Στις Λυκοποριές

          ΣΤΙΣ ΛΥΚΟΠΟΡΙΕΣ

Άρχισα να βλέπω τόσα όνειρα. Ο ύπνος είναι χρόνος που μας τον κλέβει ο θάνατος. Δεν καταλάβαινα αυτούς που ξενυχτούν. Είναι ηλίθιο να κοιμάσαι όταν ο ήλιος λάμπει. Ο ήλιος είναι τόσο διαφορετικός. Μεταναστεύει με τα ταξίδια μας. Μεταμορφώνεται στις εποχές. Γίνεται απόκοσμος, θαμπός, διαυγής ή καυστικός. Τον αντάμωνα σε σκιές, τον χαιρετούσα βυθισμένος στη θάλασ­σα τον θαύμαζα να πεθαίνει και ν' ανασταίνεται. Μου έλειψε στην καρδιά της πυραμίδας του Χέοπα, δεν τον έφθασα ποτέ σκαρφα­λώνοντας τις πυραμίδες του Μεξικού. Ο ήλιος στην έρημο είχε την αχλύ των θρύλων, ο ήλιος στη Σαντορίνη μυρίζει θάνατο. Θα επι­βίωνα και στη σκοτεινιά των πόλων, αλλά ποτέ δε θά 'μουν ευτυ­χισμένος. Το φεγγάρι με προκαλεί σε μεταμορφώσεις. Σαν καρναβάλι η ψυχή μου μεταμφιέζεται. Η μάσκα γίνεται το πρόσωπο μου, το παραμύθι η αλήθεια μου. Έψαχνα την ποίηση της καθημερινό­τητας στο κελάιδημα των πουλιών, που επιμένουν να καλύπτουν με τα καλημερίσματά τους στο φως κάθε πρωινό το βουητό των αυτοκινήτων. Άρχισα να γυρίζω όλο τον κόσμο. Αντίδοτο στην αγωνία ή την πλήξη μου. Τελικά ποια είναι η ζωή που ζούμε; Τι μένει από δαύτη πιότερο από τη γεύση των ονείρων μας;
Θυμάμαι ότι υπήρξαν κάποιες εποχές, που ξυπνούσα με ανυπο­μονησία για τη νέα μέρα. Χαράματα γιορτής ή σχόλης ή το ξεκίνη­μα μιας εκδρομής. Τα πρώτα χρόνια θαρρείς κι η ζωή ανυπομονεί να την προφθάσεις. Τρέχεις ξωπίσω της σα νά 'ναι λάφυρο η κάθε εποχή. Ανυπομονείς για το λουλούδιασμα της πρώτης μυγδαλιάς και πλήττεις γρήγορα τη μονοτονία του θέρους. Κάθε μέρα σε φέρνει πιο κοντά στ' απίθανο που ονειρεύεσαι, στο θαυμαστό κόσμο των ενηλίκων που σίγουρα θα τον κατακτήσεις. Σιγά σιγά όλα καταντούν μονότονα Ξυπνάς γιατί πρέπει να πας στη δουλειά κι η κούραση της μέρας σε προκαταβάλλει. Δεν ανυπομονείς για τίποτε. Άγχεσαι και φοβάσαι, προσμένεις για το χειρότερο όταν όλα πάνε πιο καλά. Οι διακοπές προγραμματισμένες, οι αργίες προεξοφλημένες, καμιά χαρά απ' το αλισβερίσι των κορμιών, μεγαλύτερη γοητεία σου ασκούν οι φιλοδοξίες σου. Κλείνεσαι σιγά, μα σταθερά στο καβούκι σου. Παύεις να κοιτάς γύρω σου. Θεωρείς αυτονόητη την ασχήμια ή την ομορφιά που σε περιβάλ­λουν.


Επιστροφή στις ρίζες; Γιατί όχι; Ίσως αυτό να ήταν ταξίδι πιο διεγερτικό απ' τα λογής λογής ευφορικά. Δραπέτευσα λοιπόν στην πρώτη πρόσκληση. Του φίλου μου του Σωτήρη. Τα χρόνια είχαν αντιστρέψει το ντουέτο μας. Ψηλός στο χώρο των επιχειρή­σεων ήμουν τώρα πια εγώ. Γι' αυτό έφταιξαν τα χρόνια της δικτα­τορίας, τα χρόνια που εγώ έλειπα στην Ιταλία κι ο Σωτήρης εντά­χθηκε στο ΚΚΕ. Ο Σωτήρης ήταν ο συνεταίρος, αλλ' ουσιαστικά ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές. Εγώ έβαζα τις ιδέες κι εκείνος όλα τα τρεχάματα. Πόσο μ' εκνεύριζε, που δε μπορούσε να πάρει μόνος του απόφαση για το παραμικρό! Ήμουν πάντα γι' αυτόν ο πατρικός νόμος. Κι υπάκουε χωρίς αντίρρηση σε κάθε μου εντολή. Αυτό τού 'χε μείνει από το κόμμα Δεν τον έριχνα στα οικονομικά, αν κι εύκολα θα το μπορούσα. Εξακολουθούσε να προτιμά το φιλοδώρημα με σοκολάτα απ' τα κέρματα και τη σιγουριά του μισθού από το ρίσκο της επιχείρησης. Τον είχα στη δούλεψή μου με μισθό και κάποια ποσοστά που του χάριζα στ' όνομα της παλιάς μας φιλίας. Δούλευε σα γάιδαρος κι ήταν πιστός σαν το σκυλί.
Το Σωτήρη η Χούντα τον παράσυρε σε μια λασπωμένη ανηφό­ρα. Από δεξιά οικογένεια, κανείς δεν τον ενόχλησε στην αρχή. Μέχρι την κομμουνιστική του επιφοίτηση, όσο είμαστε μαζί στο γυμνάσιο είχε περάσει απ' όλες τις ομάδες των εθνικοφρόνων νέων και στους προσκόπους σαν παιδί, με αρχηγό το βασιλιά, έφθασε μέχρι κι ομαδάρχης. Όταν εγώ έφυγα στο εξωτερικό, ο Σωτήρης μπήκε στη Νομική. Μ' αυτό το ύψος πάντα ξεχώριζε. Με τα γεγονότα της Νομικής χαρακτηρίστηκε. Κλείστηκε στην κατά­ληψη κι ο πατέρας του επιστράτευσε τη μάνα του, που ήλθε άρον άρον στην Αθήνα για να τον συνετίσει. "Θα μου το φάνε το παιδί οι αλήτες (οι αναρχικοί, εννοείται). Η αστυνομία τη δουλειά της κάνει. Ησυχία δεν είχαμε τόσον καιρό; Τι θέλουν τα βρωμόπαιδα και δεν κάθονται στ' αυγά τους;"
Δεν τη γλίτωσε. Τον κλείσαν φυλακή. Κι άρχισαν οι δικοί του να τρέχουν δεξιά κι αριστερά, λυτούς και δεμένους να ξεσηκώ­νουν για να τον βγάλουν έξω.
Ας πει κανένα ονοματάκι, τον συμβούλευαν σε πατρικό τόνο οι ασφαλίτες. Ίσα για τα μάτια του κόσμου. Δεν γίνεται να μη γνωρίζετε με ποιους κάνει παρέα.
Αυτό πλήγωσε κατάκαρδα τον πατέρα του Σωτήρη. Τι εννοούσε δηλαδή αυτός ο γαλονάς; Πώς δε μεγάλωσε σωστά το γιό του; Έψαξε στο φοιτητικό του δωμάτιο, μα τίποτε δε βρήκε. Έψαξε τα χαρτιά του στο χωριό. Άνω κάτω έκανε το μπαούλο με τα πράγμα- τά του κάτι να βρει και να που τό 'βρε. Σ' ένα παλιό τετράδιο ένας κατάλογος με ονόματα. Αυτόν θα παράδινε στα χέρια της Ασφάλειας. Όμως όσο διάβαζε τα ονόματα των παλιών φίλων του γιου του, τόσο και θαύμαζε για την επιρροή των κομμουνιστών επί της υγιούς νεολαίας. Όλα τα ονόματα ήταν παιδιά αξιωματικών, γνωστοί γόνοι βασιλικών, ακόμη κι ένας γιος βουλευτή της συντηρητικής παράταξης. Δεν τού 'κανε καρδιά να τους καρφώσει, τόσα παιδιά σε τέτοια συνωμοσία. Πήγε στην φυλακή και βρήκε το Σωτήρη.
Λέω, του είπε, να παραδώσω τον κατάλογο. Μονάχα έτσι θα γλιτώσεις.
Όχι πατέρα, προς Θεού, του είπε ο Σωτήρης. Αντίθετα έτσι θα φανεί ότι εγώ ήμουν ο υπεύθυνος κι έτσι δεν πρόκειται να με ξαναδείτε.
Ξέρεις τι ήταν ο περίφημος κατάλογος; μου έλεγε γελώντας, όταν μου διηγήθηκε την ιστορία ο Σωτήρης. Η προσκοπική μου ομάδα. Φαντάσου να τον παράδινε στην Αστυνομία. Όχι, και βέβαια το δικό σου όνομα δεν ήταν μέσα Εσένα σε γνώρισα πολύ αργότερα.
Γελούσαμε καθώς ο Σωτήρης ιστορούσε όλα αυτά, γελούσε μέχρι κι ο γέρος του. Ήταν η χούντα παρελθόν. Όλοι μπορούσα­με να ειρωνευόμαστε ακόμη και τον ίδιο μας τον εαυτό.
Κανείς όμως δε μπορούσε να γελάσει τότε, είπε σοβαρεύο­ντας απότομα ο Σωτήρης. Με αποφυλάκισαν κι ήμουν από τους πρώτους που κάλεσαν στο στρατό διακόπτοντας την αναβολή λόγω σπουδών. Ψιθυριζόταν ότι σκόπιμα μας έστελναν στα σύνο­ρα για να συμβεί κάποιο ατύχημα. Μου έδωσαν μια μέρα διορία για να ετοιμαστώ. Το πρωί βγήκα από τη φυλακή, τ' απόγευμα έπρεπε να παρουσιαστώ στην Κόρινθο, το μεσημέρι παντρεύτηκα με τη Ρένα στο Λουτράκι γιατί μονάχα εκεί ρισκάρισε ο παπάς να μην ακολουθήσει τις κανονικές διατυπώσεις, προδημοσίευση στις εφημερίδες και τα τοιαύτα. Δεν είχαμε ούτε στέφανα. Δανειστήκαμε μιας ζωντοχήρας, για βέρες χρησιμοποιήσαμε του κουμπάρου κι η νύφη φορούσε κόκκινο φουστάνι κεντητό, δώρο κάποιας συντρόφισσας. Από τη φυλακή στην εκκλησία, πού νά 'βρει τον καιρό να στολιστεί; Δεν είχε πέπλο. Λίγο αγιόκλημα έκοψαν από κάποιο περιβόλι και στόλισαν τα μαύρα της μαλλιά Καταλαβαίνεις; Ήταν μια χειρονομία ρομαντική. Θύμιζε Ρωμαίο κι Ιουλιέτα. Έπρεπε να παντρευτούμε, γιατί ίσως αύριο θα ήμουν νεκρός. Δίχως κεριά, ρύζι και κουφέτα, δίχως πολυελαίους και μπουμπουνιέρες. Μόνο χαμόγελο και δάκρυ, δάκρυ και χαμόγελο που να παλεύουν ποιο θα νικήσει. Δυο τρεις οι καλεσμένοι, δυο τρεις οι τολμηροί. Κανείς απ' τους δικούς μου δεν ήλθαν στο γάμο. Το έμαθαν αργότερα. Κι έπειτα κάτσαμε σ' ένα φτωχοταβερνάκι στο δρόμο, σέρβιραν ότι υπήρχε κι είχε λιακάδα και τραγου­δούσαμε αντάρτικα και Θεοδωράκη και κρατούσα το χέρι της Ρένας σφιχτά κι όλοι δακρύζαμε και γελούσαμε μαζί κι έπειτα λέγαμε "φταίει το κρασί". Έπειτα πήγαμε στο μπαρμπέρικο και με κούρεψαν γουλί "χαρά στο γαμπρό" μου έλεγαν κι όλοι γελούσα­με μ' αυτό το γέλιο το νευρικό, που θέλει να προλάβει το λυγμό κι έπειτα με πήγαν συνοδεία μέχρι την πύλη του στρατοπέδου και τραγουδούσαμε "πού το πάνε το παιδί, χελιδόνι σε κλουβί" κι η Ρένα ήταν ψύχραιμη, μήτε ένα δάκρυ κι ας μην είχαμε μείνει ούτε στιγμή μόνοι οι δυό μας κείνη τη μέρα του γάμου μας.

Απόσπασμα 9η συνέχεια από 'Ονείρου απατηλότερα"

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας