Πολύμνια


ΠΟΛΥΜΝΙΑ



Την ίδια εποχή έζησα από κοντά το πρώτο διαζύγιο, συμβάν σπάνιο τότε ακόμη τουλάχιστον στον κοινωνικό μας περίγυρο. Ο θείος Μάκης ήταν πρωτοξάδελφος της μαμάς και κάτι περισσότερο, σαν αδελφός της. Γιος της θείας Πολύμνιας που είχε παντρευτεί μεγαλοκοπέλα με έναν ηλικιωμένο έμπορο και που επειδή άργησε να καρποφορήσει μπαινόβγαινε στο σπίτι της γιαγιάς, όπως τουλάχιστον μου ιστορούσαν, και δανειζόταν τη μαμά, που ήταν κι αναδεξιμιά της για να διοχετεύει το μητρικό της φίλτρο, είχε μάλιστα κάνει την πρόταση να υιοθετήσει τη μαμά ποντάροντας στην περιουσία του άντρα της, που έπρεπε να έχει κληρονόμο και ίσως η γιαγιά να ενέδιδε στα παρακάλια της αδελφής της με βαριά καρδιά αν την τελευταία στιγμή επιτέλους η θεία Πολύμνια δεν έμενε έγκυος στο θείο Μάκη που πέρασε τα πρώτα του παιδικά χρόνια σαν πασάς, απολαμβάνοντας την υπερστοργή που χαλάει όλα τα γεροντόπαιδα. Αλλά δεν ήταν τυχερός, αφού πριν καλά καλά κλείσει τα πέντε, απόμεινε ορφανός και πάμπτωχος, όταν με το θάνατο του πατέρα του όλη η περιουσία εξανεμίστηκε, τόσο γιατί ούτε ο μακαρίτης δεν είχε προβλέψει να την εξασφαλίσει, ούτε η θεία Πολύμνια ήξερε πώς να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της μπροστά στα κοράκια, τους συνεταίρους του.
Έτσι η θεία Πολύμνια, όπως οι περισσότερες χήρες, κρεμάστηκε στο γιο της κι άρχισε να κάνει οποιαδήποτε δουλειά για να μη στερηθεί το παιδί τίποτε. Ο θείος Μάκης, όπως τον πρωτοθυμάμαι ήταν ένας γοητευτικός, φιλόδοξος φοιτητής της φιλολογίας, υπό­δειγμα υϊκής στοργής, που δούλευε σπουδάζοντας για να ξεκου­ράσει τη μάνα του, που είχε φάει τα χέρια της στις ξένες μπουγά­δες. Εκτός από τα φροντιστήρια που έκανε σε λογής λογής στουρνάρια, έψαλλε και στην εκκλησιά, αφού ήταν καλλίφωνος κι από παιδί στα ψαλτικά, για να εξασφαλίσει πρόσθετο εισόδημα. Θυμάμαι μάλιστα τα κουφέτα, που με κερνούσε η θεία Πολύμνια ψαρεύοντάς τα από κάτι μεγάλα γυάλινα βάζα, συλλογή από τους γάμους στους οποίους ο θείος έψαλλε, ενώ τα τούλια από τις μπουμπουνιέρες τα κεντούσε προσεκτικά και τα έκανε πετσετάκια που μ' αυτά στόλιζε κάθε γωνιά του φτωχικού τους.
Ο θείος Μάκης, στη αρχή, όπως μάθαινα ακούγοντας, θέλοντας και μη, τις ατέλειωτες συζητήσεις της θείας στη μαμά μου, είχε πάρει ολισθηρό μονοπάτι. Φοιτητής ακόμη τάμπλεξε με μια Καλαματιανή, που ήταν κατά τα λεγόμενα της θείας διαόλου κάλ­τσα. Αντικειμενικά ήταν απλώς μια συμφοιτήτριά του, κόρη μάλι­στα γυμνασιάρχη και τα είχαν τουλάχιστον για τρία χρόνια χωρίς κανένα πρόβλημα μέχρι που η θεία Πολύμνια έβαλε την ουρίτσα της. Το τι της έσυρε δεν το χωρά ο νους τ' ανθρώπου. Πες πες με τους κατάλληλους ελιγμούς, πότε κλαίγοντας και πότε απειλώντας, πότε "αρρωσταίνοντας" και πότε με καλοπιάσματα κατάφερε να τους χωρίσει. Ίσως βέβαια η θεία να ήταν απλώς η αφορμή κι ο δεσμός του να είχε διαγράψει την τροχιά του, ίσως να είχε εξα­ντληθεί η δυναμική αυτή της σχέσης, όπως συνήθως συμβαίνει στις σχέσεις των ανθρώπων.
Μετά το χωρισμό του απ' τη φοιτήτρια, θυμάμαι πολύ έντονα μια σκηνή στο μπάνιο, όπου ο θείος Μάκης ξυριζόταν μπροστά στον καθρέφτη και στ' αστεία με πασάλειβε με το πινέλο σαπουνάδες δίνοντάς μου ταυτόχρονα συμβουλές για το πως πρέπει να είναι ένας άντρας. Τον θαύμαζα. Μου φαινόταν τέλειος. Ο άντρας που θά 'θελα να γίνω όταν μεγαλώσω.

— Εγώ, μου είπε, ενώ τον κοιτούσα με μάτια ερωτευμένα, δεν πρόκειται ποτέ να παντρευτώ αν η γυναίκα μου δεν είναι όμορφη σα μανεκέν, νοικοκυρά σαν τη μάνα μου και με μεγάλη προίκα. Κάθε άντρας πρέπει να ξέρει τι αξίζει και να πουλά πολύ ακριβά το τομάρι του.
Κείνη την εποχή δε σκεπτόμουν καθόλου το γάμο. Όμως η κου­βέντα για το τομάρι λειτούργησε σα μια καρφίτσα ύπουλη, που ξεφούσκωσε απότομα το θαυμασμό που έτρεφα για το θείο. Κάπου στο βάθος της ψυχής μου έψαχνα μια γυναίκα που θ' άξιζε να αγαπήσω. Όμως τότε ακόμη ήμουν παιδάκι στο δημοτικό. Ίσως ο γάμος του θείου Μάκη να έδρασε πάνω μου καταλυτικά τόσο, που μετά την εφηβεία μου δεχόμουν τον έρωτα των γυναικών σαν κάτι που μου ανήκε δικαιωματικά, δίχως ποτέ ν' ανταποδώσω την αγάπη.
Κάποιο βράδυ χειμωνιάτικο η θεία Πολύμνια ήλθε ενθουσιάσμένη στο σπίτι μας, την ώρα που ετοιμαζόμαστε για ύπνο να μας ανακοινώσει τα ευχάριστα. Το συνοικέσιο που ονειρευόταν για το γιο της είχε έλθει επιτέλους σε ευτυχή κατάληξη. Υποψήφια νύφη η Στέλλα, μια κοπελίτσα τρία χρόνια μεγαλύτερή μου, που μόλις είχε αποφοιτήσει από την Ελληνοχριστιανική Παιδεία. Η θεία είχε δουλέψει αρκετά χρόνια στο σπίτι τους, νταντεύοντας ίο μικρό της αδελφό κι είχε ζήσει από πρώτο χέρι το χριστιανικό ζήλο αυτής της ευλογημένης οικογένειας, όπου όλες οι γενιές συστεγάζο­νταν. Στο σπίτι ζούσαν και οι γέροι γονείς της μαμάς της Στέλλας, όλοι φρόντιζαν με αξιοθαύμαστη στοργή την επί δέκα χρόνια κατάκοιτη γιαγιά, ενώ ο ογδοντάχρονος παπούς εξακολουθούσε να επιβλέπει το κρεοπωλείο που είχε στην κεντρική αγορά.


— Και προίκα, Αθηνά μου, κατέληξε η θεία. Ολόκληρο τριώροφο μ' επίπλωση κομπλέ και μετοχές. Τι εργολάβος οικοδομών θα ήταν ο μπαμπάς της αν δε μπορούσε να προκόψει; Κι αν δεις τα προικιά! Όλα κεντημένα με το μονόγραμμά της! Χρυσοχέρα η μαμά της και με τρεις υπηρέτριες πάντα στο σπίτι. Και το κορίτσι άβγαλτο και σεβαστικό. Πάντα με το σεβασμό μου φερόντουσαν σ' αυτό το σπίτι. Και τώρα μόλις καταλήξαμε, μου φίλησε το χέρι κι είπε "Με την ευχή σας μητέρα".
Τότε σκεπτόμουν ότι μια από τις υπηρέτριες ήταν κι η θεία Πολύμνια γι' αυτούς τους παράξενους ανθρώπους και δεν καταλά­βαινα το ενδιαφέρον τους να παντρέψουν έτσι βιαστικά τη μονα- χοκόρη τους μ' ένα φτωχό φιλόλογο, γιατί -αν και παιδί— ήμουν σίγουρος ότι δε μπορούσαν να διακρίνουν τα υπόλοιπα προσόντα του θείου Μάκη. Η κοπέλα τάχατες τον ερωτεύτηκε; Ποτέ ο έρω­τας δεν ήταν σημαντικός σε τέτοιου είδους αποφάσεις. Ήθελαν με το πτυχίο του θείου ν' αποκτήσουν χρυσόσκονη κουλτούρας σ' ένα σπίτι όπου κανείς απ' τους ενήλικες δεν είχε ούτε το απολυτήριο του γυμνασίου; Γιατί βιαζόντουσαν να την παντρέψουν; Γιατί δεν την άφηναν να προχωρήσει στις σπουδές της; Δεν ήταν ξου­ράφι μυαλό, αλλά δεν ήταν και ηλίθια. Τέλειωσε το γυμνάσιο χωρίς να χάσει ούτε μια χρονιά Ήθελε μήπως ο πατέρας να την κάνει πιστό αντίγραφο της μάνας της;
Πάντως ο θείος Μάκης δεν είχε τέτοιες απορίες. Για κείνον ήταν σίγουρο τ' ότι τα πεθερικά όπως του είπαν την κρίσιμη μέρα των προξενιών, εκτίμησαν το γεγονός ότι ήταν αυτοδημιούργητος κι επιστήμονας, χριστιανικών αρχών και ψάλτης και ήξεραν από τη μάνα του την αγωγή που είχε πάρει, έτσι που να είναι σίγουροι ότι μπορούν να του εμπιστευθούν τον πολυτιμότερο τους θησαυρό, τη Στέλλα. Ο θείος Μάκης τώρα κορδωνόταν για το Βόλβο του πεθερού. Με παραξένευε η χρήση της μάρκας σαν καθοριστικού του αυτοκινήτου, γιατί κείνη την εποχή όλα τα IX ίδια μου φαινόντουσαν. Τα μόνα που ξεχώριζαν ήταν κάποια αμφίβια που είχαν και προπέλα και τα έκρινα τόσο βολικά αφού αγαπούσα τη θάλασσα, ώστε παραξενευόμουν γιατί όλα τα γιωταχί δεν ήταν τέτοια μάρκα.

Η θεία Πολύμνια μας είχε επιβάλει την άποψη ότι αφού είμαστε οι στενότεροι και πιο ευπρόσωποι συγγενείς έπρεπε να παίξουμε καθοριστικό ρόλο σ' αυτό τον ευλογημένο γάμο. Σχεδόν μας κατέστησε υπεύθυνους για την ομαλή εξέλιξη των πραγμάτων. Έτσι σε μένα έπεσε η αγγαρεία του να συνοδεύσω το θείο Μάκη στο παρθενικό τους ταξίδι και μάταια προσπαθούσε η μάνα μου να με ψήσει ότι διαμαρτύρομαι από ιδιοτροπία για ένα τόσο ευχάριστο περίπατο, όπου στο κάτω κάτω έξω απ' την καημένη τη Στέλλα όλο άντρες θα είμαστε. Έτσι το περίφημο Βόλβο το πρωτογνώρισα στο παρθενικό ταξίδι του λογοδοσμένου ζεύγους. Μου φάνηκε πληκτικό και στενάχωρο, ίσως επειδή είχα στριμωχθεί στο πίσω κάθισμα με το θείο Μάκη στη μέση, τη Στέλλα στο παράθυρο πίσω απ' το κάθισμα του οδηγού, που ήταν ο μεγάλος αδελφός, με συνοδηγό το μικρότερο. Πήγαμε στη λίμνη του Μαραθώνα, εξαιρετικά ρομαντικό μέρος περιπάτου εκείνο τον καιρό, και στην επιστροφή ο θείος πολύ προσεκτικά για πρώτη φορά άπλωσε το χέρι του πάνω απ' την πλάτη κι αγκάλιασε τη Στέλλα που κοκκίνησε από ντροπή. Το θέαμα μ' ενοχλούσε τόσο, που μέχρι να επιστρέψουμε με πονούσε ο σβέρκος, απ' τη επίμονη στροφή της κεφαλής επί δεξιά προς τ' ανοιχτό παράθυρο για ν' αποφύγω την επώδυνη θέα της επίπλαστης τρυφερότητας, ενώ τ' αδέλφια της από μπροστά καλαμπούριζαν, χαχάνιζαν και τραγουδούσαν τα λαϊκά, που ξερνούσε στη διαπασόν το ραδιόφωνο. Μου 'ρχόταν ναυτία Ήξερα ότι δεν την αγαπά Ήξερα ότι αγκάλιαζε την προίκα της, ότι προσπαθούσε να την εκπαιδεύσει να γίνει η γυναίκα που ονειρευόταν καθώς ξυριζόταν στο μπάνιο. Μου φαινόταν χαζή. Όμορφη, κάπως παχουλή για τα μέτρα της εποχής, αλλά εντελώς άβγαλτη, σα χάνος. Τ' αδέλφια της τα σιχαινόμουν. Είχαν την ευγένεια του αφεντικού προς τον υφιστάμενο κι ήταν σαματατζήδες, όπως όλοι οι νεόπλουτοι.
Οι αρραβώνες προετοιμάστηκαν με κάθε προσοχή. Η μαμά αγόρασε καινούριο φόρεμα κι εγώ κι ο μπαμπάς καινούριο κουστούμι, ενώ επειδή τα οικονομικά μας δεν ήταν ιδιαίτερα ανθηρά, η μαμά έδωσε ένα δικό της χρυσαφικό, που το διάλεξε η θεία Πολύμνια "για να μη ντροπιαστούμε" στο χρυσοχόο για γυάλισμα, πριν το προσφέρει στη νύφη. Απορούσα με την ανοχή του μπαμπά και την υποταγή της μαμάς στις εξωφρενικές απαιτήσεις της θείας. Ο γάμος αυτός εκείνη τη χρονιά φάνταζε σαν το μοναδικό γεγονός στη ζωή μας. Ο αρραβώνας μ' εντυπωσίασε. Μιας κι ο πατέρας της είχε μετοχές σε κάποιο ξενοδοχείο, η δεξίωση είχε οργανωθεί μ' εκπληκτική για τα τότε μέτρα μου μεγαλοπρέπεια. Θυμάμαι ακόμη το γουρουνάκι ξεροψημένο με το μήλο στο στόμα να γεμίζει το τραπέζι μιας μάλλον στενάχωρης τραπεζαρίας και τον παπά να ευλογεί τις βέρες μετά από κάποιο σύντομο λόγο. Έπειτα όλοι οι συγγενείς πέρασαν ν' ασπαστούν τους αρραβωνιασμένους, καταθέτοντας τα δώρα τους, έτσι που στο τέλος η ταλαίπωρη Στέλλα με τόσα χρυσαφικά έμοιαζε με λατέρνα. Η θεία Πολύμνια πάντως για βδομάδες μετά, ερχόταν καθημερινά να υμνήσει τις χάρες της νύφης και την πολυτέλεια των αρραβώνων κι η μαμά έδειχνε ν' απολαμβάνει το γεγονός, σα νά 'τανε δικό της.
Κάθε Κυριακή τα συμπεθεριά πήγαιναν στην εκκλησία που έψελνε ο θείος Μάκης κι η Στέλλα καμάρωνε σα γύφτικο σκερπάνι. Το τριώροφο επισκευαζόταν με γοργούς ρυθμούς, ο τρίτος όροφος για το ζευγάρι, οι άλλοι δυο για νοίκιασμα. Ήταν στον ίδιο δρόμο με το πατρικό της νύφης κι η θεία πολύ καμάρωσε όταν μόνοι τους οι συμπέθεροι της έδειξαν αυτό που προοριζόταν να γίνει το "δωμάτιο της μητέρας". Η μαμά βέβαια ξέροντας την καταλυτική επίδραση της θείας στην προηγούμενη ιστορία, έλεγε στο μπαμπά ότι οι άνθρωποι πάνε να βγάλουν μόνοι τους τα μάτια τους, όμως η θεία έδειχνε τόσο συνεπαρμένη κι εγκωμιαστική, που οι κάποιες νύξεις της μαμάς για την ανάγκη μοναξιάς του αντρόγυνου, τον πρώτο τουλάχιστο καιρό, έπεφταν στο κενό κι έτσι παρασυρθήκαμε να παρακολουθούμε ανελλιπώς τ' ανακοινωθέντα για την εξέλιξη των επισκευών, την αγορά των επίπλων, το ντεκορατέρ που σχεδίασε τη διακόσμηση, τις γερμανικές οικιακές συσκευές και τα χειροποίητα χαλιά που σκέπαζαν τα δρύινα πατώ­ματα. Και βέβαια όταν έφθασε η ευλογημένη ημέρα του στρωσίματος του κρεβατιού, τα πεντόλιρα έπεφταν σα χαλάζι στο λουλουδάτο κουβερτόριο.
Επιτέλους έφθασε κι η ποθητή ημέρα του γάμου κι η θεία Πολύμνια χαράτσωσε όλους τους συγγενείς κανονικά, επιβάλλοντας τι δώρο θα έπρεπε να κάνει ο καθένας για να μη ρεζιλευτούμε οικογενειακά στην πολύφερνη νύφη. Ο γάμος μένει άτονος στη μνήμη μου. Το ζευγάρι αναχώρησε για ταξίδι του μέλιτος στην Κέρκυρα, ενόσω η θεία Πολύμνια εγκαταστάθηκε στο νυφικό σπίτι κι άρχισε να σκαλίζει τα συρτάρια με αξιοζήλευτο ζήλο. Έμοιαζε με κοριτσάκι που παίζει με κουκλόπανα, καθώς σχεδόν κάθε βράδυ κάποιο αντικείμενο ερχόταν να επιδειχθεί στο σπίτι μας και να επιστρέφει με χέρια στοργικά στην πρώτη του θέση, έτσι που κανείς ούτε η νύφη, ούτε προπαντός η συμπεθέρα, να μη καταλάβουν τίποτε.

Αυτή η βδομάδα ήταν για τη θεία Πολύμνια η πιο ευτυχισμένη στη ζωή της. Ήταν στο κολοφώνα της δόξας της, κυρίαρχη στο σπίτι του γιου της. Ένιωθε δικό της το κάθε κρύσταλλο και το κάθε πετσετάκι. Χάιδευε τα καινούρια έπιπλα, ξεσκόνιζε τα κατακάθαρα δωμάτια και σιδέρωνε ξανά και ξανά τα καλοδιπλωμένα ρούχα. Θυμάμαι ακόμη κάποιο απόγευμα, που ήλθε πανικόβλητη γιατί είχε κάψει στο σίδερο μιαν ολοκαίνουρια νυχτικιά και παρακαλούσε τη μαμά μήπως βρεθεί στα μαγαζιά μια ολόιδια για να την αντικαταστήσει πριν γυρίσουν τα παιδιά απ' το ταξίδι. Η θεία Πολύμνια άνθιζε λες κι εκείνη ήταν η νιόπαντρη, απολάμβανε όλα όσα είχε στερηθεί στο γάμο της. Άλλωστε τι καλύτερο ερωτικό υποκατάστατο από το γοητευτικό της γιο; Κι αν ήταν να τον μοιράζεται με μιαν άβουλη νύφη, αυτό καθόλου δεν την ενοχλούσε. Αντίθετα ήταν αναγκαίο, αν ήθελε να εξασφαλίσει το πολυπόθητο εγγόνι, που σκόπευε να αναθρέψει η ίδια, ακριβώς όπως είχε αναθρέψει το γιο της.
Η επιστροφή στην καθημερινή ρουτίνα, με την επιστροφή του ζεύγους, δε μείωσε αρχικά τον ενθουσιασμό της θείας Πολυμνίας. Ήταν τόσο νοικοκυρά η Στέλλα! Όλα έλαμπαν στο σπίτι. Βέβαια τη βοηθούσε κι μαμά της, που έκανε την πλύση και το σίδερο και της μαγείρευε σχεδόν καθημερινά, αλλά η Στέλλα ήταν πρότυπο συζύγου. Σεμνή, ενάρετη, νοικοκυρά. Ο θείος Μάκης όμως νεοδιόριστος, αλλά με υψιπετείς φιλοδοξίες φαίνεται ότι δεν ήταν στις προδιαγραφές ίου προτύπου συζύγου της Στέλλας. Μετά την πρώτη βδομάδα κλεινόταν όλο και περισσότερο στο γραφείο του κι η Στέλλα σιγά σιγά άρχισε να δυσανασχετεί, επειδή έπαψε να είναι το κέντρο του ενδιαφέροντος του.
  Σχεδόν δε μου μιλάει, παραπονιόταν στη μάνα της. Έρχεται απ' τη δουλειά και κλείνεται στο γραφείο μέχρι το βράδυ. Το πρωί φεύγει κι ούτε που με φιλάει. Δε με προσέχει. Δεν είμαι ευτυχισμένη. Κι η μάνα του όλη την ώρα πάνω απ' το κεφάλι μου. "Στελλίτσα, να σιδερώνω εγώ τα πουκάμισα του Μάκη, γιατί δεν ήταν καλά κολλαρισμένος ο γιακάς. Δεν ξέρεις πώς τρώει ο γιος μου το γιουβέτσι. Η μαμά σου τα μαγειρεύει όλα πολύ βαρειά. Εμείς τρώμε υγιεινά. Μην κοιτάς που επειδή ο Μάκης σ' αγαπά δε σου παραπονιέται. Πολύ νερό ξοδεύεις, Στέλλα μου, και πολύ ρεύμα καίμε. Δεν είμαστε στο σπίτι του πατέρα σου. Μ' ένα μισθό ο Μάκης μου πώς να προλάβει τόσα έξοδα;" Δεν την αντέχω αυτή τη ζωή, ξέσπαγε κλαίγοντας η Στέλλα κι η μάνα της της έλεγε να κάνει υπομονή, αλλά ταυτόχρονα πήγαινε και στη συμπεθέρα.
  Συμπεθέρα μου, δεν είναι σωστά πράγματα αυτά. Το κορίτσι μαραζώνει. Να μην τη βγάζει πουθενά! Πότε θα γλεντήσουνε τα παιδιά; Και να φεύγει το πρωί χωρίς να τη φιλήσει! Εσύ είσαι λογική γυναίκα και πρέπει να τον συμβουλεύσεις. Δεν συμπεριφέρονται έτσι οι σωστοί άντρες.
Η θεία Πολύμνια βιάστηκε να συμφωνήσει με τη συμπεθέρα, αλλά όπως στο "χαλασμένο τηλέφωνο" μετέφερε τα λόγια της στο γιο.
Αμφισβητούν τον ανδρισμό σου, έλεγε. Γιατί δεν κάνετε κάνα παιδί; Γκάστρωσέ τη για νά 'χει κάτι ν' ασχολείται και να σ' αφήνει στα διαβάσματά σου. Τι καταλαβαίνει αυτό το βλήτο από σπουδές;
Ο θείος Μάκης ξέσπαγε στη Στέλλα
Έλεγα ότι είσαι κουτή. Έλπιζα ότι μπορούσα να σε στρώσω.
Όμως εσύ είσαι τελείως ηλίθια Σε λίγο θα φέρεις τη μάνα σου να μετράει πόσες φορές το κάνουμε.
Η Στέλλα τά 'χασε. Δε μπορούσε να του απαντήσει ότι μάλλον η μάνα του κατασκόπευε τους ήχους της συζυγικής κρεβατοκάμαρης. Δε μπορούσε να ξεχάσει ότι σύμφωνα με τη συμβουλή της μάνας της είχε φυλάξει το σεντόνι του ξεπαρθενέματος στο ξενοδοχείο για να το παραδώσει στη μάνα του μόλις γύρισαν απ' το γαμήλιο ταξίδι. Δεν ξεχνούσε το ειρωνικό του ύφος και το θριαμβευτικό της βλέμμα όταν την αγκάλιασε δήθεν συγκινημένη και τη φίλησε.
     Να μην το πλύνεις, Στέλλα μου. Να το φυλάξεις μαζί με τα στέφανα. Αυτά τα πράγματα είναι ευλογία σ' ένα σπιτικό.
Κείνη την άνοιξη η Στέλλα κάρπισε. Την ίδια άνοιξη ένα ζευγάρι χελιδόνια έχτισαν φωλιά στο μπαλκόνι της κρεβατοκάμαρής τους. Ο Μάκης θύμωσε. Λέρωναν κι έκαναν τόση φασαρία.
Να τα διώξεις, είπε στη μάνα του.
Όχι, θα είναι γρουσουζιά, είπε η Στέλλα.
Μια Κυριακή που έλειπαν στην εκκλησιά η θεία Πολύμνια γκρέμισε τη χελιδονοφωλιά.
     Δε θα μπορούσαν ούτε την καρέκλα τους να βγάλουν στο μπαλκόνι, τώρα που ο καιρός ζέστανε, δικαιολογήθηκε στη μαμά.
Η Στέλλα τρομοκρατήθηκε. Ζήτησε να κάνουν αγιασμό για να ξεπλύνουν το κακό.
Προλήψεις, έλεγαν με μια φωνή η θεία και ο θείος.
     Το κορίτσι μου φοβάται ότι θα πεθάνει στη γέννα, είπε η συμπεθέρα.
Συναίνεσαν στον παραλογισμό. Άλλωστε ένας αγιασμός, ίσως να βοηθούσε να διαλυθεί το πολεμικό κλίμα, που πια ήταν φανερό στο σπίτι.
Έτσι η Στέλλα, μετά τον αγιασμό, γέννησε ένα υγιέστατο κοριτσάκι. "Ζήτησε να τη ναρκώσουν στη γέννα να μην πονέσει" ειρωνευόταν η θεία Πολύμνια.
Το παιδί όμως δεν έφερε την ποθητή συμφιλίωση. Δε βοήθησε ούτε το γεγονός ότι σε μια χειρονομία καλής θέλησης οι συμπέθεροι δέχθηκαν να βαφτίσουν το μωρό Πολύμνια. Η θεία Πολύμνια ήταν θυμωμένη γιατί, όσο ο θείος Μάκης κλεινόταν όλο και περισσότερο στο γραφείο, τόσο κι η νύφη με το μωρό ξημεροβραδιαζόταν στο σπίτι της μάνας της.
  Σχεδόν δε μ' αφήνει να δω το εγγονάκι μου, έλεγε κλαίγοντας στη μαμά.
  Καλύτερα θα ήταν αν γύρναγες στο σπίτι σου θεία, τόλμησε να υποδείξει η μαμά. Ν' αφήσεις το ζευγάρι να μονιάσει χωρίς τους συμπεθέρους.
Μα τι λες Αθηνά μου! Σπίτι μου είναι εκεί που ζει ο γιος μου, είπε με θυμό η θεία Πολύμνια.
Λίγο πριν το Πάσχα, πριν γιορτάσουν τα πρώτα γενέθλια του παιδιού, χωρίς καμιά προειδοποίηση η Στέλλα έφυγε με το μωρό από το σπίτι. 0 θείος γυρνώντας απ' τη δουλειά βρήκε να λείπει απ' την κρεβατοκάμαρη η κούνια του μωρού και το μαξιλάρι της απ' το κρεβάτι. Στη ντουλάπα εντελώς νοικοκυρεμένα κρεμόντουσαν άνετα μόνο τα δικά του ρούχα.
Έτρεξε σπίτι της να τη βρει, να συζητήσει τους όρους της, αλλ' οι δικοί της δεν του επέτρεψαν να τη συναντήσει. Κατέφυγε στο δικηγόρο κι άλλαξε την κλειδαριά του σπιτιού τους. Προσπάθησε να βγάλει διαζύγιο σε βάρος της και θύμωσε κι αυτός κι η θεία Πολύμνια με το μπαμπά, που αρνήθηκε να καταθέσει μάρτυρας κατά της Στέλλας.
  Τι να πω; είπε ο μπαμπάς αφοπλιστικά. Η κοπέλα ήταν μια χαρά Αν έβγαιναν οι γονείς απ' τη μέση θα τα βρίσκατε.
Τώρα όμως η Στέλλα ήταν "φαρμακερή, ύπουλη οχιά, αδιάφορη στο κρεβάτι, άβουλη και χωρίς αισθήματα". Ο θείος Μάκης έφθασε να νιώθει ανακούφιση γιατί γλίτωσε απ' αυτήν χωρίς να πληρώσει ούτε διατροφή για την κόρη του.
Έχουμε να την αναθρέψουμε σαν πριγκίπισσα, είπε ο πεθερός στο διαζύγιο κι η Στέλλα επέμεινε ότι αφού ήξερε ότι ο θείος Μάκης δεν είχε αρκετά εισοδήματα δεν απαιτούσε ούτε πεντάρα τσακιστή για το μεγάλωμα του παιδιού της.
Τότε φανταζόμουν πολύ απλή τη διαδικασία του διαζυγίου. Δεν ήξερα ακόμη σε τι εξευτελισμούς μπορεί να υποβληθούν οι άνθρωποι για να το αποκτήσουν. Δεν υποπτευόμουν πόσο μίσος μπορεί να γεννηθεί μέσα από μια συμβίωση που έχει γι' αφετηρία τον έρωτα.
Ευτυχώς κι εγώ αργότερα δε χρειάστηκε να ταλαιπωρηθώ. Όσοι έχουν αρκετά χρήματα να ξοδεύουν, εξαγοράζουν συνήθως εύκο­λα και την ελευθερία χους. Αλίμονο σε όσους έχουν τόσα, ώστε να προκαλούν την απληστία του συντρόφου, αλλ' όχι αρκετά για να ικανοποιούν τις δικές τους ανάγκες. Οι δικηγόροι τυμβωρυχούν. Συνωμοτούν τραβώντας απ' τα μαλλιά τις υποθέσεις για να κερδίζουν περισσότερα. Κι οι δικαστές βαριούνται να δικάσουν, έτσι που μια υπόθεση υποτίθεται "αυτόματου" διαζυγίου να τρ­αβάει πάνω από 12 χρόνια.
Μ' είχε κάποτε καλέσει ένας φίλος να μαρτυρήσω το αυτονόητο: ότι είχε χωρίσει απ' τη γυναίκα του πριν από 8 χρόνια. Η δίκη είχε οριστεί δυο χρόνια μετά την παρέλευση της οκταετίας, λόγω αναβολών από τις απεργίες των δικηγόρων κι ο δικαστής έπρεπε ν' αποφανθεί στην ένσταση της συζύγου, που προσπαθούσε να προσμετρήσει άλλον ένα χρόνο στη συμβίωσή τους, ενώ έτσι κι αλλιώς είχαμε ξεπεράσει τα όρια του νόμου. Μου φαινόταν ότι συζητούσαν περί όνου σκιάς. Ο δικός μου ρόλος ήταν ελάχιστος. Δεν καταλάβαινα γιατί τόσην ώρα συζητούσαν οι αντίδικοι με τόσο πάθος για μια συμβίωση που, ακόμη και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του υποτιθέμενα αδικημένου, είχε λήξει πριν από εννιά χρόνια. Κι εγώ ήμουν ο πρώτος από τους τέσσερις μάρτυρες, που θα έπρεπε να το πιστοποιήσουν. Όμως το σλόγκαν της Θέμιδας ήταν "ένας μάρτυρας τη φορά" έτσι που το αυτονόητο να γίνεται ακατάληπτο στους ναούς της Δικαιοσύνης. Στριφογύριζα μ' εκνευρισμό στ' άβολα καθίσματα, βλαστημώντας την ώρα που αστόχαστα δέχθηκα να παίξω αυτό το ρόλο, κυριολεκτικά του μάρτυρα. Ήταν απ' τις ελάχιστες φορές, που μ' έπιαναν αδιάβαστο, όμως μου τό 'χε ζητήσει πάνω στο κρασί και κάπου τότε μου φάνηκε σαν περιπέτεια. Ποτέ μέχρι τότε δεν είχα ξαναπατήσει πόδι σε δικαστήρια κι οι εικόνες που είχα ήταν απ' τα αμερικάνικα δικαστικά σήριαλ. Βέβαια στη ζωή είχα κιόλας μάθει ότι η Θέμιδα είναι τετράπαχη από το λάδωμα, αλλά δε φανταζόμουν την παρά­νοια, που άσκοπα ταλαιπωρεί τους θεράποντές της και το κοινό που προστρέχει, θέλοντας και μη, για να τη λιβανίσει.
Περιμένοντας με τις ώρες τη σειρά εκδίκασης της υπόθεσης, χάζευα το νυσταλέο ύφος της δικαστίνας, τ' αδιάφορο του δικαστή, το ειρωνικό του νεαρού εισαγγελέα, θαύμαζα την υποκριτική τέχνη των δικηγόρων, καθένας με το στυλάκι του, άλλοι έβριζαν, άλλοι απειλούσαν, άλλοι το έπαιζαν υπεράνω, τάβρισκαν εύκολα μονάχα όταν είχαν να κανονίσουν τις αναβολές τους —ιερός άγραφος νόμος το κυνήγι της κονόμας— και στο τέλος όλοι έβγαιναν αγκαλιασμένοι μετά τη μάχη και κοιτούσαν αλλού την ώρα που οι αντίδικοι μαλλιοτραβιόντουσαν στο προαύλιο ή εκστόμιζαν κατάρες.
Ακουσα τόσα παράξενα σ' ένα μονάχα πρωινό, που θά 'θελα νά 'μουν ο μακαρίτης ο Ψαθάς, να κάθομαι με το τεφτεράκι μου κι απλώς να καταγράφω όσα ψιθυρίζονταν πάνω απ' το Ευαγγέλιο, όπου όλοι ψευδορκούσαν. Όλοι, γιατί πάντα η Αλήθεια έχει το πρόσωπο του Ιανού. Άκουσα μια γυναίκα να ισχυρίζεται ότι ακόμη δεν την έχει εγκαταλείψει ο άντρας της, αφού την επισκεπτόταν τακτικά, άσχετο αν συζούσε με κάποιαν άλλη κι είχε μαζί της παιδί 25 χρόνων. Άκουγα άλλους να τσακώνονται για το αν ο πεθαμένος πριν από δέκα χρόνια σύζυγος ζητούσε παρά φύσιν ασέλγεια απ' τη γυναίκα του που δεν της άφησε κάποιο οικοπεδάκι. Δεν ήταν η οικονομική διαφορά. Όλες οι υποθέσεις σκάλιζαν ιστορίες τελειωμένες τουλάχιστον πριν από 10 χρόνια. Σε 10 χρόνια ο άνθρωπος έχει ξανασταθεί στα πόδια του, όποια κι αν είναι η καταστροφή. Το μόνο που επιζεί είναι το μίσος. Η εκδίκηση που τρώγεται πάντα κρύα. Το γινάτι. Κι η Θέμιδα με τους τόσους λειτουργούς, δεν καταφέρνει να κλείσει μιαν υπόθεση, που ο κατής της γειτονιάς θα ξεμπέρδευε σε δυο λεφτά. Όμως τότε πώς θάτρωγαν οι δικαστές κι οι δικηγόροι;
Ο θείος Μάκης όμως έκανε καλά και δεν το πολυσκάλισε. Της έδωσε την ελευθερία της. Είχε στο μεταξύ βρει μια πλουσιότερη και εξυπνότερη γυναίκα και μέσα στο χρόνο προχώρησε σε δεύτερο γάμο. Τούτη τη φορά η θεία Πολύμνια κρατήθηκε σε απόσταση. Πήγαινε στο σπίτι του γιου της σαν ξένη μετά από τηλεφώνημα. Της νοίκιασαν μια γκαρσονιέρα σε αρκετή απόσταση από τη βίλα τους κι όταν έπαθε το πρώτο εγκεφαλικό την έκλεισαν στον οίκο ευγηρίας. Εκεί πέθανε μόνη. Η μαμά την επισκεπτόταν τακτικά μα πια η θεία Πολύμνια δε μπορούσε να της μιλήσει. Ήταν η σκιά του εαυτού της. Πολλές φορές της έπιανε το χέρι, το έσφιγγε με παράλογη για την κατάσταση της δύναμη και ψέλλιζε "η Στέλλα". Η μαμά έλεγε ότι ίσως σκεπτόταν το όνειρο της να πεθάνει στο σπίτι του γιου της περιτριγυρισμένη από ανθρώπους που την αγαπούν, όπως είχε συμβεί με τη γιαγιά της Στέλλας. Όμως δεν καθορίζουμε εμείς το θάνατό μας κι η Μοίρα στάθηκε σκληρή για τη θεία Πολύμνια. Η θεία Δίκη, έλεγε ο μπαμπάς.
Αντίθετα ο θείος Μάκης πρόκοψε όπως το ονειρευόταν, στις εκπαιδευτικές επιχειρήσεις δουλεύοντας πλάι πλάι με την καινούρια του γυναίκα. Χάρη στα δικά της κεφάλαια τις οργανωτικές της ικανότητες και τις δικές του διασυνδέσεις στο εκπαιδευτικό κατεστημένο σε λίγα χρόνια είχαν ένα από τ' ακριβότερα σχολειά και μιαν ευτυχισμένη οικογένεια.

Συνάντησε τη μικρή Πολύμνια, όταν εκείνη τον έψαξε τελειώνοντας το γυμνάσιο από αντίδραση, τότε που η Στέλλα αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί. Τα παιδιά του απ' το δεύτερο γάμο δεν ήξεραν ότι έχουν μιαν αδελφή απ' τον πρώτο γάμο του πατέρα τους και δεν έκρινε ότι αξίζει τον κόπο τα παιδιά του να γνωριστούν. Ήταν πια μεγάλα και ίσως να πάθαιναν ψυχολογικό σοκ, έλεγε. Άλλωστε και τη δεύτερη κόρη του Πολύμνια την έλεγαν. Πόσο παιδί του στ' αλήθεια ήταν η Πολύμνια, που του έκλεψε η Στέλλα πριν καλά καλά χρονίσει; Όταν την είδε στον προθάλαμο του γραφείου του σκέφθηκε: "Ωραία γκόμενα!" Έμεινε άναυδος όταν η γραμματέας είπε το όνομά της. Μετά παρατηρώντας την, έβρισκε ότι μοιάζει στη μάνα του περισσότερο απ' τη μικρή του κόρη. Όμως δεν αποφάσισε να τη συνοδεύσει στο γάμο της όπως εκεί­νη του ζήτησε. "Δε θα ήταν σωστό για τη μητέρα σου" της είπε. Για την ακρίβεια δεν πήγε στο γάμο. Ο πατέρας της Στέλλας έπαι­ξε τελικά το ρόλο του στην τελετή, όπως ήταν και το σωστότερο. Έστειλε κάποιο δώρο ακριβό, που όμως επεστράφη. Απ' την Πολύμνια ή τη Στέλλα δεν τό 'μαθε ποτέ. Πολύ του κακοφάνηκε του θείου. Ευτυχώς που η γυναίκα του έδειξε κατανόηση και του συμπαραστάθηκε όπως πάντα, κι η ζωή ξαναβρήκε το φυσιολογικό της ρυθμό.
Όμως όλα αυτά ανήκαν στο μέλλον την εποχή που ιστορώ, την εποχή του διαζυγίου που τάραξε την οικογενειακή μας γαλήνη. Δε θα μπορούσα να προβλέψω τίποτε.

 3η συνέχεια  Απόσπασμα από "Ονείρου Απατηλότερα"

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η ιστορία του αντιπυρηνικού κινήματος και ο ειρηνιστής γιατρός Γρηγόρης Λαμπράκης