος ο φόβος, έπρεπε να φυλάγεσαι από παντού, μ' είχαν μοναχοπαίδι κι απ' ό,τι έμαθα αργότερα ο πατέρας είχε κάτι προβλήματα μετά το πραξικόπημα του Ιωαννίδη, όταν τον κάλεσαν στην Ασφάλεια γιατί λέει, κάποτε σ ένα λεωφορείο είχε εκφραστεί υπέρ του Αντρέα. Έτσι εγώ προσωπικά δεν είχα τίποτε να καταλογίσω στους χουντικούς. Μια φιλενάδα μου μάλιστα ήταν ερωτευμένη με τον πολύ Γεωργαλά. Μ' έβαλε να τη συνοδεύσω σε μια του ομιλία. Ήθελε να του σφίξει το χέρι γιατί τά 'λεγε τόσο καλά. Τα κατάφερε.
— Δεν έπρεπε να φορέσω κολώνια, μού 'λεγε μετά Θά 'μενε τ' άρωμά του στο χέρι μου.
Για μένα η λογική της δικτατορίας ήταν κάλπικη, όσο κι οι ομιλίες των ιεροκηρύκων στην εκκλησιά. Τις παρακολουθούσα με κάποιο θαυμασμό. Αναρωτιόμουν πώς μπορεί κάποιος για τόσην ώρα να χρησιμοποιεί τόσο πολλές καμπανιστές λέξεις με τρύπιο νόημα Ήταν μάθημα ζωής. "Φοβού τον λόγο" πρόσταζε. Δε φτάνεις στην Αλήθεια απαριθμώντας επιχειρήματα. Η λογική δεν είναι πάντα η πιο σίγουρη οδός. Η πυξίδα κρύβεται βαθύτερα. Έπρεπε να την ανακαλύψω κείνη τη δύσκολη χρονιά των μεγάλων αποφά­σεων.
Αλήθεια δεν είναι ούτε η θρησκευτική πίστη. Γι' αυτό πρόλαβε να με πείσει ο θείος Μενέλαος, ο σύζυγος της θείας Ρωξάνης, αδελφής της μαμάς. Αυτό που θυμάμαι πρώτα πρώτα είναι το σπίτι ή καλύτερα η δυσάρεστη οσμή του, κάτι ανάμεσα σε κουζίνα και βόθρο. Στη θέση ίου σήμερα ακαλαίσθητη πολυκατοικία. Τότε ήταν ένα ερειπωμένο νεοκλασσικό, χωρισμένο σ' ενοικιαζόμενα δωμάτια με κοινή κουζίνα και τουαλέτα. Οι θείοι είχαν νοικιάσει δυο δωμάτια. Το ένα, η κρεβατοκάμαρη είχε παράθυρο στο δρόμο και κάτω απ' το κρεβάτι το δοχείο νυχτός, όπου με συμβούλευε η θεία ν' αλαφρώνω, γιατί παιδί πράμα, ποιος ξέρει τι μπορούσε να κολλήσω στην κοινόχρηστη την τουαλέτα. Το άλλο, το καθιστικό, όπου συνήθως μαγείρευαν με τη γκαζιέρα πάνω στο τραπέζι εξωτικά για μένα φαγητά, όπως κουκιά ή κουνουπίδι γιαχνί, έβλεπε σ' ένα σκοτεινό φωταγωγό, που δεν άφηνε όλες αυτές τις μυρουδιές να αποδράσουν. Φαίνεται ότι όλοι απέφευγαν την αναγκαστική συμβίωση της κουζίνας, έτσι που το σπίτι βρωμούσε πριν ακόμη πατήσεις πόδι στην εσωτερική εξώπορτα. Ανεβαίνοντας τη φαρδιά σκοτεινή ξύλινη σκάλα που έτριζε μέχρι να φθάσεις σ' ένα ευρύ­χωρο δωμάτιο που κάποτε θα ήταν χώρος υποδοχής έπρεπε να εξοικειωθείς με την παγωνιά, τη σκοτεινιά, και κυρίως με τις μυρωδιές που σού 'φερναν αναγούλα Σ' αυτή την αίθουσα υποδοχής, που αργότερα τεμαχίστηκε με κόντρα πλακέ σε κουζινίτσες και καμπινέδες στενάχωρους σα ντουλάπες, άνοιγαν οι εσωτερικές πόρτες που έκλειναν την ιδιωτική ζωή των επιμέρους ενοικιαστών. Προνομιούχοι λογαριάζονταν οι ένοικοι του γωνιακού δωματίου που είχαν στη διάθεσή τους κι ένα φαρδύ μαρμάρινο μπαλκόνι με θέα στη μικρή πλατεία.
Ο θείος Μενέλαος ήταν γερό μυαλό, αν και θρησκόληπτος. Ήξερε πέντε γλώσσες και έγραφε καλά, τουλάχιστον στα νιάτα του, στιχάκια στο ύφος του Γ. Βερίτη, που εξακολουθούσε να θεωρεί σαν το απαύγασμα της ποιητικής τέχνης. Σ' αυτόν οφείλονται τα σπέρματα της απιστίας μου. Ανήκε σε μια παραεκκλησιαστική οργάνωση και εκκλησιαζόταν τακτικά, πήγαινε στους κύκλους τους και μοίραζε φυλλάδια στους δρόμους. Οι γονιοί μου εκτιμούσαν απ' αυτόν μόνο τη σιγουριά του επαγγέλματος του. Ήταν τραπεζικός δηλαδή κατά την τρέχουσα αντίληψη της εποχής κάτι καλύτερο από δημόσιος υπάλληλος, ιδανικός σύζυγος για τη θεία Ρωξάνη που δεν είχε κανένα προσόν, ασχημούλα, επάγγελμα οικιακά και με μικρή προικούλα. Ήταν θεοσεβούμενη ή έπαιζε αυτό το ρόλο για να μην του χαλά το κέφι; Δεν το έμαθα ποτέ. Πάντως και μετά το θάνατο του θείου δεν έπαψε να συχνάζει στις ομάδες, όπως δε θά 'παυε ένας άντρας να συχνάζει στο καφενείο της γειτονιάς.
Ο θείος ήταν τυπικός Ταρτούφος. Έτρωγε τον περίδρομο καυτηριάζοντας τις διαιτητικές συνήθειες των συγγενών, ακόμη και στο πασχαλινό τραπέζι απαιτούσε τη μεγαλύτερη μερίδα απ' το καλύτερο κομμάτι και διαρκώς παραπονιόταν για την κούραση που ένιωθε. Πήγαινε μέχρι το μεσημέρι στη δουλειά κι όλο τ' απόγευμα έμενε ξαπλωμένος στο κρεβάτι με κλειστά παράθυρα ακούγοντας κλασική μουσική από το Τρίτο, το μόνο πρόγραμμα ραδιοφώνου που επιτρεπόταν ν' ακούγεται στο σπίτι του, αφού ήταν το μόνο που δεν ρύπαινε τη συνείδησή του με ήχους ελαφρολαϊκών ασμάτων. Διακήρυττε ευθαρσώς την εύνοιά του στη δικτατορία που καθάρισε για κάμποσες μέρες τα ερτζιανά από τους ρύπους της χυδαιότητας, επιτρέπονιάς του για πρώτη φορά να περιφέρει ανενόχλητα το κουμπί του ραδιοφώνου του. Τα στρατιωτικά εμβατήρια δεν ήταν ψυχοκτόνα και απ' ότι ψιθυριζόταν οι άνθρωποι των χριστιανικών ομάδων είχαν διασυνδέσεις στη νέα κατάσταση που είχε για σλόγκαν το "Ελλάς Ελλήνων χριστιανών". Το σπίτι ήταν βρώμικο και φτωχικό, όμως ο θείος ήταν από τους πρώτους που αγόρασαν μαγνητόφωνο για να επιβάλει σε όλους την ακρόαση του "Μεσσία" του Χαίντελ και να μην παύει να επαναλαμβάνει την ιστορία της δι' επιφοιτήσεως συγγραφής του από το συνθέτη. Ο πατέρας μου συνήθιζε να τον δουλεύει ότι αυτό το "Αλληλούια" ήταν αιρετικό για την ορθόδοξη πίστη του, αλλά ο θείος δεν έπαυε να επαναλαμβάνει ξανά και ξανά στη διαπασόν τον "ύμνο της χαράς" προκαλώντας την οργή των υπόλοιπων ενοικιαστών, ειδικά την εποχή που τα παιδιά των απέναντι βρίσκονταν στην εφηβεία και τον εκνεύριζαν κάνοντας κόντρες ηχητικές με Μπήτλς και Έλβις Πρίσλεϋ. Ο θείος δεν έβγαινε να τους βρίσει. Έβαζε κι αυτός το Χαίντελ στη διαπασόν, έκλεινε τα μάτια και προσευχόταν για τη σωτηρία της ψυχής των απολωλότων. Η θεία έπαιζε το ρόλο του ΟΗΕ και τα παιδιά που συνήθως είχαν σοβαρότερες ασχολίες απ' ίο να πικάρουν το γείτονα εγκατέλειπαν τον αγώνα για το κυνήγι του ποδόγυρου, αφήνοντας το θείο με τη γεύση της αναζωογονημένης πίστης για τη δύναμη της προσευχής. Μαζί είχαμε τσακωθεί πέντ' έξι φορές όταν αμφισβητούσα τα δόγματά του πιότερο, γιατί σιχαινόμουν την αυταρέσκειά του, παρά από πρόθεση σοβαρής συζήτησης. Το έβλεπα ότι ο άνθρωπος δεν ήταν καλά.
Πίστευε ότι είναι ο μόνος εκλεκτός του Θεού, ο μόνος άξιος να διασωθεί όπως ο Λωτ στα Σόδομα. Ήταν απ' αυτούς που δεν το έχουν σε τίποτε στ' όνομα του Θεού να μπουκάρουν σ' ένα γήπεδο μ' ένα αυτόματο καθαρίζοντας την ανθρωπότητα από μερικές χιλιάδες αμαρτωλούς. Σιγά σιγά η θρησκευτική του εμμονή έγινε μανία καταδίωξης. Πίστευε, ειδικά μετά τη μεταπολίτευση που εξανέμισε τις ελπίδες του για την επιβολή του θελήματος του Θεού επί της γης, ότι στην Τράπεζα τον καταδιώκουν οι άπιστοι βάζοντας σκόπιμα μικρούς λαμπτήρες για να τον τυφλώσουν. Όταν τα πράγματα σοβάρεψαν άρχισε να μπαινοβγαίνει στα ψυχιατρεία. Πάνω σε κάποιο ηλεκτροσόκ έπαθε το πρώτο έμφραγμα. Πέθανε σαν το σκυλί στη μέση του δρόμου, έξω από κάποιο σχολειό την ώρα που μοίραζε φυλλάδια για την αγνότητα των νέων. Κανείς δεν έκλαψε στην κηδεία του. Όλοι ένιωσαν ανακούφιση σα να λευτερώθηκαν από κάποιαν αόρατη απειλή.
Η απειλή υπήρχε παντού. Νωρίς κατάλαβα ότι δε ζούμε σε κοινωνία αγγέλων. Παραμονή του Ευαγγελισμού, πηγαίνοντας στη σχολική γιορτή με το λεωφορείο κάποιος ασυνείδητος μου έκλεψε το πορτοφόλι μέσα από την τσέπη μου. Ήταν βαρύ, γεμάτο κέρματα Είχα μαζέψει αυτό το θησαυρό εξοικονομώντας δραχμή δραχμή τον τελευταίο μήνα για να κάνω δώρο στη γιορτή της μάνας μου. Κι αυτός ο τιποτένιος πορτοφολάς βρήκε εμένα να ληστέψει. Μέχρι τότε φανταζόμουν τους κλέφτες ρομαντικά. Κάτι σαν το Ρομπέν των Δασών που αποδίδει κοινωνική δικαιοσύνη σ' ένα ανάξιο κράτος. Κάτι σαν το Γιάννη Αγιάννη που η πείνα τον ανάγκασε να κλέψει κάποιο ψωμί, που έτσι κι αλλιώς θα σάπιζε απούλητο στη βιτρίνα κάποιου φούρνου. Αυτό το περιστατικό μου αποκάλυψε μια νέα πραγματικότητα. Την παντοκρατορία της κλοπής σε κάθε ανθρώπινη συναλλαγή, σ' ένα κόσμο όπου τα αισθήματα είναι αδυναμία.
Στη ζωή μου έχασα πολλές φορές λεφτά, αντικείμενα, πρόσωπα αγαπημένα. Τίποτε δε με πόνεσε τόσο όσο η απώλεια αυτού του γεμάτου με κέρματα πορτοφολιού. Δε μπορούσα να το αντικαταστήσω. Δε μπορούσα να κάνω τίποτε για να αναπληρώσω το κενό. Αντιπροσώπευε τη στέρηση του κουλουριού για ένα μήνα και το πήγαιν' έλα με τα πόδια στο σχολειό. Δεν ήταν το αεριτζήδικο χρήμα που τώρα κερδίζω άνετα με τις επιχειρήσεις, που το ίδιο άνετα το σπαταλώ και που, χάσω- κερδίσω, δεν έχει και μεγάλη σημασία Όλα είναι μέσα στο παιχνίδι, όπως ακριβώς στο τζόγο. Τώρα που παίζω στο χρηματιστήριο, ξέρω καλά ότι αυτά τ' αστρονομικά ποσά είναι ακατανόητα στο γεωργό, που σπέρνει και καλλιεργεί με την προσδοκία του θερισμού και που αν δεν πάει καλά η χρονιά λιμοκτονεί ταγμένος στην αδήρητη αναγκαιότητα του 1+1=2. Και δε μιλώ για το γεωργό που κλείνει με τα τρακτέρ την εθνική διεκδικώντας τη ρεμούλα των επιδοτήσεων και που συνήθως παίζει και στο Χρηματιστήριο, αλλά για την ιδεατή εικόνα του ανθρώπου που εξαρτά την επιβίωσή του μόνο από ένα κομμάτι γης. Εμείς προεξοφλούμε την αξία του μελλοντικού σταριού του παίζοντας με τα νούμερα σ' ένα κόσμο, που ποτέ δεν ισχύει η αλήθεια του άδειου τραπεζιού. Ακόμη κι αν χάσουμε θα βρούμε τον τρόπο να ρεφάρουμε ποντάροντας ξανά σε μια νέα απρόσωπη ιδέα. Και τα ποσά που διαχειριζόμαστε κάθε φορά είναι πολλαπλάσια του ποσού που θα μπορούσε να εξοικονομήσει δουλεύο­ντας σα σκυλί όλη του τη ζωή ο κάθε μισθωτός, που ξεκουκίζει, μεροδούλι μεροφάι, τις μονότονες μέρες μέχρι την πενιχρή του σύνταξη. Δεν έφτιαξα εγώ τους κανόνες του παιχνιδιού. Το πάθημα στο λεωφορείο μου έγινε μάθημα. Προλαβαίνω τις κινήσεις του αδίστακτου κλέφτη. Γίνομαι πονηρότερος από την αλεπού, πιο ύπουλος από το φίδι, πιο αρπαχτικός από την ύαινα. Ο κόσμος είναι ζούγκλα κι ο άνθρωπος αν θέλει να επιβιώσει πρέπει ν' αποδεικνύει κάθε στιγμή ότι είναι ο πρώτος στην αγέλη, ότι του αξίζει να βασιλεύει σ' ένα κόσμο όπου τα αισθήματα ενός παιδιού που ήθελε να προσφέρει ένα φτηνοδωράκι στη μάνα του είναι ασήμαντα μπροστά στην αναγκαιότητα της ληστείας.
Aπόσπασμα από "Ονείρου απατηλότερα"  2η συνέχεια




Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας