Επιστροφή στην Αίγυπτο


Eπιστροφή στην Αίγυπτο

Επιστροφή στην Αίγυπτο. Επιστροφή στις πηγές του πολιτισμού. Μονάχα έτσι μπορεί να βιωθεί ένα ταξίδι στο ιερό ποτάμι, που γονιμοποιεί την πρώτη ύλη του ανθρώπου, τον πηλό και διδάσκει τις μελλοντικές γενιές, πως ο θάνατος δεν είναι παρά το ταξίδι ανάμεσα στις δυο όχθες τ' ουρανού και πως στο τέλος νικητής βγαίνει εκείνος που αψηφά και επιμένει. Νικητής του χρόνου, φύλακας της αθανασίας δεν είναι παρά η άμμος κι ο ήλιος ο καυτός κι ανάμεσά τους ο Νείλος να χορεύει στους ρυθμούς της γονιμότητας.

Όλα ξεκίνησαν με την επίσκεψη στο Βρετανικό μουσείο. Σ' ένα υποβλητικό μισόφωτο οι αιγυπτιακές μούμιες θυμίζουν το πείσμα του ανθρώπου να επιβιώνει μες απ' το θάνατό του. Κι έπειτα η σκέψη πως κάθε άνθρωπος που θέλει να λογαριάζεται πολιτισμένος οφείλει ένα ταξίδι στην Αίγυπτο, τη μήτρα του πολιτισμού, έτσι όπως τον γνώρισε η ανθρωπότητα. Μετά οι δεσμοί Αιγύπτου - Ελλάδας που βαραίνουν σα χρέος κι αυτή η ανάγκη για περιπέτεια, αυτός ο κορεσμός απ' την κοινοτυπία της Ευρώπης, αυτή η δίψα για την παρθενικότητα της Αφρικής.
Τίποτε το σπουδαίο. Ενα τυπικό τουριστικό ταξίδι. Με γκρουπ, μες απ' την ασφάλεια του κλιματισμένου πούλμαν, με την πολυτέλεια των πολυεθνικών ξενοδοχείων και των αποστειρωμένων εστιατορίων. Τύχη αγαθή ο ξεναγός νάναι ελληνοαιγύπτιος και να κατέχει την τέχνη να μεταγγίζει την ουσιαστική γνώση στο αδιάφορο παράδοξο πλάσμα της ολιγοήμερης φυγής απ' τη ρουτίνα, την ακρίδα των Duty free και αδιάφορο περιπατητή των μουσειακών χώρων, τον τουρίστα, που θεωρεί καθήκον του να πηγαίνει παντού, όπου στη γη τον στέλνουν τα τουριστικά γραφεία κι επιστρέφοντας από κάθε γωνιά της γής δεν κουβαλά παρά το αδασμολόγητο βίντεο, που -ευτυχώς- το γλύτωσε απ' τα αρπαχτικά νύχια του τελωνείου.
Η Αίγυπτος όμως για τον κοινό τουρίστα είναι ένα σοκ, ακριβώς όπως είναι κι η Ελλάδα για τον απροετοίμαστο ελληνολάτρη. Γιατί Αίγυπτος είναι κι η μήτρα του πολιτισμού με τις γερά θεμελιωμένες στην άμμο ρίζες των πυραμίδων της, Αίγυπτος και το μελισσολόι της φτωχολογιάς κι η φωνή του μουεζίνη, Αίγυπτος και τα πολυτελή ξενοδοχεία με το άψογο σέρβις και τα νυχτερινά κέντρα με το χορό της κοιλιάς. Πάνω απ' όλα Αίγυπτος είναι ο Νείλος, τα πάντα εν κινήσει, τα πάντα στατικά, σαν την ανθρώπινη ιστορία που χαμογελά ειρωνικά κάτω απ' τον πρασινωπό καθρέφτη των νερών του.
Κάιρο. Μια πόλη με 15 εκ. κατοίκους που μυρμηγκιάζουν στους
δρόμους, οι άντρες με κελεμπίες (ακόμη κι αυτοί που αναγκάζονται στη δουλειά τους να φορούν παντελόνια στο σπίτι ντύνονται με κελεμπία γιατί είναι βολική) οι γυναίκες μαντηλοδεμένες και με μαύρα φουστάνια, που επιδεικνύουν τη σεμνότητά τους ακόμη κι όταν κάθονται μπροστά στις οθόνες των κομπιούτερ και τα παιδιά που γελαστά σε πλησιάζουν για να ζητιανέψουν στυλό και μπαξίσι, ξυπόλυτα, κακοντυμένα, μα περήφανα. Ενας λαός που μποτιλιάρει συστηματικά τους δρόμους, που αντιστέκεται στη διεθνοποίηση των αριθμών κι επιμένει να γράφει τις τιμές με αιγυπτιακά στοιχεία, που ανεβοκατεβαίνει πηδώντας στα απαρχαιωμένα λεωφορεία που δεν ξέρουν τι είναι στάση, ένας λαός που προσεύχεται παντού, κάθε στιγμή της μέρας, όποτε η φωνή του Προφήτη το προστάζει -στους χώρους της δουλειάς ή στη μέση του δρόμου, όλοι γνωρίζουν προς τα πού πέφτει η Μέκκα- κανείς δεν παραξενεύεται στη θέα κάποιου, που στο παγκάκι του δρόμου κάνει μετάνοιες, κανείς δε θα κρυφτεί όταν επικοινωνεί με το Θεό, όπως συνηθίζουν κάποιοι χριστιανοί να κρύβουν το σημάδι τοy σταυρού που κάνουν περνώντας απ' τις εκκλησιές μας. Ο Αλάχ τους είναι αυθάδης και προκλητικός. Κάθε χρόνο χτίζεται και ψηλότερος μιναρές στην πόλη κι όσο ψηλώνει η περηφάνεια των πιστών, τόσο κι η αξιοπρέπεια των ταπεινών φουντώνει, έτσι που κάποτε το ποτάμι ν' ανταριάσει και τότε ο κόσμος όλος θα οπισθοχωρήσει τρομαγμένος απ' την κραυγή του μουεζίνη που τώρα απλώς ξαφνιάζει στις 5 η ώρα το πρωί καθώς πλανιέται ανάμεσα από κορναρίσματα, στην πρωινή ομίχλη που σκεπάζει κι αδελφώνει την προπέτεια των ξενοδοχείων με την αθλιότητα των λαϊκών πολυκατοικιών και την ασφάλεια των νεκροταφείων όπου οι ζωντανοί στεγάζονται αδελφωμένοι με το θάνατο σ' αυτή τη χώρα του μυστηρίου.
Πρώτη μπουκιά το αρχαιολογικό μουσείο. Ενα μουσείο που στεγάζει ουσιαστικά τα ευρήματα ενός μόνο τάφου. Τουταγχαμόν. Ο φαραώ, που επέζησε στη μνήμη των ανθρώπων γιατί είχε την τύχη ο τάφος του να παραδοθεί ασύλητος στην αρχαιολογική σκαπάνη. Ένας ασήμαντος βασιλιάς που κυβέρνησε από τα 8 μέχρι τα 20 του χρόνια, δίχως να προσφέρει τίποτε ουσιαστικό στη χώρα του, εξασφάλισε από τη Μοίρα τη μεγαλύτερη μεταθανάτια υστεροφημία. Κανένα πολεμικό κατόρθωμα, καμιά πολιτική νίκη δεν καταφέρνουν όσα ένα καπρίτσιο της Ιστορίας. Ελάχιστοι έχουν ακούσει για τον Αχενατόν, το σημαντικότερο ίσως φαραώ που μάταια προσπάθησε να επιβάλει τη λατρεία του ενός Θεού στη χώρα, ελάχιστοι γνωρίζουν πως μόνο μια γυναίκα φαραώ βασίλεψε στην Αίγυπτο, η Χασεψούτ με την πολυκύμαντη ζωή , όλοι όμως θυμούνται τη συγκίνηση που προκαλεί η χρυσή προσωπίδα του Τουταγχαμόν, την έκπληξη και το θαυμασμό που τους συνεπήρε μπροστά στο άγαλμα της Νεφερτίτι, έτσι που πια ολόκληρη η ιστορία της Αιγύπτου να συμπυκνώνεται στην αθάνατη ομορφιά που εκπέμπουν αυτές οι δυο ασήμαντες ιστορικά μορφές.
Το αρχαιολογικό Μουσείο στο Κάιρο είναι άναρχο και σκονισμένο, όπως κι η πόλη που το περιβάλει. Σε κάθε αίθουσα ο φύλακας πρόσμενε τον ξεναγό με το χέρι απλωμένο για το μπαξίσι (η εκδούλευση που προσφέρει είναι να κάνει τα στραβά μάτια, αν κάποιος ανόητος τουρίστας αγγίξει ή φωτογραφίσει με φλάς τα πολύτιμα εκθέματα). Το μπαξίσι είναι καθεστώς παντού κι είναι το πρώτο πράγμα που χρειάζεται να συνηθίσει ο ευρωπαίος. Το δεύτερο είναι το παζάρι. Παζάρι που γίνεται για το κάθε τι, ουσιαστικά για την ευχαρίστηση που προσφέρει, παζάρι που δεν είχαμε προλάβει να διδαχθούμε μόλις βγαίνοντας από το μουσείο μας κύκλωσε ένα σμήνος μικροπωλητών που πουλούσε μ' ένα μόνο χιλιάρικο. Χιλιάρικο! Τι ηδονή! Η δραχμούλα μας ακόμη περνιέται για νόμισμα στο Κάιρο! Γιατί λοιπόν να παζαρέψεις το χιλιάρικο για ένα τόσο όμορφο γιορντάνι; Δε ζητούν δολλάρια, ούτε μάρκα, ούτε ECU. Ζητούν χιλιάρικο. Και μόνο γιαυτό αξίζουν την ανταμοιβή τους. Αργότερα οι συχνές επιδρομές αυτών των ειρηνικών ορδών διδάσκουν πως η τιμή συνήθως είναι κάτω από το τέταρτο της πρώτης προσφοράς, όμως η εθνική έξαρση της πρώτης εκείνης κυριαρχίας του ελληνικού νομίσματος στην αιγυπτιακή οικονομία υπερνικά κάθε κλαυσίγελω από τη συνειδητοποίηση της απάτης.
Στην καρδιά αυτού του σκηνικού της ανατολίτικης γοητείας ό,τι διασώθηκε απ' τις επιδρομές των πολιτισμένων κατακτητών, το παρελθόν της Αιγύπτου, ο πλούτος, η τέχνη, η ομορφιά, ο πολιτισμός, η ζωή που νίκησε το θάνατο, τα σύμβολα που προκαλούν για καινούριες ερμηνείες, οι θεοί που αλλάζουν ονόματα, προσαρμόζονται για να επιζήσουν αλλά διατηρούν την τριαδική τους υπόσταση και το σταθερό τους προσανατολισμό προς το Φως, (Οσιρις, Ιρις, Ωρος. Αμων-Ρα, Μουτ, Χονσού), την αιώνια διαμάχη του καλού με το κακό, τον ατελεύτητο κύκλο καταστροφής και δημιουργίας, την ατέρμονη γονιμότητα που σημαδεύεται με τις πλημμύρες και την ξηρασία του Νείλου.
Κι ο άνθρωπος, τι είναι ο άνθρωπος, για τον αρχαίο αιγύπτιο; Μα δεν είναι παρά το δάκρυ του θεού Ρα, το δάκρυ του θεού Ηλιου, ενός θεού πρωτεϊκού, που αναδύθηκε από κάλυκα λωτού που εμφανίστηκε στο υδάτινο χάος. Τι ποιητική εικόνα για τον άνθρωπο! Το δάκρυ του θεού του φωτός! Υπάρχει βέβαια κι η παραλλαγή του μύθου, που στέκει κοντύτερα στην εβραική παράδοση και θέλει τον Φθα (Χνουμ), θεό αγγειοπλάστη, να πλάθει τους ανθρώπους με πηλό ακριβώς όπως ο Ιεχωβά στη Βίβλο. Προσωπικά στην Αίγυπτο έννοιωσα σα σταγόνα. Σταγόνα από νερό του Νείλου, νερό πρασινωπό, θολό, φορτωμένο με πίκρα κι ελπίδα, ζυμωμένο με ιστορία, μια σταγόνα νερού χαρούμενου για τον προορισμό του να γονιμοποιεί ή απλώς να χύνεται στη θάλασσα. Ναι, στην Αίγυπτο ήμουν το δάκρυ του θεού
Αμμωνα-Ρα.
Οπως σε κάθε θρησκεία παντού, έτσι και στην Αίγυπτο η ιεραρχία των θεών ανταποκρινόταν στη δομή της αιγυπτιακής δεσποτείας. Ο ανώτατος θεός Αμων-Ρα είχε στην "Αυλή" του το "βεζύρη" του θεό της σοφίας Θοτ, τους ανώτατους υπαλλήλους του, τους υποτελείς του, τον όχλο, όλα κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν της φαραωνικής εξουσίας. Γιαυτό και η απόπειρα του Αμένοφι του ΙV (Αχενατόν) να καθιερώσει το μονοθεϊσμό απέτυχε παταγωδώς. Η δύναμη της ιερατικής αυλής ήταν μεγαλύτερη απ' το θεό του Αχενατόν. Το ιερατείο στην Αίγυπτο ήταν πανίσχυρο. Ανεχόταν την εκάστοτε πολιτική εξουσία, τη θεοποιούσε αλλά δεν της παρέδιδε ποτέ τα μυστικά κλειδιά της γνώσης. Ετσι παρατηρήθηκε το παράδοξο μια γραφή, τα ιερογλυφικά που χρησιμοποιήθηκαν για να υμνούν ρωμαίους αυτοκράτορες σε μια τόσο πρόσφατη ιστορικά περίοδο, να μένει απαραβίαστη μέχρι το 1922, που ο Σαμπολιόν αποκρυπτογράφησε τη στήλη της Ροζέττας με βάση τη γνωστή σημασία των καρτούς και συνέταξε τη γραμματική και το συντακτικό της. Ετσι μας παραδόθηκε μια απίστευτα πλούσια βιβλιογραφία σε θεολογικά και λογοτεχνικά κείμενα. Οι αιγύπτιοι θα μπορούσαν να διεκδικήσουν και δικαστικά τα πνευματικά δικαιώματα της ρύσης "εν αρχή ην ο Λόγος" αφού με αυτήν ακριβώς τη λέξη αναφέρονται στη δημιουργό αιτία του κόσμου στην πραγματεία της Μέμφιδας τον 8ο πΧ αιώνα. Ομως οι περίεργοι συνωθούνται μπροστά στην πλάκα της αρχαίκής Αιγύπτου που παριστά φαραώ σε ιερατική στάση, απόδετο, ν' αποκεφαλίζει κατά χιλιάδες τους αντιπάλους του κάτω απ' το θωπευτικό άγγιγμα των ακτίνων του θεού Ηλιου, που σα φούχτες μικροσκοπικές τον ευλογούν. Ζούμε, σήμερα, την εποχή του παλιμπαιδισμού. Προτιμάμε την εικόνα από τον λόγο, έστω κι αν αυτός αποδίδεται με ευφάνταστα ιερογλυφικά.
Αν το Αιγυπτιακό Μουσείο είναι στο κέντρο του Καίρου, σύριζα με την έρημο και σε απόσταση αναπνοής από τα φανταχτερά μαγαζιά που διαφημίζουν το χορό της κοιλιάς, η πρόκληση του όγκου των Πυραμίδων και στα πόδια τους, φρουρός ακοίμητος ποιός ξέρει πόσων μυστικών, το αρχαιότερο γλυπτό μνημείο, η Σφίγγα. Και τι να πεις για τις Πυραμίδες, μετά τον πλούτο των περιγραφών και τ' όργιο της παραφιλολογίας και των επιστημονικής φαντασίας διηγήσεων; Βρίσκεσαι μπροστά σ' ένα από τα εφτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, στο μοναδικό που κατάφερε να επιβιώσει και τ' αντικρύζεις ξαφνικά να ξεχωρίζει σαν ψευδαίσθηση πίσω απ' τις στέγες των πολυκατοικιών κι έπειτα σου φαίνεται μικρό, σαν ψεύτικο, μα δίπλα οι καμήλες με τους γραφικούς τους αναβάτες μοιάζουν με νάνους και τα πούλμαν παιχνιδάκια παιδικά κι ο ίσκιος τους προκλητικός κι η αιχμή τους αινιγματική. Σκύβεις, σχεδόν γονατίζεις στο επικλινές έδαφος για να μπεις, σκοτάδι, δυσοσμία, γελάκια νευρικά, μια συμμορία από κορίτσια μαντηλοδεμένα κατρακυλούν ξορκίζοντας μ' ευθυμία τον τρόμο. Επειτα η ανηφοριά, η ανάσα ακόμη πιο πνιχτή, η μούχλα των αιώνων σε τρομάζει και ξαφνικά μια αίθουσα γυμνή δίχως καμιάν εικονογράφιση.
-Δεν άξιζε τον κόπο σούρχεται να φωνάξεις. Γιατί όλα αυτά; "Σε καμιά πυραμίδα δε βρέθηκε μούμια" θυμάσαι την κουβέντα του ξεναγού. Το κενοτάφιο στη γωνιά μισάνοιχτο, λες και σου χαμογελά περγελαστικά. Φυτέψαμε στην άμμο τέτοιους βράχους θαυμαστούς, με τέτοια τέχνη στοχεύουμε τον ουρανό, γιατί; Για να μαζεύεστε εσείς τ' ασήμαντα σκουλήκια απ' την άκρη της γης και να τραβάτε πόζες και νάρχονται οι καμηλιέρηδες να μπαίνουν στο πλάνο σας,
προκλητικά να σας ζητούν μπαξίσι γιαυτή τους την εξυπηρέτηση. Πυραμίδες και καμήλες μ' εξωτικούς καβαλάρηδες. Ολα μαζί. Αυτό δε θέλετε να πάρετε ξωπίσω στη μιζέρια του πολιτισμού σας; Εμπρός λοιπόν! Τολμήστε μια σε βάθος εξερεύνηση! Ομως ο αγέρας είναι πνιγερός, συνωστισμός, σκοτάδι κι ο φύλακας με την κελεμπία και το φαφούτικο στόμα τείνει τη χούφτα για το φιλοδώρημα. Εξω, στον καυτό ήλιο, στο γαλάζιο ουρανό, στη χλωμή άμμο. Το πρόγραμμα πιέζει, πρέπει να βιαστούμε. Ο γρίφος παραμένει. Γιατί; Ενα τόσο τέλειο γεωμετρικό σχήμα πεταμένο στη μέση της ερήμου, τρεις χιλιάδες χρόνια πριν από τη γέννηση του Χριστού κι εμείς δυο χιλιάδες χρόνια μετά να το κοιτάμε με κατάπληξη και θαυμασμό. Εντάξει. Πατήσαμε το φεγγάρι, εξερευνήσαμε τον ουρανό μέχρι τα σύνορα του γαλαξία, μιλάμε πια τη γλώσσα των χρωματοσωμάτων μας, η πρόκληση όμως είναι εδώ και παραμένει σκοτεινή σαν τα έγκατα των πυραμίδων. Ποιοι στ' αλήθεια είμαστε; Για πού ταξιδεύουμε; Πώς θα νικήσουμε το θάνατο; Πώς θα επιβληθούμε στο μέλλον; Πώς θα επιβιώσουμε σαν είδος; Πώς τ' όνομά μας θα χαραχτεί ανεξίτηλο στη μνήμη των ανθρώπων;
Στην άλλη άκρη του Καίρου βρίσκεται η ακρόπολη, η Citadelle και στην κορφή, τ' αλαβάστρινο τζαμί του Σαλαντίν. Τριγυρισμένο από άλλα παλιά τζαμιά που κουρνιάζουν στη σκιά του, προσκυνημένο από μαχαλάδες που ξέμειναν σα λείψανα άλλων εποχών, σύνορο με την απεραντοσύνη της ερήμου το αλαβάστρινο τζαμί στεγάζει την αξιοπρέπεια των αιγυπτίων, είναι ο ουρανός τους. Η άλλη Αίγυπτος, του ισλάμ. Η πόλη με τα στενά σοκάκια που φιδοσέρνονται και τρυπώνουν σε χαμηλές στοές, η εσωστρεφής, όπου πρόκληση για μια γυναίκα θεωρείται ακόμη και η τρίχα απ' τα μαλλιά της αν ξεφύγει απ' το σφιχτό της μαντηλοδέσιμο, όπου το χώμα επιμένει ν' αντιστέκεται στην εισβολή της ασφάλτου κι ούτε ιδέα για ύδρευση ή αποχέτευση και το νεκροταφείο να στεγάζει τους άστεγους της πόλης.
-Φρίκη, ανατριχιάζουν οι τουρίστες των ξενοδοχείων με τα πολλά αστέρια. Ομως οι τάφοι για τους μωαμεθανούς είναι δυάρια πολλές φορές με πανωσήκωμα, με μπαλκόνι κι εσωτερική αυλή με κληματαριές και κήπο. Στους τάφους μαζεύονται συχνά για να διοργανώσουν φαγοπότι στη μνήμη των νεκρών της οικογένειας. Οταν λοιπόν ο γειτονικός τάφος βρεθεί αδέσποτος -γιατί όχι;- γίνεται αυτόματα το σπίτι για τον άστεγο. Η Αίγυπτος τεκμηριώνει τη σχετικότητα των ανθρωπίνων. Μέχρι και ηλεκτρικό διαθέτουν αυτοί οι τάφοι και η ρυμοτομία του νεκροταφείου είναι εκπληκτική, καμμιά σχέση με την άναρχη δόμηση της μαγαλούπολης κι οι τάφοι μονοκατοικίες πιο ευάεροι κι ευήλιοι απ' τα στενόκαρδα διαμερίσματα των εργατικών πολυκατοικιών που φύτρωσαν σα μανιτάρια με την κοινωνική πρόνοια της Νασερικής εξουσίας.
Το αλαβάστρινο τζαμί φιλοδοξούσε να γίνει η αγια Σοφιά της Αιγύπτου. Ομως κανένα τζαμί, ούτε και το φανταχτερό μπλέ της Πόλης, που αντικρύζει την εκκλησιά θρύλο με την προπέτεια αντιγράφου που προκαλεί το πρωτότυπο, δεν καταφέρνει να αναπαράγει την αίσθηση της απεραντοσύνης που καθηλώνει σαν μπαίνεις στην αγια Σοφιά, που σε αναγκάζει να σηκώσεις το κεφάλι και ν' ατενίσεις έκθαμβος το αριστούργημα του απέραντου τρούλου που θαρρείς και κρέμμεται απ' τον ουρανό με κλωστές από το φως που μπαίνει απ' τα παραθύρια. Στο αλαβάστρινο τζαμί κυριαρχεί το φως απ' τους πολυελαίους που ακολουθούν το σχήμα του ναού. Το φως του έξω κόσμου περνά διασπασμένο απ' τα χρωματιστά παράθυρα, ενώ τα χαλιά παντού προσμένουν την τακτική γονυκλισία των πιστών κι οι δυο άμβωνες πρόκληση στο θρησκευτικό συναίσθημα των μουσουλμάνων. Το μόνο τζαμί με δυο άμβωνες.
Εξω η ευρύχωρη αυλή με την κρήνη του καθαρμού καταμεσίς και το πηγάδι όπου τα μοσχαράκια κατέβαιναν νεογέννητα για να ζευτούν στο μαγγανοπήγαδο που αντλεί το νερό κι ανέβαιναν μόνο όταν γερνούσαν σαν κομμάτια βοδινό μια ζωή ζωσμένα στον τροχό μέχρι να πέσουν κάτω απ' το μαχαίρι για ν' ανεβαίνει το νερό να πλένονται οι πιστοί του Αλλάχ, να καθαρίζονται πριν επικοινωνήσουν με το θεό, ένα θεό πολύ τυπολάτρη, που απαιτεί απ' τους πιστούς να πατούν με γυμνό πέλμα τη γη για να τους ακούσει και να κοιτούν μόνο προς την πλευρά της ιερής του πόλης. Κι όπως ηδονικά ένιωθα τις μαρμάρινες πλάκες κάτω απ' τις γυμνές πατούσες μου κσι κοίταγα τη φωταψία των πολυελαίων στη σκοτεινή απεραντοσύνη του τζαμιού θυμήθηκα την εικόνα του φαραώ στο αιγυπτιακό μουσείο. Ετσι ξυπόλυτος κι αυτός σε ιερατική στάση έκοβε το κεφάλι των αναρίθμητων εχθρών με γυμνά πέλματα για νάχει άμεση επαφή με την ιερή γη με υψωμένο το ιερό όπλο προς το Θεό Ηλιο, που ευλογούσε με τις ιερές ακτίνες του. Ενσάρκωση θεού, θεάνθρωπος, γέφυρα γης και ουρανού σαν το μικρό χαμίνι, που με κρεμασμένα γύρω απ' το λαιμό του τ' αθλητικά του παπούτσια δρασκέλισε το κατώφλι του τζαμιού με καθαρά τα πόδια, τα χέρια, την ψυχή του λεύτερη.
Ο άη Γιώργης στο Κάιρο είναι χτισμένος στον αραβικό μαχαλά με τα στενά δρομάκια και τα χαμηλά του σπίτια, κοντά στο σκουπιδότοπο που στεγάζει τα ερείπια της πάλαι ποτέ οθωμανικής μητρόπολης, κοντά στο μωαμεθανικό νεκροταφείο που σήμερα στεγάζει μ' αξιοπρέπεια και τους ζωντανούς. Τα θεμέλια του κολυμπούν στο Νείλο που όλο ανεβαίνει απειλώντας να καταπιεί το παλιό αγέρωχο κάστρο που κάποτε φυλάκισε τον άγιο πολεμιστή. Σ' ένα χωματόδρομο με τα χαμίνια μισόγυμνα, μα γελαστά να ζητιανεύουν σαν κοπάδι πεινασμένα σπουργιτάκια, με τα ψευτομάγαζα να πουλούν αδελφωμένα χάρτινα εικονάκια ορθόδοξων αγίων και αιγυπτιακές θεότητες, όλα φτηνοπράματα, όλα με παζάρι όλα κάτω από τον ήλιο και τη σκόνη την ακαταστασία και τη βρωμιά.
Ανεβαίνεις για να μπεις στην αυλή του μοναστηριού που τη δροσίζουν κάποια ψηλά δέντρα. Στην πόρτα φύλακας ένας αιγύπτιος με κελεμπία. Ανεβαίνεις τα σκαλιά του φρουρίου που χτίστηκε απ' τους ρωμαίους κι άντεξε ως τις μέρες μας, που αντιστάθηκε σε επιδρομές και στέγασε την εκκλησιά του καβαλάρη άγιου, που σκοτώνει το θεριό για να γλυτώσει μιαν όμορφη γυναίκα, του άγιου που πέρασε απ' αυτή τη φυλακή που σήμερα είναι ναός του και που εκθέτουν για προσκύνημα τα σίδερα και τις αλυσίδες, καθώς και το κελί που τον "φιλοξένησε". Η εικόνα του στην εκκλησιά στην κορφή του φρουρίου είναι θαυματουργή. Την έχουν φυλαγμένη σε ειδικό ανυψωμένο χώρο με κιγκλίδωμα και σκεπασμένη με ασήμι και αφιερώματα. Μπροστά της συνωθούνται γυναίκες της ερήμου, μαντηλοδεμένες και απόδετες, μουσουλμάνες το δίχως άλλο, που μουρμουρώντας ευχές και ξόρκια πασχίζουν με τις ώρες να καταφέρουν να κολλήσουν το κέρμα τους στο ψυχρό τζάμι που προστατεύει τον ιππότη άγιο. Δε φεύγουν από κει, αν δεν πετύχουν το σκοπό τους. Ο άγιος πρέπει να εισακούσει τις αλλόθρησκες δεήσεις. Είναι ένας άγιος οικουμενικός. Μια χριστιανή απ' την τουριστική ομάδα εξανίσταται.
"Ερχονται οι βρωμοαραπάδες, λέει και λερώνουν με τα σάλια τους τις εικόνες μας. Πώς το επιτρέπουν; Αυτό είναι ειδωλολατρεία!" Η ίδια όμως προσκυνά κι αγγίζει με σεβασμό τα "ιερά" όργανα του μαρτυρίου του αγίου που εκτίθενται επ' αμοιβή. Αυτό δεν είναι ειδωλολατρεία κατά τη χριστιανική της άποψη.
Η εκκλησιά έχει καεί κι έχει ξαναχτιστεί. Ο Παντοκράτορας στον τρούλο ιστορήθηκε δια χειρός Παρθένη. Στο πάτωμα ακριβώς κάτω απ' το απορημένο βλέμμα του, γυάλινος φωταγωγός ρίχνει υποψία φωτός στα διαδοχικά πέντε υπόγεια. Από αυτά τα δύο τελευταία κατοικούνται πια απ' τα νερά του Νείλου. Στο πρώτο υπόγειο η "φυλακή" με την έκθεση των οργάνων μαρτυρίου του αγίου. Στο δεύτερο υπόγειο οι τάφοι των ορθοδόξων πατριαρχών Αλεξανδρείας. Μέσα στη σκόνη, ανάμεσα σε παλιά εκκλησιαστικά σκεύη, σε μιαν ατμόσφαιρα εγκατάλειψης, με την οσμή παλαιοπωλείου, με συντροφιά τις διαπεραστικές κραυγές των νυχτερίδων που κρέμονται από τους θόλους και λεκιάζουν μελανά τους τοίχους, ενώ το νερό ύπουλα ανεβαίνει να καταπιεί τη στεριά γύρω γύρω απ' το φωταγωγό που ξεκινά από το πάτωμα της εκκλησιάς οι τάφοι των πατριαρχών που κοιμούνται κάτω απ' τη σκέπη του θαυματουργού αγίου καρτερώντας μαζί μ' αυτόν στη μητρόπολη του ισλαμισμού την ανάσταση της χριστιανοσύνης.
Απέναντι από το φρούριο το νεώτερο κτίριο που κάποτε ήταν η μονή. Τώρα κατοικείται από έναν αιγύπτιο που ζητά μπαξίσι για να οδηγήσει τους ευσεβείς προσκυνητές στην τουαλέτα περνώντας μέσα από το γουμενικό, τη σάλα, τη βιβλιοθήκη, τους έρημους ατέλειωτους διαδρόμους που μεταφέρουν στο μεσαίωνα κι αυτός με την κελεμπία του να κοιτά ερευνητικά με χαμηλωμένο πάντα το κεφάλι να υποκλίνεται και να εισπράττει τα φιλοδωρήματα με την άνεση καθαρίστριας σιδηροδρομικού σταθμού.
Λίγο πιο κει, καθώς διαβαίνεις πύλες και τόξα, χάνεσαι σε στροφές, οι δρόμοι πάντα στενοί, με χώμα, πάνωθέ σου αιωρούνται γιορτινά χάρτινα εικονάκια της Παναγίας, πόρτες χαμηλές, κανένα παραθύρι, γυναίκες με φερετζέ, στο μισάνοιγμα κάποιας πόρτας η σκοτεινιά του στενάχωρου δωματίου που στεγάζει την αθλιότητα της πολυμελούς οικογένειας, τα παιδιά στους δρόμους γελαστά γυρίζουν απ' το σχολειό φορτωμένα με σάκες και σκανταλιές, ομάδες -ομάδες, παίζουν, σπρώχνονται. Μπροστά σε μια πόρτα σιδερένια ένα πλήθος συνωστίζεται, μια γυναίκα φωνάζει, οι άλλοι γελούν, διασκεδάζουν με το θυμό της, θάναι η γραφική τρελλή της γειτονιάς. Στην άλλη γωνιά μια νέα κοπέλλα κατάχαμα έχει αραδιάσει την πραμάτεια της. Σταυρουδάκια, φυλαχτά, ψευτοκοσμήματα, σκαραβαίοι. Φουχτώνει ένα μάτσο, στο σωρό και τα προτείνει.
-Ενα χιλιάρικο, λέει σπασμένα ελληνικά. Γνωστό πια το σενάριο-200 θα της πεις για να καταλήξεις στο πεντακοσάρι. Ομως βιαζόμαστε. Οποιος χαθεί δύσκολα ξεμπλέκει. Ο μίτος της Αριάδνης θάταν αναγκαίος σ' αυτή την ομοιομορφία των λευκών τοίχων, που κόβουν το φως σε φέτες, που υπόσχονται σκιά, που υπονοούν ανάπαυση.
Κατεβαίνεις δυο σκαλιά για να μπεις στην κοπτική εκκλησιά των Σεργίου και Βάκχου. Υπό ανακαίνισιν, με τους εργάτες να δουλεύουν εντατικά, -όσο εντατικά μπορεί κανείς να διανοηθεί για τους ρυθμούς της Αιγύπτου- και τους γείτονες να μπαινοβγαίνουν κοιτώντας περίεργα. Εδώ λοιπόν θρυλείται ότι κατέφυγε η Αγία Οικογένεια για να κρυφθεί από τον Ηρώδη όταν μετανάστευσε στην Αίγυπτο. Αυτό που επιδεικνύεται είναι δυο σκαλιά που οδηγούν σε ένα υπόγειο που έχει κατακλυστεί απ' τα νερά. Ο εκκλησάρης με την κελεμπία επιδεικνύει τις φωτογραφίες με το πώς ήταν το ιερό υπόγειο πριν το καταλάβει ο Νείλος και ζητά τη συνδρομή των ευλαβών προσκηνητών που πρόθυμα αγοράζουν τα βιβλιαράκια που προτείνει. Για κείνους είναι προσφορά στο θρίαμβο της χριστιανοσύνης. Για κείνος προφανώς επιβεβαίωση της παγκόσμιας αφέλειας. Κι αυτός φοράει κελεμπία.
Αποχωρώντας κοιτώ τον ουρανό της εκκλησιάς. Μάταια αναζητώ τον Παντοκράτορα. Κάπου σα να ξεχώρισα την κελεμπία του.
Αλεξάνδρεια. Η πόλη των θρύλων και των γραμμάτων. Ο φάρος του ελληνισμού που κράτησε ζωντανό και σκόρπισε σε κάθε γωνιά της γής το πνεύμα της αρχαίας Ελλάδας. Πόλη μυθική όπως η Σμύρνη. Κήπος της Εδέμ. Από την Αλεξάνδρεια απομυζούσε πλούτο και πνεύμα το νεογέννητο ελληνικό κράτος, χάρη στην Αλεξάνδρεια η Ελλάδα άντεξε τις εθνικές της συμφορές. Η Αλεξάνδρεια είναι το στοργικό παιδί της ελληνικής περιπλάνησης. Το μόνο ίσως που τόσα ανταπέδωσε στη μάνα γη. Ο δρόμος απ' την Αλεξάνδρεια στο Κάιρο περνά από την έρημο. Μια έρημος που τώρα οργανώνεται με φυτείες που αρδεύονται από τα αρτεσιανά με τη μέθοδο της σταγόνας και νεόχτιστες βιομηχανικές πόλεις. Ο πρώτος που προσπάθησε να καλλιεργήσει την έρημο ήταν έλληνας. Ο πρώτος και καλύτερος οινοπαραγωνός, ο Τζιανακλής. Μέχρι και σήμερα έτσι ζητάνε το κρασί στην Αίγυπτο. Με τ' όνομα του έλληνα.
Η Αλεξάνδρεια δεν είναι η ειδυλιακή πόλη που μας παρέδωσε η μνήμη του Καβάφη, της Δέλτα, του Σεφέρη. Η θάλασσα απέραντη. Καμιά διάσπαση από νησί ή κόλπο. Μια αίσθηση τρομακτικής μόνωσης. Τίποτε έξω από κάποιο κοπάδι γλάρους στον ορίζοντα. Ούτε πανί, ούτε κατάρτι. Τριάντα χιλιόμετρα επίπεδη παραλία σπαρμένη με λαικές πολυκατοικίες και τσιμεντένια κλουβιά από καμπίνες, καμπίνες αρκετές για να λύσουν το οικιστικό πρόβλημα, μόνο που οι μουσουλμάνοι που απαραίτητα κολυμπούν ντυμένοι, δε θάχαν που ν' αλλάξουν και στη θέση του Φάρου τώρα υψώνεται κάστρο μεσσαιωνικό. Τίποτε από τη συμπυκνωμένη σοφία δεν άντεξε την απληστία της φωτιάς κι απ' τους Πτολεμαίους άρχοντες επέζησε τ' όνομα της τελευταίας βασίλισσας της Κλεοπάτρας κι αυτή χάρη στην ερωτική ζωή της. Τώρα μονάχα ένα κάστρο με τους μικροπωλητές να παζαρεύουν στα πόδια του, τα χαμίνια να ζητιανεύουν και τους τουρίστες να το αποτυπώνουν σα φόντο για τις παροδικές τους παρουσίες. Φτερό στον άνεμο της Μοίρας κι η ανθρώπινη γνώση.
Τα σπίτια στην έρημο είναι χτισμένα από χώμα κι έχουν λεπτές σκεπές που όλες θεμελιώνουν παράδοξα κωνικά οικοδομήματα τους περιστεριώνες έτσι που τα σπίτια των ανθρώπων μοιάζουν να στηρίζουν τα σπίτια των πουλιών όπως το κορμί στεγάζει τα φτερωτά μας όνειρα. Στην Αλεξάνδρεια οι πολυκατοικίες εξωτερικά μοιάζουν ερειπωμένες. Οι ένοικοι φαίνεται δε μπορούν να συμβιβαστούν στην αναγκαστική συμβίωση. Αρκούνται να επισκευάζει ο καθείς τα του οίκου του.
Το αρχαιολογικό μουσείο της Αλεξάνδρειας δραπέτευσε απ' την Ελλάδα. Μέχρι και η επιγραφή στην πρόσοψη είναι ελληνική. Το ίδιο κι η μητρόπολη στο πατριαρχείο. Μια εκκλησιά επιβλητική πεντακάθαρη με τα βιτρό εντυπωσιακά και τις εικόνες στολισμένες με αφιερώματα δεν έχει σε τίποτε να ζηλέψει τη μητρόπολη των Αθηνών. Στους τοίχους τα ονόματα των δωρητών. Οι ίδιοι άνθρωποι που έχτισαν και τη σύγχρονη Ελλάδα. Πίσω απ' την εκκλησιά το παλιό παρθεναγωγείο, τώρα άδειο στεγάζει τα γραφεία του Πατριαρχείου και στη μέση του κήπου το άγαλμα του Μπενάκη παραπονεμένο. Στην ξενιτιά κανείς δεν το μουτζούρωσε, κανείς δεν το χρησιμοποίησε για να εκφράσει τις ιδεολογικές του διαφορές, κοιτά το άδειο παρθεναγωγείο και προφανώς αναρωτιέται πού είναι η πατρίδα του. Εκεί όπου η δημοκρατία πυρπολεί τους ναούς της γνώσης ή εκεί όπου η εγκατάλειψη τις ερημώνει; Εξω πάντως από την εκκλησιά μπορεί κανείς ν' αγοράσει την τοπική ελληνική εφημερίδα που επιμένει να εκδίδεται και να κυκλοφορεί.
Συγκινητικός επίλογος. Μπορείς στο πούλμαν να τραγουδάς στίχους Σεφέρη, και μουσική Θεοδωράκη με συνοδεία μπουζουκιού κι ο αιγύπτιος οδηγός αφήνει το τιμόνι και χτυπάει παλαμάκια, ενώ ο ήλιος λούζει πορφυρή την απεραντοσύνη της ερήμου και μοιάζει σα να ταξιδεύεις στο χρόνο.

Λούξορ. Τα παλάτια. Ναοί προσφορά των βασιλιάδων στους θεούς, τους βασιλιάδες της ζωής και του θανάτου. Πώς να μιλήσεις για την αίσθηση που σου γεννούν οι ναοί στην Αίγυπτο; Πώς να την περιγράψεις όταν κανένα ντοκυμαντέρ δεν είναι ικανό ν' αποδώσει το μέγεθος και το μεγαλείο αυτών των κτισμάτων που παράδωσε η έρημος στη μνήμη των ανθρώπων; Το ύψος που σε κάνει να νοιώθεις τόσο ασήμαντος, ο όγκος που σε συναρπάζει και το φως που πέφτει κάθετα κι αρπαχτικά, που δημιουργεί τον τρόμο της σκιάς, που τρυπώνει σε απαραβίαστους χώρους και αναδεικνύει την ιερότητα των σημαδιών στους τοίχους; Τ' αστέρια της θεάς νύχτας, μάτια τ' ουρανού σε στοχεύουν, ενώ σε κάποια κολώνα ξεχασμένη μια αγιογραφία κοιτά απορημένη τα στίφη των τουριστών που κάνουν κύκλους γύρω απ' τον πελώριο σκαραβαίο για γούρι -τύχης ή κακοτυχιάς - όλα ανάλογα με την ψυχή του ανθρώπου που επιμένει να θυσιάζει στα ερείπια ένα κομμάτι απ' τον ίδιο του τον εαυτό. Και τ' αγάλματα αινιγματικά γιγάντια κι οι επιγραφές παντού να διηγούνται τα κλέη ανθρώπων που πέρασαν από τη γη, καυχήθηκαν για ότι πέτυχαν και παραδόθηκαν στη ρευστή μνήμη της άμμου. Αυτό που συναρπάζει είναι το ανακάτεμα των εποχών, η ισοπέδωση του χρόνου, η προκλητικότητα του μιναρέ πλάι στον αρχαίο ναό και τα χαμόσπιτα που ακουμπούν στους τοίχους του, χαμόσπιτα από πηλό φορτωμένα με πιθάρια, όμοια μ' αυτά που κατασκεύαζε ο θεός Χνουμ αγγειοπλάστης της ανθρώπινης ράτσας.
Ολα νερό και άμμος καθώς ο ήλιος γέρνει στη δυτική την όχθη του θανάτου και βάφει πορφυρά τ' αρχαία κτίσματα ενώ οι προβολείς έχουν ανάψει για να υπογραμμίσουν τις διηγήσεις των ιερογλυφικών κι ο χρόνος μοιάζει να αιωρείται κι η ζωή κι ο θάνατος συγχέονται. Μόνο έτσι βιώνεται η Αίγυπτος. Σαν ταξίδι πάνω στο Νείλο. Γιατί αυτό είναι η ζωή. Ταξίδι πάνω στα νερά του χρόνου. Απ' την ανατολή ως τη δύση. Απ' την αρχή ως το τέλος.
Κι ήταν ακόμη χάραμα καθώς μες τη λαχανιαστή βενζινάκατο πήραμε του δρόμο του θανάτου κι όλα χλωμά σα νεκρικά. Αφήναμε ξωπίσω μας την πολυτέλεια των ακριβών ξενοδοχείων και τα μαγαζιά με τις πολυεθνικές φίρμες, τα κοσμήματα και τα μπιμπελό κι η όχθη του θανάτου σπαρμένη με ζαχαροκάλαμα, ολόκληρες φυτείες και τα χωριά πλινθόχτιστα, αρματωμένα, ζωγραφισμένα έντονα, χαρούμενα τα σπίτια υποδέχονται τον ταξιδευτή της Μέκκας, άλλα για να τραβούν τα μάτια του τουρίστα, βιοτεχνίες αλαβάστρου και μικρομάγαζα. Χωριά ριζωμένα πεισματικά στο βράχο πλάι στους τάφους. Μάταια προσπάθησαν οι κυβερνήσεις να τους διώξουν. Συμμορίες αρχαιοκάπηλων, τσακάλια, μετεμψυχώσεις του θεού της ταρίχευσης, λεπτοί, αέρινοι, αρχοντικοί, σκουρόχρωμοι, λαός που φύτρωσε βυζαίνοντας τους τάφους των αλλοτινών αρχόντων, λαός σοφίας.
Κι η νεκρόπολη. Τόσο απέραντη, τόσο θαυμάσια. Πώς να μιλήσεις γιαυτό το θαύμα των τοιχογραφιών στους αναρίθμητους τάφους, που εγκυμονεί ακόμη αυτή η γη; Δουλειά χαραγμένη στο γρανίτη, αληθινά έργα τέχνης αξεπέραστα, ζωντανές φιγούρες που δραπετεύουν απ' το χρόνο και ζουν, ζουν στ' αληθινά. Κάθε τάφος και νέα έκπληξη. Οι βασιλιάδες, οι βασίλισσες οι πρίγκηπες, οι παλατιανοί, ο χώρος απέραντος. μια πόλη νεκρών που συνέχεια ξαναγεννιέται κάτω απ' τα νωχελικά βήματα των εργατών που σα μυρμήγκια ανεβοκατεβαίνουν το βουνό λευτερώνοντας τους νεκρούς απ' τη σκουριά σου χρόνου. Κι ο όγκος του ναού της Χασεψούτ σφιχτοδεμένος με το βράχο που τον απειλεί.
Πώς να κατηγορήσεις αυτούς τους ανθρώπους μ' αυτή την κληρονομιά, γιατί αντιστέκονται στην εισβολή του τεχνολογικού πολιτισμού κι ακολουθούν τα βήματα άλλων χρόνων; Ποιός μπορεί να πει "Υπανάπτυκτη η Αίγυπτος"; Η Αιγυπτος παραμένει παρθενική σαν τη ζωή και το θάνατο. Αντιστέκεται στην πρόοδο με μόνο όπλο την αθωότητα των παιδιών της με τα φωτεινά μάτια και το γλυκό χαμόγελο.
Ψωνίσαμε κάτι ψιλοπράγματα, ένα κολιέ από γαλάζια πέτρα -που αποδείχθηκε πλαστικό- ένα χαρτοκόπτη από σκαλισμένο κόκκαλο καμήλας κι ένα αγαλματάκι θεότητας με μορφή γάτας. Στο μαγαζί που μας πήγε ο ξεναγός φυσικά. Ολα γίνονται για το μπαξίσι, το ξέρεις πια, το αποδέχεσαι. Ομως ο υπάλληλος μούβαλε στη φούχτα ένα σκαραβαίο, μούκλεισε τα δάχτυλα ψιθυρίζοντας "δώρο" πριν ακόμη ψωνίσω το παραμικρό. Μας κέρασαν τσάι όσην ώρα χαζεύαμε τους εργάτες στο υπόστεγο να επεξεργάζονται τα πετρώματα που γίνονταν εικαστικά αντικείμενα για την αρπαχτικότητα των φακών της τεχνολογίας μας. Σε κάποιες χώρες φοβούνται την ακινησία της φωτογραφίας. Υπάρχουν άνθρωποί που πιστεύουν πως ο φακός σου κλέβει κάτι απ' την ψυχή σου. Και για το Κοράνι η εικόνα είναι βλαστήμια. Γιαυτό κι οι ελάχιστες προτομές ηρώων ή πολιτικών. Μόνο συμβολικές συνθέσεις. Μια μόνο προτομή έτυχε να πάρει το μάτι μου στο Ασουάν κι ήταν ενός συγγραφέα αυτοδίδακτου, του Αμπάς Ελ Ακάντ.
Εντιμότητα στο εμπόριο; Γιατί νάναι πιο έντιμη η συναλλαγή του σούπερ μάρκετ με τα ποσοστά τις εκπτώσεις, τις προσφορές και τα ψευτοδωράκια; Γιατί νάναι πιο ευγενικό το ψυχρό τυπικό χαμόγελο του υπαλλήλου του πολυκαταστήματοα απ' τη ζεστή ευγένεια του παιδιού-αφεντικού μιας τρύπας που ήθελε να βγούμε φωτογραφία αγκαλιά έξω απ' το "μαγαζί" του και που έκανε παζάρι με την ευσυνειδησία ηθοποιού που παίζει Αμλετ; Ολη η γκάμα των συναισθημάτων, η υποχρεωτική ευγένεια, η δυσφορία, η στενοχώρια, η αγανάκτηση, ο συμβιβασμός και η καλοκάγαθη ευθυμία πέρασαν από το πρόσωπό του καθώς ξεκίνησε από το μισό της τιμής -για να τσιμπήσει ο πελάτης- ανέβηκε στο δεκαπλάσιο, μόλις μας έμπασε στο "μαγαζί", για να καταλήξει, μετά την απαραίτητη τελετουργία σε μια λογική για μας τιμή κι ενώ ο ρόλος έφθανε στην κορύφωση -το δράμα του λεηλατημένου έμπορα- για να καταλήξει στο χειροφίλημα μετά την είσπραξη του αντιτίμου του εμπορίου. Ολη αυτή η πολύπλοκη τελετουργία. Οι φελούκες που πλευρίζουν τα κρουαζιερόπλοια στο Νειλοφράχτη και πετούν τις κελεμπίες με δύναμη κι ευστοχία που θα τη ζήλευαν οι αστέρες του ΝBΑ στο μπάσκετ -η διαφορά επιπέδου να τονίζει την κοινωνική διαφορά, να σου προκαλεί τύψεις, ντρέπεσαι για το παζάρεμα, δεν το δικαιούσαι ν' απαιτείς καλύτερη τιμή- βάζεις στη σακούλα τα λεφτά τα πετάς, εσύ δεν ξέρεις, αστοχείς, ο αγέρας παρασύρει το πολύτιμο σακούλι, το φέρνει ανάμεσα στα δυο πλοία, πάει χαμένος ο μόχθος της βάρκας που μασκαρεύεται γυναικεία και μιμείται κινήσεις χορού της κοιλιάς επιδεικνύοντας τα ρούχα με τις πολύχρωμες χάντρες που θα μεταμορφώσουν τις ξερακιανές ξένες σε βασίλισσες του τσιφτετελιού για μια μόνο νύχτα. Χαμένος μόχθος; Μα όχι βέβαια! Ενας από το τσούρμο γδύνεται και βουτά στο θολό νερό, χάνεται κάτω απ' την καρίνα του πλοίου, αναδύεται, ακροβατεί, κρατεί σα λάβαρο το πολύτιμο νάυλον, που για χάρη του κι ενάντια στα κελεύσματα της οικολογίας, επιμένει να επιπλέει λεκιάζοντας το περιβάλλον. Μουσκεμένος αναδύεται κάτω από τις επευφημίες του πλήθους κι ενώ το δειλινό τα βάφει όλα μαβιά υποκλίνεται με πλατύ χαμόγελο. Υπάρχω, ζω, υπερνικώ τη μοίρα μου, μοιάζει να βροντοφωνάζει η λιγνή του σιλουέττα, μοιάζει να απειλεί τα βαρυφορτωμένα μας στομάχια, τις προστατευμένες με αντηλιακά με υψηλό δείκτη προστασίας επιδερμίδες μας, η φυσική επιλογή κόντρα στην τεχνητή ύπαρξη κι άξαφνα νοιώθεις πιο πλαστικός κι απ' το σακκούλι, πιο άχρηστος, πιο βρώμικος, πιο ανθυγιεινός. Και γοητεύεσαι από τη ζεστασιά της επαφής αυτού του κόσμου. Το άγγιγμά τους δε σε απωθεί όπως στη Δύση. Δεν κρύβει σκοπιμότητα, δεν υπονοεί σεξουαλική πείνα. Δίνουν το χέρι τόσο εύκολα, σ' αγκαλιάζουν, σε φιλούν. Αφήνεσαι. Είναι ανοιχτοί στους ανθρώπους. Προσφέρονται. Σύμφωνοι. Πάνε να σε ρίξουν. Ποιος δεν πάει; Και γιατί να δεχθούμε πως η πολυεθνική είναι πιο τίμια αφού μόνη της καθορίζει και τους κανόνες παιχνιδιού και τις τιμές; Εδώ τουλάχιστον δεν κλέβουν, δε ληστεύουν, δε δολοφονούν. Ζητιανεύουν με μιαν ευγένεια που σε ξαφνιάζει, με μιαν αποδοχή της θέσης τους στον κόσμο που σε προβληματίζει, με μιαν αίσθηση πως το καλύτερο ίσως να μην υπάρχει, όλα είναι τόσο σχετικά πάνω στη γη και πλάι στο Νείλο όλα αποκτούν τελείως άλλο νόημα. Στην Αίγυπτο η θεωρία του Αινστάιν ακούγεται κοινοτυπία.
Πάνω στο Νείλο μπορεί κανείς να νοιώσει ευτυχία. Δεν είναι το συναρπαστικό τοπίο που ξετυλίγεται μπροστά σου. Το καθρέφτισμα των χωριών με τους φοίνικες στ' ακύμαντα πράσινα νερά, οι φυτείες του ζαχαροκάλαμου και της μπανάνας, τα πουλιά που επιπλέουν κοπαδιαστά κι οι βάρκες που ψαρεύουν με δίχτια και χτυπάνε μ' ένα ξύλο το νερό ίδια κι απαράλλαχτα όπως και πριν 5.000 χρόνια. Δεν είναι κείνο το φεγγάρι που ανατέλει πανσέληνος κατακόκκινη σε χρυσά σκήπτρα πάνω στα αιώνια νερά, η μαγεία των χρωμάτων που λούζει τα δειλινά τον τόπο, οι γυναίκες που κουβαλούν γυαλιστερά μπακίρια με νερό, οι μαύρες αγελάδες που κολυμπούν στις όχθες, τα παιδιά που μας γνέφουν, οι γέροι που με τη σοφία να τους βαραίνει κρατούν με τόση στοργή στην αγκαλιά τους τα παιδιά, τα παιδιά που φορτωμένα το μικρότερο αδελφάκι μεταγγίζουν τη γνώση μέσα από παιχνίδι, πλάι στον άντρα που γονατιστός πάνω στο παγκάκι προσεύχεται σο Μωάμεθ, έτσι που η ζωή να σφιχτοπλένεται σα δίχτυ αγάπης, ίδιο κι απαράλλαχτο απ' τη στιγμή της πρώτης Δημιουργίας. Ποιος είπε πως στην Αίγυπτο ζούνε τεμπέληδες; Ποιος είπε πως το άγχος πλουτίζει τη ζωή; Ποια η αξιοπρέπεια στη ζωή και το θάνατο; Τι αξία έχει η παραγωγικότητα τη στιγμή που οι νόμοι της κατανάλωσης επιβάλουν την καταστροφή της περίσσειας του πλούτου για να εξασφαλιστεί η σταθερότητα στις τιμές, την ίδια ακριβώς στιγμή που η μεγάλη μάζα της ανθρωπότητας λιμοκτονεί;. Τι αξία έχει η προσπάθεια κάποιων "προοδευτικών" οραματιστών να εξασφαλίσουν ειρήνη και δημοκρατία σε μιαν ανθρωπότητα που ο πόλεμος είναι η πιο προσοδοφόρος επιχείρηση; Πόσο βαραίνουν τα ψηφίσματα των διεθνών οργανώσεων, όταν η επιβίωση των ισχυρών είναι η υπέρτατη αξία; Για ποιον πολιτισμό καυχιόμαστε; Πόσο μας γεφύρωσαν οι τηλεοπτικοί δορυφόροι; Πόσο κατάργησαν το ουράνιο τόξο των πυρηνικών που μας απειλεί; Τι πήραμε και τι δώσαμε σ' αυτό τον πλανήτη; Τι αφήνουμε στις γεννιές που ακολουθούν ;
Ο κόσμος μας έρημος και μεις κόκκοι άμμου. Ο κόσμος μας ποτάμι και μεις η σταγόνα του νερού που μας χωνεύει ο θάνατος. Και δεν κρατάμε κανένα κλειδί της ζωής κι ούτε ελπίζουμε σε καμιάν ανάσταση, γιατί το καλό και το κακό συνυπάρχουν στη ζωή και τίποτε δε μας συμφιλιώνει με την ιδέα της ασημαντότητάς μας στην απεραντοσύνη του κόσμου. Κι είναι στιγμές, μόνο ελάχιστες στιγμές που δραπετεύουμε, στιγμές που δίχως να κατανοούμε την αιτία σμίγουμε με τον ουρανό. Αυτές τις στιγμές το κορμί μας τις
δοξολογεί στον Ερωτα, σα σμίξει με το κορμί του ανθρώπου που αγαπά, όπως κάποια αστέρια που έτυχε να συμπέσουν σε συζυγίες αρμονικές. Κι έπειτα πάλι η σιωπή και το σκοτάδι κι η καρδιά ν' αναρωτιέται το γιατί και το μυαλό ν' αναζητά τη λογική ερμηνεία. Και τίποτε να μη χωρά πια στην ψυχή μας.
Στο Κομόμπο υπάρχει ένας ναός αφιερωμένος από τους Πτολεμαίους σε δυο διαμετρικά αντίθετους θεούς, το θεό Ωρο, που εκπροσωπεί το καλό και το θεό Κροκόδειλο, θεότητα του Σκότους. Σ' αυτό το χώρο η εξουσία είχε συγκεντρώσει όλα της τα όπλα. Υπήρχε Νειλοδείκτης για να καθορίζονται οι φόροι ανάλογα με το επίπεδο που πλυμμύριζε ο ποταμός και χώρος που λειτουργούσε σα νοσοκομείο, αφού στους τοίχους υπάρχουν επιγραφές με διάφορα ιατρικά εργαλεία και μια σκηνή από τοκετό στην οποία φαίνεται ότι χρησιμοποιούσαν ειδικό κάθισμα για την επίτοκο, το "λευτέρι" της πρακτικής μαμμής που επέζησε, μέχρις ότου, στις μέρες μας, η επίσημη ιατρική για λόγους αντισηψίας ανάγκασε τις γυναίκες να γεννούν "παρά φύσιν" ανάσκελα.
Οι συνθήκες υγιεινής στην Αίγυπτο σήμερα είναι δραματικές. Στην ίδια χώρα που πρωτοδημιουργήθηκαν οι ιατρικές ειδικότητες. Εκεί, που όπως περιγράφει ο Ηρόδοτος, ταξιδευτής κι αυτός απ' την Ελλάδα " Η ιατρική είναι χωρισμένη με τον ακόλουθο τρόπο. Κάθε γιατρός ασχολείται μ' ένα μόνο είδος ασθένειας κι όχι με περισσότερα. Παντού υπάρχει αφθονία γιατρών. γιατί άλλοι απ' αυτούς είναι οφθαλμίατροι, άλλοι ειδικοί για τις αρρώστειες του κεφαλιού, άλλοι για τα δόντια, άλλοι για την κοιλιά και άλλο για τις αρρώστειες που δεν εντοπίζονται σε ένα συγκεκριμένο σημείο του σώματος."
Σήμερα γιατροί ελάχιστοι, οι λαικές πολυκατοικίες ερειπωμένες, τα υδραυλικά σαπίζουν στους τοίχους, τα κρατικά πολυκαταστήματα είναι γιαπιά, το νερό πρόβλημα, το φαρμακείο υπόγειο και η τιμή της σερβιέττας όσο ένα καλό μηνιάτικο. Και όμως ο πληθυσμός της Αιγύπτου διπλασιάζεται κάθε 25 χρόνια και πώς να θρέψει ο Νείλος τόσο λαό τώρα που το φράγμα του Ασουάν κατακρατεί τη γονιμοποιό του λάσπη;
Το Ασουάν. Η γοητεία της καρδιάς της Αφρικής. Το παζάρι πολύχρωμο και φανταχτερό μοσκοβολά εξωτικά. Βρίσκεσαι δίχως να το καταλάβεις με τις χούφτες γεμάτες τριμένα μυρωδικά, χόρτα που υπόσχονται στιγμές έκστασης, υποσχέσεις αθανασίας, κόχλ για τα μάτια -η σοφία του μακιγιάζ απ' τις πριγκίπισσες των φαραώ στις φελάχες-. Εδώ οι γυναίκες κυκλοφορούν φανταχτερά ντυμένες, μόνο από το μαντήλι καταλαβαίνεις ότι είναι μουσουλμάνες, όμως οι ερωτικές χειρονομίες απαγορεύονται δημόσια, ακόμη και στους τουρίστες, ειδικά την καθαγιασμένη μέρα της Παρασκευής γιατί ο Μωάμεθ στέκει πάνω απ' όλα, ακόμη κι απ' το δολάριο. Οι χουρμάδες ζουμεροί, μελωμένα τα καουάφα, οι ναργιλέδες λαμποκοπούν σε απίστευτη ποικιλία, χαλιά πολύχρωμα παντού, δέρματα που αιωρούνται και μυρίζουν αυθεντικότητα κι αρώματα βαριά κι ερεθιστικά, ανώνυμα μα αισθησιακά, η συνωμοσία της σάρκας στην καρδιά του κόσμου κι οι ρυθμοί της Αιγύπτου ξυπνούν πρωτόγονες κινήσεις, αναδύουν τον θαμμένο ερωτισμό, κατακτούν μια πανανθρώπινη επικοινωνία, γεφυρώνουν τη διαφορά της ευρωπαίας με το μελαψό αφρικανό με τα γαλάζια μάτια. Κι οι δυο μπορούν να λικνίζονται στον ίδιο ρυθμό του ταμπούρλου και της φλογέρας. Πάνω στο Νείλο η αρμονία της πανανθρώπινης επικοινωνίας γίνεται αυταπόδεικτη κι αυτή η ποίηση των λέξεων της Αιγύπτου, που δε μεταφράζεται σε καμιά "πολιτισμένη" γλώσσα, γιατί πουθενά όταν ζητάς ένα ποτήρι νερό δε σου απαντούν "για σένα και τα μάτια μου θα έδινα", κανείς "πολιτισμένος" αστός δε θα χασομερούσε, αντί για ξερή "καλημέρα" ν' αραδιάζει ένα σιδηρόδρομο από ποιητικά εγκώμια, γιατί η "καλημέρα" δεν είναι ίδια στον κάθε άνθρωπο, μεταμορφώνεται "σαν το φούλι", "σαν το γιασεμί", "σαν το γάλα" ανάλογα με τον αποδέκτη της ευχής κι ο πλούτος στις λέξεις είναι πλούτος ψυχής, είναι πολιτισμός, είναι η ουσία του πολιτισμού, γιατί, τι είναι ο πολιτισμός πιότερο από αρμονία στις ανθρώπινες σχέσεις;
Και στο ναό των Πιλών βλέπει κανείς σε μια κρυστάλλινη επιφάνεια να καθρεφτίζεται ο θρίαμβος της τεχνολογίας που κατάφερε να διασώσει απ' τον καταποντισμό το θαύμα αυτού του ναού. Και στο ερημονήσι απέναντι απ' το ξενοδοχείο των Καταρρακτών -που είχε μείνει η Αγκάθα Κρίστι και το χρησιμοποίησε σα σκηνικό για το δημοφιλές "εγκλημα στο Νείλο"- το μαυσωλείο του Αγά Χαν, ενός ανθρώπου θρύλου -ο μόνος που στον 20ο αιώνα μπορούσε ν' αξιώνει απ' το λαό του σα φόρο τιμής το βάρος του σε χρυσάφι- σα μνημείο της ανθρώπινης αλαζονείας. Γλυστρά η φελλούκα στο νερό επιδέξια καθώς ο βαρκάρης κάνει ακροβατικά, σαν πίθηκος σκαρφαλώνει στη κορφή του πανύψηλου καταρτιού και τα γυμνά παιδιά σε μια τσίγκινη βαρκούλα μας πλευρίζουν τραγουδώντας, δήθεν αδιάφορα στην παρουσία μας, αδειάζουν με τενεκεδάκια τη βαρκούλα τους που μπάζει ολούθε, χαμογελούν πλατειά μόλις τους δώσουμε κάποιο μπαξίσι. Τούτο το χαμόγελο πώς το αγοράζεις στον πολιτισμένο κόσμο μας; Γιατί κανένα παιδί δεν ξέρει να χαμογελά έτσι στις χώρες που λατρεύεται η κατανάλωση; Κι ο Βοτανικός κήπος φροντισμένος κι ένας πλανόδιος πουλά γιορντάνια από μυρωδάτα φυτά. Πόσο εκτιμάς την ποικιλία των σχεδίων, των χρωμάτων, της οσμής, το αίσθημα της μοναδικής δημιουργίας από ευτελή κι ανάξια υλικά που φευγαλέο κι αινιγματικό χαιδεύει το κορμί σου; Γιατί αυτή η αίσθηση μοιάζει πιο ουσιαστική από το βάρος της χρυσής αλυσίδας που κουβαλά τ' όνομά σου σε χρυσό χαραγμένο με ιερογλυφική γραφή, όνομα με πουλιά και παραμυθένια σύμβολα, έτσι που εσύ μέσα απο τ' όνομά σου ν' αποκτάς τη σοφία της άμμου, τη λάμψη της αιωνιότητας του χρυσού; Στο μυρωμένο σου γιορντάνι θησαυρίζεις τη χαρά του δημιουργού, η ιδέα της ανιδιοτέλειας που παρακίνησε το Δημιουργό να πλάσει τον κόσμο, συμμετέχεις σ' αυτή την άσκοπη δημιουργία, γίνεσαι παιδί, γιατί η αίσθηση του ωφέλιμου και του ανώφελου είναι άγνωστη μόνο στο Θεό και τα παιδιά, είναι γνωστή μόνο στο διάβολο και σ' όποιον τον κουβαλάει στην ψυχή του.
Είσαι εσύ που καθρεφτίζεσαι στα νερά του Νείλου; Ποιος είναι αυτός που αποτυπώθηκε στο κλικ της φωτογραφικής σου μηχανής; Τι είναι παροδικό και τι αιώνιο; Ποια σοφία μένει αμετακίνητη; Ποια γνώση δεν αλλάζει; Τι πιο σημαντικό από τη μονιμότητα της ευωδιάς του κίνινου, την επιμένουσα λαύρα του κάρρυ, τη διέγερση του πιπεριού, την ανακούφιση της μέντας; Τι πιο παροδικό από το μισοτελειωμένο οβελίσκο στο ορυχείο του γρανίτη; Η ατέλεια που επέζησε, η γνώση που διασώθηκε χάρη στην καταστροφή, η αιωνιότητα του γρανίτη που χύθηκε στη μεταμόρφωση του βράχου σε έργο τέχνης. Και φωτογραφήθηκε εκεί, νεκρό έμβρυο στη φορμόλη κάποιου ονείρου κάποιων θνητών, μάρτυρας της σκληρής προσπάθειας κάποιων ανθρώπων μιας προσπάθειας άγονης, στείρας, όπως κάθε ανθρώπινο έργο που ακροβατεί ανάμεσα στη θέλησή του να γίνει αιώνιο και στη μοίρα που το θέλει παροδικό.
Η Αίγυπτος είναι ένας μύθος, είναι το μυστήριο που προσφέρεται μόνο στους μυημένους. Είναι σαν την "Ιθάκη" του Καβάφη όπου:
"τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο τον Ποσειδώνα δε θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες την ψυχή σου,
κι αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου."
Κι όμως πιστεύω πως κανείς δε μπορεί σήμερα να παινεύεται για την ανθρωπιά του αν δεν κουβαλά στην ψυχή του την Αίγυπτο.

Νοέμβρης 1992 (δημοσιευμένο στην ΑΥΓΗ)

Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίβρη απέκτησε το καταπληκτικό Μουσείο Πετραλιά

Η ρουφήχτρα της Πλάκας

Η ιστορία του αντιπυρηνικού κινήματος και ο ειρηνιστής γιατρός Γρηγόρης Λαμπράκης