Ευα

                  ΕΥΑ

Σε κάποια ταβέρνα εκδήλωση κοινωνική, χορός αποκριάτικος ή κάτι τέτοιο συνάντησα ξανά την Εύα, ερωμένη του Σωτήρη για τρία χρόνια και σύζυγο κοινού γνωστού. Είχα ζήσει από κοντά το προσωπικό τους δράμα. Έμεινε έγκυος, δίχως να ξέρει τίνος είναι το παιδί. 0 Σωτήρης κείνη την εποχή έκανε σαν τρελός. Ήθελε να χωρίσει με τη Ρένα για να πάρει την Εύα Κείνο το βράδυ κρατούσε στο χέρι ένα γαρίφαλο και το ξεφλούδιζε τελετουργικά. Οι κεραίες μου στραμμένες σε κείνη μιλούσαν μες από μηνύματα απόκρυφα, ακατανόητα για όλους, ίσως και γι' αυτήν. Στριφογύριζε το ανεστραμένο γαρίφαλο, που ξανά μεταμορφωνό­ταν σ' έξαλλη τσιγγάνα που χόρευε παθιάρικα γύρω από κάποια μυστική φωτιά. Το πόδι της με άγγιξε. Μήτε που σάλεψα. Τ' αυτιά μας βούιζαν απ' τα μεγάφωνα. Κάτι μου είπε κι έσκυψα πάνω της ν' ακούσω νιώθοντας τη θέρμη του στήθους της στο μάγουλο μου, τα μαλλιά της στο μέτωπο μου, την ανάσα της στα χείλη μου. Το γαρίφαλο βούτηξε στο ποτήρι με το κρασί, λες κι αυτοκτονού­σε. Οι άλλοι γέλασαν. Ζήτησαν να το πετάξουν, μα κείνη το σκού­πισε προσεκτικά και τό 'χωσε στην ακριβή της τσάντα. Ακούμπησε το χέρι μου με τα δάχτυλά της δήθεν πως κάτι θέλει να μου πει.
Πόσο παγωμένη είναι! συλλογίστηκα.
Τον άντρα σου από έρωτα τον παντρεύτηκες; ρώτησα, σχεδόν ακουμπώντας τα χείλη μου στ' αυτί της. Κούνησε το κεφάλι κατα­φατικά.
Κι αυτό δε σε τρομάζει τώρα; ρώτησα. Αποκρίθηκε διφορού­μενα. Έχετε κι οι δυο οικογένεια συνέχισα με ύφος εισαγγελέα και πιότερο μιλώντας στον εαυτό μου: Ο έρωτας κάποτε ξεφτά.
Δεν τολμώ, σκεπτόμουν. Πάντοτε προβλέπω την κατάληξη.
Θά 'πρεπε ίσως εσύ να πάρεις την πρωτοβουλία, της είπα δυνατά. Εκείνος είναι φίλος μου, μου τό 'πε, δε θέλει να σ' εξωθή­σει σε αποφάσεις.
Μα γι' αυτό τον εκτιμώ, μου αποκρίθηκε. Έκλεισα τ' αυτιά μου δήθεν απ' το θόρυβο των τραγουδιών. Εκτίμηση; σκεπτόμουν. Τι σχέση έχει με τον παραλογισμό του έρωτα; Αφού μιλά για εκτίμη­ση το παιχνίδι έχει κιόλας τελειώσει.
Πρέπει λοιπόν να πηγαίνουμε, είπε η παρέα. Ανοιξε την τσά­ντα της να πιάσει τα κλειδιά τ' αυτοκινήτου κι άγγιξε το ρυπαρό κολλώδες πτώμα του γαρίφαλου. Με ξαφνική φρίκη το πέταξε στο γεμάτο μ' αποφάγια τραπέζι. Το μάζεψα με σεβασμό και τό 'κρυψα στην τσέπη μου. Κλείστηκα στην ερμιά του αυτοκινήτου μου κι έβαλα τη μουσική στο διαπασόν. Θά 'θελα να ουρλιάξω σα λύκος.
  Πάψε, πάψε, ψιθύριζε η λογική. Ίσως να φταίει το κρασί. Ήπιες λιγάκι παραπάνω. Θα περάσει. Αύριο θά 'σαι καλά. Θα δεις. Όλα πάνε καλά στη ζωή σου. Άλλωστε δεν αξίζει τον κόπο. Τίποτε δεν αξίζει.
Όμως η ψυχή μου εξακολουθούσε να θρηνεί για το ανέφικτο, για όλα τ' ανέφικτα που διάβηκαν στα περάσματά μου απ' τη ζωή. Θρηνούσε για το νεκρό γαρίφαλο που τόσο όμορφα χόρευε πριν λίγο στα δάχτυλα αυτής της γυναίκας, για το κόκκινο γαρίφαλο που μασκαρευόταν η καρδιά της. Κάποτε, σκέφθηκα, η ψυχή μου χωρούσε στην ομορφιά ενός ξεφλουδισμένου γαρίφαλου, που χόρευε επιδέξια κάτω απ' τ' ακροδάκτυλά μου και γινόταν ολόκλη­ρος ο κόσμος σ' ερωτικό μεθύσι. Μα τώρα πώς να μεταμορφωθείς σ' ότι το ξέρεις ότι δε θα 'ρθεί; Ποιος μπορεί να μιλά για έρωτα όταν ο θάνατος βροντά τα παραθύρια; Σκέψου. Σκέψου τα δάχτυ­λά της που τόσο όμορφα έπαιζαν μ' αυτό το γαρίφαλο μετά πενή­ντα χρόνια, σκέψου το κρανίο της γυμνό από νιάτα κι ομορφιά Σκέψου τον εαυτό σου που κρύβεται κάτω απ' το καλοφτιαγμένο σημερινό κορμί; Τι αντέχει; Τι διασώζεται;
Κι όμως, ψιθύρισε η καρδιά μου πονετικά, ίσως ο έρωτας νά 'ναι το μόνο ξόρκι μπροστά στο θάνατο. Γιατί δε δοκιμάζεις; Δεν το μπορούσα. Θά 'θελα να ελπίζω στον έρωτα Θά 'θελα να πιστέψω στον έρωτα. Όμως ήξερα ότι κι αυτός ο θεός είναι νεκρός. 
Τα γεγονότα που ακολούθησαν με δικαίωσαν. Η Εύα κινδύνευσε στη γέννα να πεθάνει. 0 γιατρός φώναζε έξαλλος στο σύζυγο "Πέστε μου ποιον θέλετε να σώσω. Τη μάνα ή το παιδί;" Κι εκείνος αν και πίστευε ότι δικό του είναι το μονάκριβο παιδί απάντησε "Μα φυσι­κά τη μάνα". Κι έπειτα το παιδί κινδύνεψε την πρώτη μέρα να πεθάνει κι ο βλάκας ο παιδίατρος ανέβηκε στη λεχώνα να της ανακοινώσει ότι μόλις και μετά βίας το γλίτωσαν από του χάρου τα δόντια —ελπίζοντας να εισπράξει το φακελάκι— κι ήταν εκείνη την ώρα μόνη της και γλίτωσε επειδή δεν είχε τη δύναμη ν' ανοίξει το παράθυρο. Εκεί την πρόλαβε η αδελφή που μπήκε για ν' αλλάξει τον ορό. Αν ήταν λίγο δυνατότερη θά 'χε πηδήξει...
Ο Σωτήρης έτρεξε έξαλλος και μ' έβαλε να μεσολαβήσω. "Είναι η γυναίκα της ζωής μου, έλεγε κι αν το παιδί είναι δικό μου πρέπει οπωσδήποτε να την παντρευτώ". Μάταια του θύμιζα ότι είχε ήδη δυο παιδιά με τη Ρένα, που του είχε συμπαρασταθεί με τόσο θάρ­ρος τις πιο δύσκολες ώρες της ζωής του. Εκείνος επέμεινε να ζητά απ' την Εύα να χωρίσει για να την πάρει. Έκανε πράγματα παρά­λογα. Την έπαιρνε από πίσω με το αυτοκίνητο, την εκλιπαρούσε, την απειλούσε ότι θα την πάρει με τη βία. Εκείνη όμως αρνιόταν πεισματικά ότι το παιδί είναι του Σωτήρη. "Είναι του άντρα μου, του είπε. Το παιδί πάντα ανήκει σ' όποιον το αγαπάει. Κι ο Γρηγόρης στάθηκε κοντά του όταν εσύ δεν τόλμησες". 

Στις περα­σμένες γενιές κατηγορούσαμε τον κοινωνικό περίγυρο για τα ερω­τικά δράματα. Τώρα είναι βέβαιο ότι το δράμα κρύβεται μέσα στην ψυχή μας. Η απάτη αποκαλύφθηκε. Δεν υπάρχει αιώνιος έρωτας. Υπάρχουν μόνο θραύσματα αισθημάτων, αυταπάτες που αποκα­λούμε έρωτα, φλόγες που βιάζονται να γίνουν στάχτη και σφάλ­ματα που επαναλαμβάνονται.
Για τους περισσότερους άντρες το συμπέρασμα αυτής της ιστο­ρίας θα ήταν: "Δε φτάνει που τον κεράτωσε, του φόρτωσε και το παιδί του άλλου". Για μένα το πιο τραγικό είναι ότι εκείνη δε θα μάθει ποτέ τίνος είναι το παιδί και ότι είναι καταδικασμένη νά ζήσει πλάι στο Γρηγόρη που πια δεν αγαπάει. Και ήξερα ότι αγα­πούσε το Σωτήρη τουλάχιστον όσο κι η Ρένα. Τουλάχιστον σκε­πτόμουν η Ρένα δεν έμαθε τίποτε ποτέ. Ούτε και τα παιδιά τους. Μικρή παρηγοριά. Λες και τίποτε δεν έτρεξε. Η αλήθεια της Ρένας τόσο διαφορετική απ' την αλήθεια του Σωτήρη. Κι η αλήθεια της Εύας όπως η ίδια μου την ιστόρησε κείνο το βράδυ. Τ' αδιέξοδο στις ανθρώπινες σχέσεις. Κι οι αναγκαίοι συμβιβασμοί.
— Είναι τα πράγματα που μας πληγώνουν, έλεγε η Εύα. Από αθωότητα ή άγνοια ή έστω έλλειψη πείρας. Θυμάμαι τότε με τον άντρα μου. Κάποιο απόγευμα που ήδη είμαστε εραστές και θεω­ρούσε αυτονόητο να του τηγανίζω κολοκυθάκια το μεσημέρι. Ένιωθα μόνη. Ψέματα. Ήταν κι ο μπαμπάς κι ήθελα να ξεφύγω απ' το σπίτι. Ήξερα ότι θά 'ταν σπίτι του μόνος. Δεν είχε τηλέφω­νο να τον ειδοποιήσω. Πήρα γλυκά από το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς του. Πίστευα ότι θά 'μουν μια ευχάριστη έκπληξη. Με υποδέχθηκε ψυχρά.
— Αυτό δεν πρέπει να το ξανακάνεις είπε. Δεν τα ανέχομαι κάτι τέτοια εγώ. Θέλω να διατηρώ την ανεξαρτησία μου. Καμιά γυναίκα δε θα με βάλει στο βρακί της. Θα βγαίνω όποτε θέλω με τους φίλους μου και δε θα μ' ελέγχεις ό,τι κι αν κάνω.
Δεν καταλάβαινα. Δεν είχα σκοπό να τον αποσπάσω απ' τις συνήθειες του. Αντίθετα σπαταλούσα τις ώρες μου στο αυτοκίνητο μόνη περιμένοντάς τον, κορίτσι πράμα στα σκοτεινά, ακούγοντας το ραδιόφωνο, όσην ώρα έκανε επίσκεψη στους φίλους που δεν ήθελε ακόμη να με παρουσιάσει. Δεν το λογάριαζα. Χαιρόμουν ν' αναπνέω τον ίδιο μ' εκείνον αγέρα. Κι ούτε που καταλάβαινα όταν μου έλεγε. "Μη με κοιτάς έτσι", "Δεν πρέπει τόσο να μ' αγαπάς". Τον αγαπούσα. Πώς μετράς την αγάπη; Το "τόσο" το δείχνουν μόνο τα παιδιά ανοίγοντας τα μπράτσα σα φτερούγες. Για μένα δεν υπήχε το ποσόν. Ή αγαπάς ή όχι. Χαιρόμουν όταν είμαστε μαζί. Ήθελα να πιστεύω ότι κι εκείνος ένιωθε το ίδιο. Άλλωστε δεν έχανε την ευκαιρία να με πηδήξει μετά τη διάλεξη. Κι αυτή η επικοινωνία τότε με βάραινε. Δεν έπαιρνα τίποτε πέρα από ντροπή. Ένιωθα πως αναλώνομαι στο βωμό του έρωτα. Ήταν η αναγκαία θυσία αίματος στο βωμό της ιδανικής δυαδικής σχέσης που συγκροτεί τον κόσμο. Ήμουν αθώα κι άβγαλτη. Ήμουν παρθένα. Κι αυτό δεν είναι καύχημα αλλά ντροπή. Για κάθε κοπέλα
Με το Σωτήρη δεν θα τό 'κανα ποτέ. Δε θα πήγαινα στο χώρο του απρόσκλητη. Ξέρω ότι το πιθανότερο θάναι να τον βρω στο κρεβάτι με κάποιαν άλλη. Ούτε κι εγώ θά 'θελα να εμφανιστεί απρόσκλητος στη ζωή μου. Ήταν ένας από τους εραστές μου. Έτυχε τώρα νά 'ναι ο μοναδικός. Δεν ξέρω ως πότε θα αντέξει. Μ' εκείνον όλα ήταν παρθενικά. Πίστευα ότι είναι ο άντρας της ζωής μου. Απαιτούσε την αποκλειστικότητα και πίστευα ότι θα ήμουν η μοναδική. Δεν είχα ακόμη μάθει ότι οι άνθρωποι αλλάζουν. Ήμουν αφάνταστα αφελής. Πίστευα στην έμφυτη καλοσύνη των ανθρώπων. Ήμουν ευάλωτη. Ήμουν τυφλή. Δεν ήξερα πόσο μονόπλευρο παιχνίδι είναι ο έρωτας. Δεν είχα αποκτήσει εραστή. Εκείνος ήταν απλώς το αντικείμενο του δικού μου έρωτα, ενός έρωτα πλατωνικού, που δεν κατανοούσε τα σήματα των κορμιών που χτυπούσαν συναγερμούς ασυμβατότητας.
Τώρα ξέρω όλα τα σύνορα. Και μαζί του. Υπερασπίζομαι πια το δικό μου χώρο. Όχι για να βγαίνω με τις φίλες μου, αλλά για να ζω τη δική μου ανεξάρτητη ζωή. Έτσι κι αλλιώς απ' όλους διαφεύ­γω ακόμη κι όταν είμαι πλάι τους.
Καθόμουν, θυμάμαι, γεμάτη αυτοπεποίθηση και συζητούσα όταν είδα το Σωτήρη να μπαίνει μαζί της. Ψηλή, κομψή, ωραία.
     Μα πού τις βρίσκει τέτοιες γκόμενες; σκέφθηκα, καθώς τον έβλεπα να την οδηγεί ευγενικά στη θέση της. Και μένα κάπως έτσι με οδηγούσε πριν... σκέφθηκα πικρά όταν στράφηκε προς το μέρος μου.
Δεν έχεις γνωρίσει τη γυναίκα μου, είπε. Να σας συστήσω.
Με οδήγησε κοντά της, μας σύστησε -Ρένα, από δω η Εύα- και
μας άφησε μόνες για να κουβεντιάσει με κάποιους φίλους του. Την έκρινα αξιαγάπητη, όσην ώρα κουβεντιάζαμε γενικότητες. Είχαμε άλλωστε γνωριστεί από τηλεφώνου. Είχαμε εκφράσει την αμοιβαία μας εκτίμηση.
Θα μπορούσε να είμαστε καλές φίλες αν δεν... σκέφθηκα.
Χτύπησε το κουδούνι για ν' αρχίσει η παράσταση κι ο Σωτήρης
κάθισε ανάμεσά μας. Έβλεπα το ρολόι του και σκεπτόμουν ότι πάντα το έβγαζε πριν... και το ακουμπούσε στο κομοδίνο.
Ήταν μια έξοχη παράσταση. Την παρακολουθούσα με προσοχή παίζοντας με το αλυσιδάκι στο λαιμό μου, απ' όπου κρεμόταν το δικό του ενθύμιο. Τον ένιωθα πλάι μου σφιγμένο και το κορμί μου αντανακλούσε κάθε του κίνηση.
Παρασύρθηκα απ' την ερμηνεία των ηθοποιών κι η δική του ακαμψία με βάραινε. "Τίποτε δε νιώθει από αυτή τη συγκίνηση" σκεπτόμουν.
Κάποιος από πίσω του μουρμούρισε ότι δε βλέπει.
Ν' αλλάξουμε θέσεις; πρότεινε η Ρένα
Κάθισε εκεί που κάθεσαι, της είπε επιτακτικά.
"Φίλα με στο στήθος", "Πες μου", "Κάνε μου". Αυτές ήταν οι προσταγές του σε μένα σκέφθηκα Το χέρι του πλάι μου, το κορμί του ν' αποπνέει έρωτα, τόσο κοντά, τόσο μακριά μου.
Τι μοιραστήκαμε; αναρωτιόμουν. Τι μοιραζόμαστε τούτη την ώρα; Πόσο βιώνει τούτη τη στιγμή; Πού βρίσκεται το θέατρο; Στη σκηνή ή στην πλατεία;
Εκείνος ανάμεσά μας. Και κείνη, η γυναίκα του, παρ' ότι ήξερα την ιστορία της μου φαινόταν τόσο εύθραυστη!
"Δεν είναι ανάγκη να πληγώνουμε τους ανθρώπους που αγαπά­με για κάτι τέτοιο" είχε πει. Την αγαπούσε; Τι είναι η αγάπη τελικά; Εμένα δε με αγαπούσε. Έτσι τουλάχιστον έλεγε στην αρχή. Ένιωθε για μένα κάποια πράγματα. Θέλησε να με κατακτήσει όταν κρατούσα στα σπλάχνα μου όμηρο το παιδί του. Αυτό δεν ήθελε να εγκαταλείψει στα χέρια του άντρα μου. Όχι εμένα. Προσπαθούσε να με πληγώνει, απ' τη στιγμή που δε μπορούσε πια να με κατέχει. Κι όμως ήμουν βέβαιη ότι κάποιες στιγμές το κορμί μου τον γνώρισε αυθεντικότερα απ' τη γυναίκα που ζούσε πλάι του τόσα χρόνια.
Τη συμπονούσα. "Μη με σημαδέψεις" έλεγε κάθε φορά, σημάδι πως η άλλη παρατηρούσε τα σημάδια μου στο κορμί του. Τελικά πλήγωνε τη γυναίκα που αγαπούσε, γιατί δε μπορούσε ούτε κείνος ν' αντισταθεί στην έκρηξη του πάθους, που η λογική απέρριπτε. Δε θα μπορούσα να ζήσω μαζί του ούτε λεπτό πιο πολύ. Πάντα τις υπόλοιπες ώρες τσακωνόμαστε. Δεν ταιριάζαμε σε τίποτε άλλο πέρα απ' αυτή τη συγκλονιστική αίσθηση που μας έσμιγε κι άντε­χε τις ελάχιστες στιγμές που μοιράστηκαν τα κορμιά μας.
Δεν είχα τίποτε να μοιράσω μαζί του. Δε θ' άντεχα ποτέ να είμαι η γυναίκα του. Ήταν πολύ κατακτητικός κι εγώ πολύ ανεξάρτητη. Αλλωστε κι εκείνος δεν ανήκε σε καμιά ενώ εγώ δεν προσδοκού­σα τίποτε πέρα απ' τη σελήνη του πάθους του για το κορμί μου.
Καθόταν ανάμεσά μας κι όμως τον κουβαλούσα πάνω στο πετσί μου, τον ένιωθα πάνω μου να λυτρώνεται όπως πάντα θριαμβικά
Χειροκρότησα την παράσταση με δάκρυα στα μάτια. Όλοι έτρε­ξαν να σφίξουν το χέρι των ηθοποιών. Δεν πρόλαβα ούτε το χέρι να της σφίξω.


Χάρηκα πολύ για τη γνωριμία, θά 'θελα να της πω, αλλά τους έχασα στο πλήθος.
Βγήκα ανάλαφρη στο δρόμο. Αυτό ίο πάθος δεν το μοιραζό­μουν με κανένα Ούτε με κείνον. Μου ανήκε όσο το κορμί μου τον ανακαλούσε. Αυτός είναι πια δικός μου, όσο η ίδια μου η ζωή. Περπάτησα περήφανα στο βρεμένο πεζοδρόμιο που αντανακλού­σε τα πολύχρωμα φώτα γιορτινά.
— Νωρίς που φθινοπώριασε φέτος! σκεπτόμουν κι ήμουν πια λεύτερη.

Απόσπασμα 12η συνέχεια από "Ονείρου απατηλότερα"


Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας