Το καλοκαίρι αλάργεψε


Το καλοκαίρι αλάργεψε. Μεταναστεύω. Στα σκοτεινά αμπάρια σφίγγω στις χούφτες τις χάντρες που μου χάρισε, μέχρι να στάξουν αίμα. Απλώνω κουρασμένα φτερά στο ξεροβόρι, ιστία αλαφιασμένα στην τρικυμία, τα χέρια σου που περπατούσαν στο κορμί μου. Περνώ από το μάτι της βελόνας το μίτο της αγάπης κεντώντας τη λήθη της αιωνιότητας. Κρατώ την ανάσα προστάζοντας τις εκρήξεις των εγκάτων μου. Δεν ήσουν παρά η ελιά που κρέμασα το δισάκι της αγάπης μου. Δεν ήμουν παρά ο ήλιος που σου φώτισε το δρόμο. Γυμνά κλαριά λουσμένα μ' έρωτα. Καιροφυλαχτούσα ν' αδράξω τη στιγμή που πεταλούδα χρύσωνε τα δάχτυλά μου πάχνη. Μικρά καλύβια μέθυσαν χρυσάνθεμα. Οδοιπορούσαν οι καμινάδες προς τα σύννεφα, ταπείνωναν των βουβών καμπαναριών την απορία. Η φλόγα της αγάπης λιώνει τον ήλιο. Σεργιανώ την ήρεμη αυτοσυγκέντρωση του βράχου, ανατριχιάζω σαν πεύκο πριν την καταιγίδα, λούζομαι την άρνηση του φωτός, συμπορεύομαι σκιά θανάτου.
Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας