Ελεγεία στον Benjamin Moloize

Ελεγεία στον Benjamin Moloize
H κόκκινη Πιετά

Ο ποιητής ήταν λευκός, λευκότερος κι απ’ την αυγή. Κι η φυλακή του ήταν μαύρη, πιο μαύρη κι απ’ το θάνατο.
Ζούσε σ’ ένα κόσμο σκιών, σίγουρος πως αύριο θα πεθάνει. Άχρηστα τα μηνύματα συμπάθειας, συμπαράστασης λαών κι ατόμων. Η μηχανή της βίας έτριζε τα δόντια. Η καυτή της ανάσα άγγιζε το σβέρκο του. Θυμήθηκε τις βαμβακοφυτείες, τις μπανανιές, τους δουλέμπορους, τα καράβια που γεφύρωναν τους ωκεανούς για να ξεβράσουν ανθρώπους που μόλις είχαν πάψει να μετρούν σαν άνθρωποι. Το σκυλί που κυνηγούσε το δραπέτη είχε πάντα κοφτερά δόντια και καυτή ανάσα.
Ο νόμος είναι άδικος κι όμως είναι νόμος. Ο νόμος πνίγεται μόνο με ποτάμια αίμα. Μόνο με αίμα γεννιέται η ελπίδα για το δίκαιο νόμο.
Ο αστυνόμος είχε δίκιο. Είχε τπο νόμο με το μέρος του. Ο ποιητής ήταν παράνομος κι όμως το Δίκιο τον σκέπαζε με τρυφερά φτερά. Ο αστυνόμος πέθανε. Σειρά του άλλου να πεθάνει. Κανείς δεν παίζει με το νόμο ατιμώρητα. Μήτε το Δίκιο.
Ο ποιητής δεν είχε όπλο. Πυροβολούσε με τις λέξεις. Όμως ακόμη και τώρα, στις αρχές του 21ου αιώνα οι λέξεις ξέρουν να στοχεύουν, οι λέξεις ξέρουν να ματώνουν σε κάθε καρδιά, οχτρού ή φίλου.
Το κράτος είχε δύναμη, τη δύναμη της βίας. Ο ποιητής κρατούσε στις φούχτες του την ίδια την αδυναμία του, ευαίσθητο λουλούδι. Την κρατούσε στα χέρια, που βάραιναν οι χειροπέδες και την ύψωνε στ’ αστέρια προσφορά.
-Η αδυναμία είναι το δίκιο μας. Η δύναμη δε θα περάσει, έλεγε. Δε φώναζε, ψιθύριζε. Μα τα λόγια του τάπαιρνε ο αγέρας στα ρωμαλέα του πνευμόνια και τα βροντοφώναζε πάνω από γη και ουρανό. Η δύναμη έλιωνε κάτω από τη σκουριά της αδικίας.
Η μάνα του έμοιαζε Πιετά λαξεμένη σε γρανίτη. Δεν έστερξε να τον κρατήσει αγκαλιά. Ο νόμος ορφανεύει τις μητρικές αγκάλες. Πώς ήταν δυνατόν να επιτρέψει τη Βιβλική εικόνα; Θα ήταν βλασφημία. Η Πιετά στο Βατικανό είναι λευκή, σχεδόν διάφανη. Η οδύνη της εσωτερική, συγκρατημένη. Τούτοι οι μαύροι πίθηκοι θάβουν τους νεκρούς τους με τραγούδια και χορούς! Θαρρείς δεν υποφέρουν. Και μεις, οι λευκοί αφεντάδες, κρατούμε τα σχοινιά με σιγουριά. Δεν πρέπει να περάσουν.
Ο ποιητής ήταν μαύρος, πιο μαύρος κι απ’ το θάνατο. Η φυλακή ήταν λευκή, λευκότερη κι από την αυγή. Ο Θάνατος ήταν αυγή και είχε κι εκείνη μαύρο χρώμα. Σε ένα κόσμο δίχως αποχρώσεις ανάτελλε το φως. Κι είχε το χρώμα της φωτιάς, της χαράς, του έρωτα, το χρώμα της ελπίδας, το χρώμα του αίματος.
Το αίμα πεισματικά κοκκινίζει σε όλες τις ανθρώπινες ράτσες. Το αίμα έχει το χρώμα του δίκιου, το χρώμα της αδυναμίας. Το κόκκινο είναι το χρώμα της ανθρωπιάς, το χρώμα της παγκόσμιας αδελφοσύνης. Αν ζούσε ο Μικαλάντζελο θάβαφε την Πιετά του κόκκινη.

Benjamin Moloize (1955-1985) ήταν εργάτης- ποιητής, που καταδικάστηκε, επειδή συμμετέχοντας σε διαδήλωση κατά του Απαρχάιτ, που είχε σαν αποτέλεσμα το θάνατο αστυνομικού. Εκτελέστηκε στην Πραιτόρια με απαγχονισμό στις 18 Οκτωβρίου 1985.

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η εποχή της αγένειας