Πηνελόπη Δέλτα Το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια του θανάτου


Πηνελόπη Δέλτα
το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια του θανάτου


   Οφείλω από την αρχή να ομολογήσω την αδυναμία μου. Η Π.Δ.είναι η αγαπημένη μου συγγραφέας. Οι ήρωες των βιβλίων της είναι οι παιδικοί μου φίλοι και οι εφηβικοί μου έρωτες. Της χρωστώ πολλά. Μ' έμαθε ν' αγαπώ την Ελλάδα, γιατί η Ελλάδα είναι ευγενική κληρονομιά και χρέος, νάμαι περήφανη γιατί είμαι γυναίκα και "ότι θέλει η γυναίκα τα καταφέρνει πάντα" και ταυτόχρονα πως και ο "εχθρός" είναι άνθρωπος κι η κάθε νίκη οφείλει πρώτιστα νάναι νίκη ηθική, πως κανένας έντιμος στρατιώτης "πεσμένο άνθρωπο ποτέ του δε χτυπά", μα πάνω απ' όλα με δίδαξε πως μονάχα ο
έντιμος θάνατος μπορεί να υπογράψει μιαν έντιμη ζωή.
σελίδες από το "για την πατρίδα" με την υπέροχη εικονογράφηση Νικηφόρου Λύτρα
Ήταν τότε η δεκαετία του '50 κι όμως τα βιβλία που είχε γράψει για τα ελληνόπουλα της δεκαετίας του '10 εξακολουθούσαν νάναι επίκαιρα. Μιλούσαν στη δημοτική όταν επίσημη γλώσσα στο σχολειό είχαμε την απλή καθαρεύουσα, οι ηρωίδες της αντί να πλένουν πιάτα, όπως οι μαμάδες των αναγνωστικών, ντυνόντουσαν αντρίκια και συμμετείχαν ενεργά κι ισότιμα σε κάθε αγώνα κι η εικονογράφηση ειδικά των βυζαντινών της έργων με τις αισθαντικές ζωγραφιές του Λύτρα εξιδανίκευαν ακόμη και τους βούλγαρους, που εξακολουθούσαν νάναι ο "εχθρός" της κρατικής προπαγάνδας, τους έδιναν πρόσωπο ομόθρησκου ανθρώπου, που η συντριβή τους προκαλεί τον οίκτο, που η δική μας εκδικητική πράξη μας κάνει να "στρέφουμε το κεφάλι από ντροπή" γιατί για κανένα άνθρωπο, όσο αχρείος και αν είναι, δεν του αξίζει "τυφλός κι ελεεινός, πτώμα άταφο να πάει αλυσοδεμένος στις φυλακές ν' αποζήσει στο παντοτινό σκοτάδι τις μαύρες του τις μέρες".
 Πώς να ξεχάσω κείνες τις γυναίκες της, που τρυφερές κι αδέσμευτες, κατασκόπευαν και πολεμούσαν, μα ήξεραν και να υποτάσσονται σε γάμους πολιτικής σκοπιμότητας, κι ήξεραν να επαναστατούν όσο και να συμβιβάζονται, ποτέ δεν πρόδιναν κι ήξεραν ν' αγαπούν με την πεποίθηση πως η αγάπη του άντρα είναι πάντα κάλπικη, ο άντρας θα προδώσει τη γυναίκα, θα βάλει πάντα πρώτο το καθήκον ή τη φιλία, εκεί που η γυναίκα βάζει πρώτο τον έρωτα.
Πολύ αργότερα τη δεκαετία του '80 ήλθε στο φως το αρχείο της με τις αναμνήσεις, τις μαρτυρίες και το προσωπικό της ημερολόγιο.
Δεν ήμουν πια παιδί και γνωρίζοντας τη συγγραφέα μέσα από αυτό το πλούσιο υλικό, είδα πως τόσα χρόνια εκείνη θαύμαζα μέσα από τις σελίδες των βιβλίων της.
Γιατί η ζωή της Π.Δ είναι σα μυθιστόρημα κι εκείνη ο άνθρωπος της δράσης που δίνεται με πάθος σε κάθε μορφή κοινωνικού αγώνα, που κρίνει πως η ζωή αξίζει μόνο αν προσφέρεις. Επαναστάτρια απ' τα γεννοφάσκια της ασφυκτιά στο χρυσό κλουβί του πατρογονικού της. Κι έπειτα ένας γάμος δίχως έρωτα, ένας γάμος όμως που τη φέρνει κοντά στα γράμματα, που είναι ο προορισμός της, κι η πρώτη της επαφή με την αρρώστια, μιαν αρρώστια χρόνια και βασανιστική που όμως δε στάθηκε ικανή ν' ανακόψει την ορμή με την οποία δίνεται σε κάθε μορφή πολιτικού και κοινωνικού αγώνα, από την ένταξή της στο πλευρό των δημοτικιστών στη μάχη για μια καλύτερη εκπαίδευση, την πολιτική στράτευση δίπλα στο Βενιζέλο, και την οικονομική της συμβολή στην περίθαλψη των προσφύγων, των φυλακισμένων, των τραυματιών κάθε αγώνα.
Η συμβολή της αμφισβητήθηκε από πολλούς αυτοαποκαλούμενους προοδευτικούς κύκλους. Στο κάτω κάτω, λένε, δεν ήταν παρά μια αστή, μια μεγαλοαστή μάλιστα. Τι ήξερε αυτή από επανάσταση και λαϊκούς αγώνες;
Ε, ναι λοιπόν ήταν αστή. Ήξερε μόνο να προσφέρει.
"Θυμούμαι ιδαιτέρως μια κρύα νοεμβριάτικη πρωινή, που με τριγύρισαν καθώς κατέβηκα από το αυτοκίνητο ένα μπουλούκι γυναίκες αχτένιστες τρέμοντας από κρύο στα τσίτινα φορέματά τους. Μια ήταν σχισμένη κι ο ώμος της σκελετοειδής ήταν όλος έξω και παρακαλούσαν οι δύστυχες να τους δώσω ψωμί. Και θαύμασα τη μεγαλοψυχία τους που δε μου πήραν το γουνίσιο μου επανοφώρι και το ζεστό μου φόρεμα.
Και ντροπιασμένη για τα ζεστά μου ρούχα πέρασα ανάμεσά τους και τις πήρα στα διαμερίσματα που μου είχαν παραχωρήσει να τους μοιράσω μερικά πεντόδραχμα."

Ηταν η μικρασιατική προσφυγιά κι η Π.Δ. έτρεχε από γραφείο σε γραφείο παρακαλώντας για να βοηθήσει κι οι κρατικοί υπάλληλοι να της αρνούνται, να χρειαστεί να βάλει μέσον για να φτάσουν τα φάρμακα που είχε ετοιμάσει στα νοσοκομεία γιατί η προσφορά της λέει μπορούσε να θεωρηθεί σαν βενιζελική προπαγάνδα κι έπειτα έτσι απλά καταθέτει στον υπουργό της αντίπαλης παράταξης ένα ποσό ενάμιση εκατομμυρίου τη στιγμή που τα βασιλικά σωματεία πρόνοιας δε συγκέντρωναν πάνω από είκοσι χιλιάδες. Ήταν πράγματι μια μεγαλοαστή αριστοκράτισσα, περήφανη γιαυτό.
"Είμαι δημοκρατική και σοβινίστρια και Μπενάκαινα, καυχιόταν στο ημερολόγιό της. Και οι Μπενάκηδες δεν είχαν υποταχθεί ποτέ σε κανένα, δεν είχαν σκύψει το κεφάλι ούτε μπρος στον Τούρκο." Δεν καυχιέται για τον πλούτο και τη δύναμη της αρχοντικής της γενιάς, μήτε για την προσφορά των προγόνων της στην επιστήμη και τη διανόηση. Άλλοι καυχήθηκαν απλώς γιατί γεννήθηκαν προλετάριοι. Εκείνη καυχιέται για την περηφάνια της την ελληνική και για το δημοκρατικό της φρόνημα. Και ότι έχει, αυτό προσφέρει μαγιά για το αύριο της πατρίδας. Όπως πρέπει στον καθένα άσχετα αν είναι εργάτης ή κεφάλαιο.

Και σήμερα βιώνουμε ένα προσφυγικό ρεύμα που μας μεταμορφώνει σε ρατσιστές και σήμερα διάφορες επώνυμες κυρίες δίνουν βαρύγδουπες συνεντεύξεις. "Και γω αν το παιδί μου ήταν νηστικό θα έκλεβα" ειπώθηκε με στόμφο. Πόσες όμως κοσμικές κυρίες κινδύνεψαν να συνθλιβούν από το πλήθος της μιζέριας μοιράζοντας χρήματα που, έστω δε στερήθηκαν; Πόσοι Μπενάκηδες σήμερα βρέθηκαν να συνεισφέρουν οικονομικά; Πόσοι στέγασαν στο αρχοντικό τους την προσφυγιά της Αλβανίας και του Πόντου; Δεν είναι η αριστοκρατική ή η λαϊκή προέλευση αυτό που καθορίζει τη θέση μας στην ιστορία, αλλά η δράση κι η προσφορά μας.
Η Π.Δ. δεν δίσταζε να κατακρίνει τον ελληνικό λαό. Να φταίει τάχα η ταξική της προέλευση; 
Ο Βενιζέλος διαφωνούσε
"Η κρίσις μου δια τον ελληνικόν λαόν δεν είναι τόσον αυστηρά" της είχε απαντήσει το 1935. Μα ο Βενιζέλος και μετά τη συντριβή του στις εκλογές της 3 Νοεμβρίου 1920 έλεγε "Δεν κακίζω τον ελληνικό λαό. Του ζήτησα θυσίες μεγαλύτερες από τις δυνάμεις του". 
 Και ο Αλέξανδρος Δελμούζος προσπαθεί να μεταφέρει την καταδικαστική της κρίση από το λαό στην αστική τάξη. "Κάτι μου λέει μέσα μου, της γράφει, πως δε μπορεί νάναι έτσι ακριβώς, όχι όταν πρόκειται για το λαό...οι αστοί, α, ότι κι αν πήτε γιαυτούς έχετε δίκιο".

Όμως ο αφορισμός ότι "ο λαός έχει πάντα δίκιο" δεν εκπορεύεται από το στόμα του δημοκράτη αλλά του δημαγωγού. Ο λαός δεν έχει πάντα δίκιο κι η Π.Δ έχει το θάρρος να το βροντοφωνάξει αμέσως μετά το δημοψήφισμα που ξανάφερε τον Γλίκσμπουργκ στο θρόνο.
"7 Δεκεμβρίου 1920
Στην οδό Ηρώδου του Αττικού χιλιάδες κεράκια έλαμπαν στη μαυρίλα χιλιάδων λαού που έψελνε το Χριστός Ανέστη εμπρός στο παλάτι διακόβοντας κάθε λίγο για να ξεσπάσουν στα κουφαντικά ζήτω. Η λεωφόρος Κηφισίας μαύρη από κόσμο πέρα ως πέρα, η πλατεία Συντάγματος πλημμυρισμένη με τραπεζάκια όπου κάθονταν οικογένειες ολόκληρες, άντρες, παιδιά, γυναίκες με βυζανιάρικα στη αγκαλιά. Στρατιώτες χόρευαν σε κύκλο, γυναίκες ξεσκούφωτες έπιαναν το χορό, τραγουδούσαν όλοι, σφύριζαν, φώναζαν, ζητωκραύγαζαν σα μεθυσμένοι, και σαν τρελοί. Μια γυναίκα όρθια τραγουδούσε το "Γιο του Αετού". Άλλη στο αυτοκίνητο πεσμένη στην αγκαλιά του αυτοκινητά έλεγε μισολιγωμένη. "Έτσι θέλαμε. Έτσι θέλαμε" .. Δέκα, δώδεκα κορίτσια πήγαιναν τραγουδώντας με ξεφωνητά και ξετσίπωτα γέλια και λυγίσματα. "Το Βενιζέλο στείλαμε στο διάβολο πεσκέσι" Και όλοι μαζί φώναζαν, ο δρόμος ολόκληρος σφύριζε, ζητωκραύγαζε, ξελαρυγγίζουνταν, τ' αυτοκίνητα τρομπετάριζαν, τα τραμ κουδούνιζαν με ρυθμό. "Έτσι θέλαμε, τον εφέραμε".
Πέρα στη Μικρασία κάπου σε μια σπηλιά όπου είχαν καταφύγει για να κρυφθούν από τους Τούρκους βρέθηκαν τα πτώματα ελλήνων γυναικοπαίδων σφαγμένα, πριονισμένα, βρέθηκαν τα αιματοβαμμένα πριόνια, τα κόκαλα, οι σάρκες. Έτσι θέλαμε. Τον εφέραμε.
Στη Θράκη μαζεμένοι, μουδιασμένοι, ανήσυχοι περιμένουν οι έλληνες με τα μάτια στραμμένα στη Δύση, τηλεγραφούν και παρακαλούν μην τύχει και τους αλλάξουν τη συνθήκη των Σεβρών, γιατί αυτονομία γιαυτούς θα πει κατέβασμα των βουλγάρων κι αυτοί ξέρουν τι θα πει πέλμα βουλγάρικο. Έτσι θέλαμε. Τον εφέραμε.
Στη Μακεδονία πόλεις, χωριά και πεδιάδες κοιτάζουν με μάτια τρομαγμένα κατά το βοριά, όπου σα σύννεφο απειλητικό περιμένουν οι ακρίδες, οι σέρβοι, να χαλαρώσει η φύλαξη των συνόρων για να χυθούν ως τη θάλασσα και να καταλάβουν τη Θεσσαλονίκη. Έτσι θέλαμε. Τον εφέραμε.
Η συνολική τρέλα ολόκληρου λαού που παραληρεί."

Και το 1935 μετά τη νέα παλινόρθωση της δυναστείας ξεσπάει με πίκρα "Μα εγώ είμαι δημοκρατική και σωβινίστρια. Δεν υποφέρω το ξενούφαντο βρακί στο σβέρκο μου και την ξενική μπότα να μου
οργώνει το στήθος με το σπιρούνι. Θέλω έλληνα να μας κυβερνά.. και φέρανε πάλι αυτοί το δανορώσο γερμανό και υποκλινόμεθα ταπεινοί θεράποντες και τον λιβανίζουμε γιατί μας επιτρέπει ν'αναπνέουμε"
Η Ελλάδα την πληγώνει. Η Ελλάδα πάντα πληγώνει. Εκείνη "είχε ονειρευτεί μιαν Ελλάδα ελεύθερη, ανεξάρτητη και περήφανη". Μα η Ελλάδα γύρω της είναι "Κόλαση του Dante. Δολοφονίες, προδοσίες, ατιμίες, δειλίες, πορνείες, αποστασίες, λεηλασίες...βρώμα και δυσωδία, αχρειότης και κακουργία, σιχασιά εμετική, θρασυδειλία, πίεση, βρωμιά, βρωμιά, βρωμιά. Και πάνω απ' αυτή τη γενική βρωμιά ολίγα διαμάντια... Αυτοί δεν απαρνήθηκαν την ιδεολογία τους. Και αίματα περιττά, οι μάρτυρες."
 και παρακάτω
 "Απ' όλα τους τα κακουργήματα το χειρότερο το ποταπότερο είναι το κατέβασμα του ηθικού επιπέδου ολόκληρου του ελληνισμού. Στη μια παράταξη φοβέρες, πιέσεις, ξυλοκοπήματα, τουφεκισμοί, εκβιασμοί,ληστείες, δολοφονίες βρώμικες.. από την άλλη τρόμος, δειλία,υποχωρήσεις. Και πέρα σαν ένα φως τα διαμάντια"

Νάτο λοιπόν ίδιο κι απαράλλακτο το σκηνικό της αιώνιας Ελλάδας. Δε σας τρομάζει η επικαιρότητα αυτών των στοχασμών; Η μήπως θάπρεπε να παρηγοριόμαστε στην ιδέα πως μια ζωή τα ίδια λάθη κάνουμε;
"Ποιος θα γράψει ποτέ την ηθική ιστορία της Ελλάδας με τους ήρωες και της λέρες της;" ξεσπά με αγανάκτηση. Γιατί η Π.Δ δεν είναι από τους επαγγελματίες της πολιτικής που συνηθίσαμε στις μέρες μας. Δεν προσπαθεί να εξαργυρώσει την παρουσία της στη σκηνή, αντίθετα προσφέρει μέχρι τέλους. Γιατί η πατρίδα στέκει πάνω απ' όλα. Κι απ' την τιμή ακόμη του καθενός. Όμως πόσο τιμάται η πατρίδα σε μιαν Ελλάδα, που η τιμή εξευτελίζεται στο χρηματιστήριο της πολιτικής;
"Για την πατρίδα πρέπει να ξέρει κανείς και την τιμή του να θυσιάζει" έλεγε ο Αλέξιος στο "Για την Πατρίδα". "Η τιμή μου έχει σημασία μόνο για τον εαυτό μου. Κι εγώ είμαι ένας, θα περάσω και θα ξεχαστώ. Η πατρίδα όμως θα μείνει κι η πατρίδα είναι όλες οι γενιές που πέρασαν κι οι γενιές που είναι και κείνες που θα έρθουν".
Έτσι μιλά εκείνος στο έργο της. Εκείνη θέλει απλώς να πεθάνει μαζί του κι ορκίζεται να ζήσει "για την πατρίδα", γιατί αυτός το ζήτησε, γιατί εκείνη τούφερε το μαχαίρι της έντιμης θανής, το διαμαντοστόλιστο δώρο του γάμου τους, το πολύτιμο σκεύος του τελειωτικού τους χωρισμού. Εκείνη θα "πάγει από ραγισμένη καρδιά" η ίδια γυναίκα που παιδούλα ακόμη ζώστηκε στ' άρματα, που παρά τη θέληση του άντρα τον ακολούθησε στο δύσκολο ταξίδι του ολοκληρώνοντας μετά το θάνατο του την αποστολή. Τούτη η γυναίκα πήγε από ραγισμένη καρδιά, γιατί ολάκερη η ζωή της μέσα στην καρδιά της χώραγε κι οι πράξεις της απ' την καρδιά περνούσαν.
Ο ηγέτης όμως, ο στρατηγός, εκείνος θα πεθάνει με το κεφάλι ψηλά. Δεμένος, ματωμένος, όμως αγέρωχος αρνιέται μπροστά στον αντίπαλο την πράξη της ατίμωσης διαλέγοντας έτσι το θάνατο της
δόξας.
  "Οι δυο αντίπαλοι για ένα λεπτό έμειναν αντίκρυ ο ένας στον άλλον. Τα μάτια του Κατεπάνω δε χαμήλωσαν, ούτε μαλάκωσε το περιφρονητικό του βλέμμα. Με το χέρι ο Ιβάτζης έκανε νόημα. Ο
στρατιώτης κατέβασε τη λόγχη του με τόση ορμή που το σίδερο πέρασε τις σάρκες και μπήχτηκε στο δέντρο."
 Έτσι περιγράφει στο "Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου" το θάνατο που αρμόζει στον ηγέτη, το θάνατο του άρχοντα της Αδριανούπολης.
 Κάπως έτσι, δεμένος σε κάποιο δένδρο κι από το ίδιο φονικό χέρι του βούλγαρου στρατηγού θα πεθάνει αργότερα κι ο γιος του, Κων/νος. Μόνο που ο θάνατος του Κων/νου δεν είναι παρά μια έμμεση αυτοκτονία. Αυτός κυνηγούσε το θάνατο για να ξεφύγει από τον έρωτα, αφήνοντας ξωπίσω του την αγαπημένη του πολύτιμο τρόπαιο στα χέρια του καλύτερού του φίλου, γιατί "τον πόνο τον φορτώνονταν αυτός ο δυνατός για ν' αφήσει στον άλλο τον πιο αδύναμο ανοιχτό το δρόμο της ευτυχίας".
Οσο για κείνη; "Ήταν κι εκείνη δυνατή. Ας σπάσει την καρδιά της επιτέλους ή ας ξεχάσει". Η εύκολη λύση όλων των γενναίων, έντιμων ανδρών που διαλέγουν το θάνατο στ' όραμα κάποιου χρέους κι αψηφούν το "θα σε περιμένω πάντα" που συμπυκνώνει την επανάσταση μιας γυναικείας καρδιάς.
Πόσο ρόλο έπαιξε το θρυλούμενο τρυφερό αίσθημα της παντρεμένης Π.Δ. με τον πολιτικό αντίπαλο και μάρτυρα του κομματικού φανατισμού Ιωνα Δραγούμη, σ' αυτές τις αιώνιες ήττες του έρωτα από το χρέος που επιμένει να περιγράφει; Και πόσο βάρυνε στην πίκρα της, στη διάχυτη απαισιοδοξία της;
Θάνατοι έντιμοι και λυτρωτικοί πλάι στο μακελειό της σφαγής και την αντάρα του πολέμου. Στρατιώτες που διασκεδάζουν εκσφενδονίζοντας παιδιά στο δρόμο, γυναίκες που σφάζονται ατιμασμένες, ανάπλαση του μεσαιωνικού σκηνικού, προφητεία για την επανάληψη του δράματος της μικρασιατικής καταστροφής και της γερμανικής κατοχής. βαθιά Η Π. Δ. δεν άντεξε να ζήσει την τελευταία. Θεληματικά πρόλαβε την επανάληψη της ίδιας τραγωδίας στη ζωή της. Είχε βιώσει τη μικρασιατική καταστροφή τόσο βαθιά που προανάγγειλε την αυτοκτονία της την ίδια μέρα που έμαθε το θάνατο του Βενιζέλου γράφοντας στο ημερολόγιό της το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματος "Ρωμιοπούλες".

 Με τίτλο "Finis Greciae" περιγράφεται η ημέρα των εκλογών μετά τη Μικρασιατική καταστροφή
και η αυτοκτονία της ηρωίδας κάτω από την απελπισία της εθνικής συμφοράς.
Γράφει
"Ζούσε τώρα εκείνη ένα χρόνο και πάνω μόνη, κατάμονη κι έρημη, χωρίς άλλο φως από τη λάμψη της δόξας της εθνικής. Και θάμπωσε τώρα κι αυτή. Τη θάμπωσε το ίδιο το έθνος... ..Της ήλθε
αναγούλα, η φοβερή αναγούλα της απογοητεύσεως, του σκοτωμένου ονείρου που καμιά σου θέληση δε μπορεί να το αναστήσει... Πήρε την πένα της και με σφιγμένα δόντια κάτω από την τελευταία γραμμένη γραμμή χάραξε δυο λέξεις "Finis Greciae" και πρόσθεσε μιαν ημερομηνία "1η Νοεμβρίου 1920". Σήκωσε το χέρι να πάρει το στυπόχαρτο και σκόνταψε το άθικτο μπουκαλάκι με τις ανακουφιστικές στάλες... Πειρασμός ή απόφαση; Άνοιξε το μποτιλάκι, το άδειασε ολόκληρο σ' ένα ποτήρι και το ήπιε ως την τελευταία ρανίδα"
Και το 1941 επαναλαμβάνει σαν ηθοποιός τη σκηνή του δικού της έργου. Δεν ήταν μια πράξη δειλίας μπροστά στην οδύνη της Αρρώστιας της, όπως ισχυρίστηκαν πολλοί. Δε μπορεί κανείς ν' αρνηθεί την κατάθλιψη που θα της προκαλούσε. Γιαυτήν η σταδιακή παράλυση ήταν ό,τι για ένα ζωγράφο η απώλεια της όρασης ή για το μουσικό η βαθμιαία κώφωση.  Όμως μια γυναίκα με τόσο πάθος ποτέ δεν πεθαίνει νικημένη.
 Το είχε άλλωστε δηλώσει στο Βενιζέλο όταν μετά τη γνωστή δολοφονική απόπειρα, την είχε ρωτήσει
"Είστε και σεις από κείνους που θέλετε να κλειστώ στο σπίτι για ν' αποφύγω τη δολοφονία;"
"Όχι, του είπε. Νομίζω πως ένας που πεθαίνει για να στερεώσει το έργο του, εκτελεί το σκοπό του, τον προορισμό του." Κι έπειτα βάλθηκε να του εξηγεί πως ο δικός του προορισμός ακόμη δεν τελείωσε γιαυτό κι ο παλληκαρισμός δεν είναι γενναιότητα.
Όμως εκείνη στις 27 Απριλίου ένοιωθε πως στερέωνε το έργο της, εκτελούσε τον προορισμό της. Ο θάνατός της έπρεπε να είναι το κύκνειο άσμα μιας ζωής στην υπηρεσία της Ελλάδας. Και τη στιγμή που η Ελλάδα πέθαινε κι εκείνη πια ήταν ανήμπορη να τη συντρέξει έπρεπε κι εκείνη να χαθεί από συνέπεια στη ζωή και το έργο της. 
 "Ο πεθαμένος υψώνεται σε θρησκεία" λέει ο Περικλής για την αυτοκτονία του Γρέγου στα "Μυστικά του βάλτου". "Πέρασε η χριστιανική θρησκεία. Ποια είναι η καινούρια θρησκεία που θα ιδρύσω;" αναρωτιόταν στο ημερολόγιό του το 1910 ο Δραγούμης και της έγραφε
" Τι όμορφος ο θάνατος! Πώς με τραβά! Αισθάνομαι αηδία για τα πράγματα της ζωής. Και όμως την αηδία αυτή θέλω να τη νικήσω. Θέλω να ζήσω." 
Αυτή τη νιτσεϊκή άποψη συμμερίζεται και η ΠΔ. Κι αυτή πιστεύει πως "Ο φυσικός θάνατος είναι ο θάνατος που συμβαίνει μέσα στις πιο αξιοθρήνητες συνθήκες, ένας θάνατος που δεν είναι ελεύθερος, που δεν έρχεται όταν πρέπει, ένας θάνατος δειλός, και πως: "Από αγάπη για τη ζωή θα έπρεπε να επιθυμούμε ένα τελείως διαφορετικό θάνατο, έναν θάνατο ελεύθερο και συνειδητό, χωρίς το στοιχείο του τυχαίου και χωρίς εκπλήξεις."
Εκείνος, ο Δραγούμης, όπως η ίδια περιγράφει "στάθηκε με τα χέρια πίσω, προτείνοντας το στήθος, ήρεμος κι ατρόμητος", σαν ήρωας κάποιου της έργου "και τον τουφέκισε η φρουρά του".
 Εκείνη πεθαίνει το μεσημέρι της 2ης Μαΐου. Τραγικά. Γιατί οι γιατροί την πρόλαβαν και της πρόσφεραν μιαν ανεπιθύμητη καθυστέρηση στο ραντεβού της με τον αιώνιο εραστή, το Θάνατο. Εκείνη όμως αντιστάθηκε στην απάνθρωπη φιλανθρωπία της ιατρικής πράξης.
Από το χείλος του τάφου αντιστάθηκε στη ζωή δίχως ελπίδα. Και νίκησε. Σε πείσμα των γιατρών της. Εκείνη καθόρισε τη στιγμή. Δεν είχε ελπίσει σε καμιάν ανάσταση γιαυτό και δίνει τελευταία εντολή "Παιδιά μου, ούτε παπά, ούτε κηδεία. Παραχώστε με σε μια γωνιά του κήπου αλλά μόνο αφού βεβαιωθείτε πως δε ζω πια".
 Ήξερε πως η πράξη της ήταν αντίθετη με τους κανόνες της ορθοδοξίας. Δε μπορούσε να συγχωρέσει στην επίσημη εκκλησία ότι εκείνη είχε διοργανώσει τη μεσαιωνική τελετή του αναθέματος του Βενιζέλου το Νοέμβριο του 1916. Ήταν πολύ περήφανη για να συμβιβαστεί. Δεν ήθελε να κουκουλώσει την κορυφαία πράξη της ζωής της.  Βάδιζε στα χνάρια του πατέρα της που την ώρα του
θανάτου της μητέρας της είπε "Οχι παπάδες. Εκείνη άλλωστε δεν αισθάνεται πια". Και νεκρούς τύπους δεν τους ήθελε στην ιεροπρεπή τούτη στιγμή.
Στην ταφόπετρά της χαράχτηκε μόνο η λέξη "ΣΙΩΠΗ". Μια σιωπή τόσο εύγλωττη που μέχρι σήμερα κραυγάζει.
Ο αιώνας μας κλείνει και τα έργα της Π.Δ. παραμένουν εκπληκτικά επίκαιρα αφού το "μακεδονικό" παραμένει μείζον εθνικό ζήτημα και τα παιδιά μας περισσότερο από ποτέ πρέπει να μάθουν νάναι περήφανα για την Ελλάδα σε μιαν ΕΟΚ που μας χωνεύει, με μιαν Αμερική που μας συνθλίβει, σε έναν κόσμο που όσο πλαταίνει τόσο μας απομονώνει.
Παράδοξα ο ίδιος ο τρόπος θανάτου της Π.Δ. γίνεται αντικείμενο συζήτησης στις μέρες μας. Από τη μια, μια ιατρική μελέτη που αποδεικνύει πως οι αυτόχειρες παρουσιάζουν μειωμένη ως και 50% τη σεροτονίνη στον εγκέφαλο τους κι από την άλλη η δημοσιότητα που δόθηκε σ' ένα βιβλίο που προπαγανδίζει το δικαίωμα της ευθανασίας για τους ανίατους ασθενείς. Χημικά ελεγχόμενη προδιάθεση ή αναφαίρετο δικαίωμα η αυτοκτονία;
Την ίδια ώρα που ο πολιτισμένος κόσμος διεκδικεί καλύτερη ποιότητα στο θάνατο χιλιάδες ανήμπορα παιδιά πεθαίνουν από ασιτία ή από βόμβες ή από θεομηνίες ή θύματα κάποιων ιάσιμων ασθενειών.
Την ίδια ώρα κάποιοι ανύποπτοι νέοι άνθρωποι σκοτώνονται στα τροχαία, στις ληστείες ή από καρδιακά επεισόδια θύματα της σύγχρονης καθημερινότητας του άγχους και της ταχύτητας.
Υπήρξαν εποχές που οι άνθρωποι πέθαιναν στο σπίτι τους κυκλωμένοι από συγγενείς και φίλους. Ήταν η ευχή της λαϊκής σοφίας. Να πεθάνει κανείς γέρος στο κρεβάτι του. Γιατί ο θάνατος είναι ταξίδι κι όλοι γυρεύουμε το κατευόδιο, το στερνό αντίο σ' όσα αφήνουμε, σε ότι αγαπήσαμε, σε ότι σίγουρα δε θα ξαναδούμε τουλάχιστον όπως το γνωρίσαμε.
Σήμερα πεθαίνουμε στο θάλαμο κάποιου νοσοκομείου μ' ένα πάνινο παραβάν να μας χωρίζει από το διπλανό. Πλάι μας συνήθως ο εφημερεύων γιατρός παλεύει μέχρι τελευταία στιγμή να μας ανατάξει. Τώρα ακόμη κι ο θάνατος βιάζεται. Οι νέοι νεκροί διαλύονται σε ανθρώπινα ανταλλακτικά, που χρησιμοποιούνται από κάποιους συνανθρώπους, συνήθως εύπορους.
Ταξικές διαφορές μπροστά στο θάνατο; Μα είναι κοινοτυπία. Σε ορισμένες χώρες αναφέρθηκαν κρούσματα φόνων που έχουν σχέση με το κύκλωμα των μεταμοσχεύσεων, ενώ στη γειτονική Τουρκία κάποιοι άποροι πουλούσαν τον ένα τους νεφρό με το ίδιο σύστημα που λειτουργούσαν οι ιδιωτικές τράπεζες αίματος. Για ποιο δικαίωμα στο θάνατο μπορούμε λοιπόν να μιλάμε όταν καλά καλά δεν έχουμε κατοχυρώσει το δικαίωμά μας στη ζωή;
Όμως ο θάνατος παραμένει το καθοριστικό γεγονός της ανθρώπινης ζωής, η κορωνίδα κάθε πράξης μας. Ζούμε ουσιαστικά για να πεθάνουμε. Όλη μας η ζωή δεν είναι παρά μια πορεία γι αυτό ακριβώς το τέρμα και όλοι ενδόμυχα ευχόμαστε να ζήσουμε το θάνατο με την αξιοπρέπεια που η ζωή μας φόρτωσε.
 Έχουμε όμως δικαίωμα επιλογής για τη στιγμή ή τον τρόπο που θα πέσει η αυλαία; Αν είμαστε γιαπωνέζοι σίγουρα θ' απαντούσαμε καταφατικά. Το χαρακίρι είναι πράξη ύψιστης εντιμότητας και η εγκατάλειψη των γέρων στο βουνό του θανάτου θεωρείται όχι απλά θεμιτή, αλλά επιθυμητή σε μια κοινωνία λιμοκτονούντων. Ακούστηκε μάλιστα πως και στην Αμερική όλη αυτή η φιλολογία γύρω από την ευθανασία δεν είναι παρά η προπαγάνδα του κράτους για να μειώσει το κόστος των νοσηλίων.
Γιατί βέβαια οι χριστιανικές κοινωνίες καταδικάζουν και την αυτοκτονία και το φόνο σε καιρό ειρήνης. Στον πόλεμο όμως όλοι καλούνται να γίνουν εθελοντές αυτόχειρες ή φονιάδες με τις ευλογίες των παπάδων τους.
Οι γιατροί στις μέρες μας δεν καλούνται απλά να υπερασπιστούν την ανθρώπινη ζωή. Χρειάζεται ν' αποφασίσουν για την τεχνητή παράταση μιας ζωής ανθρώπων-φυτών εξαρτημένων από κομπιούτερ, για τη ταχύτερη αποδέσμευση ζωντανών ιστών από έναν εγκέφαλο που δεν έχει ελπίδα, καλούνται ακόμη και να "βοηθήσουν" ένα ανίατο ασθενή να πεθάνει με αξιοπρέπεια ή να επιταχύνουν την επέλευση του μοιραίου σε περιπτώσεις νεογέννητων με ανίατες ασθένειες. Διλήμματα πρωτόγνωρα προκύπτουν, ηθικές μάχες δίνονται καθώς ο γιατρός καλείται να επιλέξει με λίστες αναμονής σε ποιόν θα κάνει ταχύτερα τη μεταμόσχευση ή θα εφαρμόσει την νέα θεραπευτική αγωγή. Ο γιατρός σήμερα νοιώθει ένοχος γιατί ενώ διαθέτει πλούσιο οπλοστάσιο, ενώ θα μπορούσε να προλάβει το θάνατο, οι κοινωνικές συνθήκες του το απαγορεύουν. Δεν κατανοεί πώς μπορεί να ξοδεύονται τεράστια κονδύλια για την έρευνα σε αρρώστιες όπως το AIDS χωρίς παράλληλα να θεραπεύονται παντού, όλοι όσοι πάσχουν από ιάσιμα νοσήματα, χωρίς να έχουν εξαλειφθεί όλες οι αρρώστιες που μπορούν να προληφθούν με εμβολιασμό. Γιατί το παιδί του σωλήνα να επιζεί στη θερμοκοιτίδα και το τελειόμηνο στην Αιθιοπία να πεθαίνει από ασιτία;
Ποιός λοιπόν μπορεί να του ζητήσει ευθύνες αν δράσει αυτόβουλα; Η κοινωνία ήδη του επιβάλει να αποφασίσει ποιον θα αφήσει να πεθάνει. Η ίδια η κοινωνία του απαγορεύει να σώσει όσους μπορεί. Όταν ο άρρωστος σημαίνει για το γιατρό μια μοναδική ψυχοσωματική μονάδα, δε μπορεί να κατανοήσει το διαχωρισμό ανάμεσα στο τακτικό τσεκ απ του Προέδρου των ΗΠΑ και το εμπάργκο στα φάρμακα που καταδικάζει σε θάνατο παιδιά στο Ιράκ. Έτσι για το γιατρό ο νομικός κίνδυνος είναι αυτό που τον συγκρατεί από το να προσφέρει θεραπευτικά το θάνατο όταν και αν του ζητηθεί. Για τους γιατρούς η έκτρωση ποτέ δεν ήταν ηθικό δίλημμα γιατί μάχονται την αρρώστια πρόσωπο με πρόσωπο, γνωρίζουν το θάνατο από πρώτο χέρι και δεν πείθονται με τις νομικίστικες εξηγήσεις του στυλ "η έκτρωση είναι νόμιμη μόνο με ορισμένες προϋποθέσεις". Ο θάνατος είναι ίδιος παντού και το δικαίωμα στη ζωή θάπρεπε νάναι παντού και πάντα απαραβίαστο. Ο θάνατος μπορεί για τους ποιητές να είναι όμορφος, για τους ιδεολόγους,  ηρωικός, για τους μελετητές αναγκαίος, για τους ασκητές επιθυμητός, για τους γιατρούς όμως είναι ο αιώνιος αντίπαλος που αν και τον κερδίζουμε στις μάχες έχει εξασφαλίσει την νίκη στην τελική έκβαση του πολέμου. 
 Και βέβαια ο γιατρός δε θα μπορούσε να γίνει φονιάς από ευσπλαχνία, έτσι αβασάνιστα. Και βέβαια η λύση θα βρεθεί για το σύνολο της κοινωνίας όσο θα ωριμάζουν οι συνθήκες. Όμως εμείς ο καθένας προσωπικά ίσως να μην προλάβουμε. Γιατί ενώ ο καθένας μας κουβαλά τη συνολική μνήμη της ανθρωπότητας γραμμένη στα χρωματοσώματά του, μια μνήμη συλλογική, ίδια κι απαράλλακτη στα κύτταρα όλων των ατόμων σε όλες τις φυλές,όπως απέδειξαν πρόσφατες μελέτες της γενετικής, ο καθένας μας καλείται σε χρόνο τακτό να παραδώσει τη σκυτάλη.
 Κανένας μας δε θέλει να πιστέψει πως είμαστε μόνο χώμα και νερό, σάρκα και κόκαλα, πως είναι τόσο απλό να εξαφανιστούμε από τη μια στιγμή στην άλλη σαν άνθη του αγρού. Θέλουμε να χαράξουμε τ' όνομά μας στο βράχο της ανθρώπινης μνήμης. Θέλουμε να έχουμε "αιωνία μνήμη". Γιαυτό και θέλουμε η κορυφαία πράξη μας, ο θάνατος, νάναι σύμφωνη με το χαρακτήρα και τη δράση μας , θέλουμε συνειδητά ν' αποχωρήσουμε απ' τη σκηνή και η αυλαία να πέσει με χειροκροτήματα. Και η αυτοκτονία προσφέρεται σα θεατρική πράξη.
Είναι η μικρή παρηγοριά, η τελευταία ψευδαίσθηση πως τελικά εμείς νικήσαμε τη Μοίρα, προλάβαμε το Χάροντα, κάναμε σαν πειρατές ρεσάλτο στο βαρκάκι του. Κι είναι τόσο παιδιάστικο αυτό όταν το δεις από μακριά που σίγουρα κανείς θεός δε θα βρεθεί να το καταδικάσει.
Μηδένα προ του τέλους μακάριζε ή μακάριοι όσοι κλείνουν καλογραμμένο το μηδενικό της ζωής στην άμμο του κόσμου. Μακάριοι όσοι χαίρονται το δειλινό να πέφτει στην έρημο της καρδιάς τους,
γιατί μόνοι στο θάνατο και μόνοι στη ζωή βαδίζουμε, σκιά ονείρου μας κυκλώνει. Μακάριοι όσοι ζουν κάθε στιγμή σα νάναι η τελευταίαή η πρώτη. Μακάριοι όσοι ζουν πιπιλώντας την απατηλή λάμψη της υστεροφημίας τους. Μακάριοι όσοι καταφέρνουν να επιζούν στα παραμύθια των ανθρώπων. Είναι σα να βαδίζουν μέσα στ' όνειρο.
Γιατί αν η ζωή είναι το όνειρο, ίσως ο θάνατος νάναι το ξύπνημά μας.

Μα όλα τούτα τα ποιητικά παράδοξα δε θάβρισκαν σύμφωνη την Π. Δ. Εκείνη συμφωνούσε με το Βενιζέλο που όταν τον ρώτησαν αν πιστεύει στη μετά θάνατον επικοινωνία απάντησε
 "Εγώ έχω πάρα πολλή δουλειά σε τούτο τον κόσμο. Δεν πρόλαβα ν' ασχοληθώ με τον άλλο".
Για κείνην ζωή είναι η ενασχόλησή της με την πολιτική δράση.
"Η πολιτική είναι η ιστορία και τούτη την ώρα μόνο η Ελλάδα μ' ενδιαφέρει". Και τούτη η ώρα στάθηκε όλη της η ζωή και η Ελλάδα ήταν για την Π.Δ. το υποκατάστατο της μητέρας που λάτρευε δίχως να μπορεί ν' αγγίξει.

 Αποκαλυπτικό είναι το απόσπασμα από τις "Πρώτες Ενθυμήσεις" 
Γράφει
"Σε κείνη τη γωνιά αριστερά κατέφευγα το σούρουπο όταν είχα φάει κανένα μπάτσο ή τιμωρία κι ήταν πολύ μεγάλος ο καημός μου που δε μ' αγαπούσε η μητέρα. Και άκουα τα σπουργίτια που τσίριζαν στο γειτονικό δέντρο και κοίταζα το δέντρο με το πυκνό φύλλωμα κι έσκυβα πάνω από τους βασιλικούς και την κουπαστή κι έβλεπα κάτω το στενό δρομάκι του Γιακαρίμ και συλλογιζόμουν "Άραγε πονεί πολύ να πέσει κανείς εκεί χάμω;"
Με τραβούσε η ιδέα του θανάτου που θάκανε τη μητέρα να κλάψει. Γιατί πάντα έκλαιγαν οι μητέρες όταν πέθαινε κανένα τους παιδί, άρα θα έκλαιγε κι η δική μου αν πέθαινα. Και άκουα το τσιριχτό τραγούδι των σπουργιτιών και συλλογιζόμουν αν πονεί πολύ να πέσει κανείς και λαχταρούσα, νοσταλγούσα το κλάμα της μητέρας, ίσως και κανένα της φιλί και φοβόμουν όμως τον πόνο και λογάριαζα πώς να σκαρφαλώσω, πώς να πάω απ' έξω από τα κάγκελα, πώς ν' ανοίξω τα χέρια μου και να πέσω. "Μα πονεί πολύ άραγε;" και φοβούμουν και άκουα τα σπουργίτια και πονούσα όσο ήταν δυνατό παιδί να πονέσει και να νοσταλγήσει.
Στην πλατεία Μουχάμετ -Αλη στην αγγλική εκκλησία ήταν άλλο ένα μεγάλο δέντρο όπου μαζεύονταν το βράδυ τα σπουργίτια. Κι αν τύχαινε να περνούμε περίπατο, σούρουπο, από κει και να τ' ακούσω πλημμύριζε η ψυχή μου μαυρίλα και καημό και νοσταλγούσα το ξύλινο μπαλκόνι απ' όπου μπορούσα να πέσω να σκοτωθώ, και ποτέ, ούτε μεγάλη σαν ήμουν πια δεν πέρασα βράδυ από το δέντρο αυτό χωρίς να με γεμίσει θλίψη και στεναχώρια και χωρίς τη νοσταλγία του θανάτου, χωρίς τον καημό που ξυπνά μέσα μου ακόμη και τώρα το βραδινό τραγούδι των σπουργιτιών που κουρνιάζουν στα δέντρα."

Αυτή η νοσταλγία του θανάτου, αυτή η ελπίδα. Θα κλάψει τάχα η μητέρα; Θα κλάψει τάχα η πατρίδα; Θα μας προσφέρει το στερνό φιλί; Η πήγε χαμένος ο πόνος, χαμένη η δίψα, χαμένη η αγάπη μας;
Θα δικαιώσει ποτέ τις προσπάθειές μας η ιστορία, η πολιτική, η ίδια η ζωή μας; Η μήπως όλα ανακυκλώνονται σ' ένα κόσμο που μοναδικός του προορισμός μένει ο θάνατος; Σιωπή. Τίποτε άλλο.
Μόνο σιωπή.

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σχόλια

  1. Εξαιρετικό Μαρία, Μπράβο.
    Μιχάλης Μουτούσης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Νικος Φαραζης Πολύ ωραίο κείμενο για μια παρεξηγημένη προσωπικότητα.
    1 λεπτό · Δεν μου αρέσει · 1

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Avgi Kommata Πολύ ωραίο κείμενο !Αιχμηρός προβληματισμός ...π,χ. γιατί η εξωσωματική και η θερμοκοιτίδα όταν τα τελειόμηνα κινδυνεύουν από ασιτία...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η ιστορία του αντιπυρηνικού κινήματος και ο ειρηνιστής γιατρός Γρηγόρης Λαμπράκης